6 σχόλια
Αναρτήθηκε από τον/την ellas στο Φεβρουαρίου 26, 2009
Δροσίνης γλαφυρότατος, με πνεύμα δροσερό
αλλά προφέρει πάντοτε πολύ ψευδά το ρο”.
Γ. Σουρής
“Οι σύγχρονοι ποιηταί”, πίνακας του Γ. Ροϊλού. Πρώτος απ’ αριστερά , με το μονόκλ, ο Γεώργιος Δροσίνης.
Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 1859. Καταγόταν από το Μεσολόγγι. Σπούδασε φιλολογία και πήγε για μετεκπαίδευση στο Πανεπιστήμιο Λειψίας. Το 1888, που γύρισε στην Ελλάδα, ανάλαβε τη διεύθυνση του φιλολογικού περιοδικού «ΕΣΤΙΑ». Αργότερα εξέδωσε τα περιοδικά «ΕΘΝΙΚΗ ΑΓΩΓΗ», «ΜΕΛΕΤΗ» και «ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ».
Αναλαμβάνοντας διευθυντής της Δημοτικής Εκπαίδευσης στο Υπουργείο Παιδείας, δημιούργησε το Γραφείο Σχολικής Υγιεινής και καθιέρωσε τη γιορτή της Σημαίας. Όταν έγινε διευθυντής Γραμμάτων & Τεχνών στο ίδιο Υπουργείο, οργάνωσε το Μουσείο Κοσμητικών Τεχνών. Με πρωτοβουλία του ιδρύθηκε η «Σεβαστοπούλειος Εργατική Σχολή», επίσης βοήθησε σημαντικά τον Οίκο Τυφλών. Το 1926 γίνεται ακαδημαϊκός. Η αγάπη του για την Ελληνική φύση και τους ανθρώπους της τον ωθεί στο να περνά όλες τις ελεύθερες ώρες του στην Ελληνική ύπαιθρο συναναστρεφόμενος με τους ψαράδες και τους χωρικούς.Έτσι κατόρθωνε ν’ αποδίδει με πειστικότητα την αγροτική ζωή και τον κόσμο των θρύλων, των παραδόσεων, των ηθών και εθίμων της Ελλάδας. Εκτός από την ποίηση, ασχολήθηκε και με την πεζογραφία, την λαϊκή παράδοση και την Εθνική ιστορία. Η ποίηση του μα και ο πεζός του λόγος είναι πλημμυρισμένα από την Ελλάδα και την αγάπη του γι’ αυτή. Πέθανε στη Κηφισιά στις 3 Ιανουαρίου 1951, σε βαθιά γηρατειά. Από τις «Σκέψεις» του
Οι σνομπς, μ’ όλη τους την αμάθεια, είναι χρήσιμοι για την διάδοση της Τέχνης, όπως οι λούστροι διαλαλούν τις εφημερίδες!
Ψυχή που ξέρει να πονεί ξέρει και να πεθαίνει.
Τι ήθελες ν’ αλλάξει δηλαδή; Ο πολιτισμός να κάνει τη γυναίκα παλικάρι; Ο φεμινισμός να κάνει την Ανδρομάχη Έκτορα; Η γυναίκα ήτον, είναι και θα είναι μια περιπλοκάδα, που αναζητά τον κορμό ενός δέντρου για να τυλιχτεί. Κι η μεγαλύτερη ευτυχία για μια γυναίκα είναι να νιώθει, πως είναι πλεγμένη κι ασφαλισμένη σ’ ένα δυνατό και πιστό δέντρο.
Οι αγάπες μου
Πώς μοιάζουν οι αγάπες μου με γιασεμιού λουλούδια:
Λίγαις στιγμές ανθίζουνε βαθειά μέσ’ την καρδιά
Και πέφτουνε σκορπίζοντας για μόνη μυρωδιά
Λίγα τραγούδια…
Πώς μοιάζουν οι αγάπες μου με γιασεμιού λουλούδια!
Σπίθες στη στάχτη
Πουλί γεννιέται ο άνθρωπος
και δέντρο θα πεθάνει:
ρίζες απλώνει γύρω του
και τα φτερά του χάνει.
Ύμνος των προγόνων
Εσείς, που πρωτοσπείρατε
της λευτεριάς το σπόρο,
λαχταρισμένο δώρο
στη σκλαβωμένη γη,
Εσείς, κι όταν ωρίμασαν
τα στάχυα καρποφόρα,
του θερισμού την ώρα,
μας γίνατε οδηγοί.
Σαν ίσκιοι μεγαλόκορμοι
κι απείραχτοι απ’ τα χρόνια
σέρνετε εμάς τ’ αγγόνια
στο δρόμο της τιμής.
Κι όπου πολέμου κράξιμο
κι όπου της μάχης κρότοι,
εσείς περνάτε πρώτοι
κι ακολουθούμ’ εμείς.
Στη μνήμη σας ανάβομε
χρυσά λιβανιστήρια,
για σας τα νικητήρια
τα χείλη μας υμνούν,
και πλέκοντας τα χέρια μας
της δόξας τα στεφάνια,
δική μας περηφάνεια,
στους τάφους σας κρεμνούν.
Η Πατρίδα μας
Ξένε που μόνος κι έρημος
σε ξένους τόπους τρέχεις,
πες μου, ποιος είναι ο τόπος σου
και ποια πατρίδα έχεις;»
«Τη μακρινή πατρίδα μου
πάντα ποθώ στα ξένα.
Εκεί τα χρόνια της ζωής
περνούν ευλογημένα.
Εκεί κι ο θάνατος γλυκός,
κι αφού κανείς πεθάνει,
έχει στο μνήμα του Σταυρό,
καντήλι και λιβάνι.
Στ’ αγαπημένο μου χωριό
χαρές πάντα και γέλια,
στ’αλώνια τραγουδιών φωνές
ξεφάντωμα στ’ αμπέλια.
Κι όταν χορεύει η λεβεντιά
στης Πασχαλιάς τη μέρα,
βροντοκοπά το τύμπανο
και κελαηδεί η φλογέρα.
Στη μακρινή Πατρίδα μου
έχει ευωδιά και χάρη
το ταπεινότερο δεντρί,
το πιο φτωχό χορτάρι.
Στους κλώνους της αμυγδαλιάς,
σμίγουν ανθοί και χιόνια
και φέρνουνε την άνοιξη
γοργά τα χελιδόνια.
Στων μαγεμένων της βουνών
τα μαρμαρένια πλάγια,
γλυκολαλούν οι πέρδικες
και κλαίει η κουκουβάγια.
Η ασημένια θάλασσα
μ’ αφρούς την περιζώνει
κι ο ουρανός με τ’ άστρα του
τη χρυσοστεφανώνει.
Τη μακρινή Πατρίδα μου,
πριν η σκλαβιά πλακώσει,
τη δόξαζ’ η παλληκαριά,
τη φώτιζεν η γνώση.
Και τώρ’ από τη μαύρη γη,
τη γη τη ματωμένη,
πρόβαλε παλ’ η ελευθεριά
σαν πρώτα αντρειωμένη».
Φτάνει τη χώρα που μου λες,
τη γνώρισα, την είδα,
τη μακρινή Πατρίδα σου
έχω κι εγώ Πατρίδα.
Συγχαρητήρια για την παρουσίασή σας.
Παρακαλώ, εάν είναι δυνατόν, να δημοσιεύσετε (ή να μου στείλετε με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο), το ποίημα του Γ.Δροσίνη :”Το κρίμα”.
Το άκουσα μία ημέρα στο ραδιόφωνο και μου άρεσε πολύ για τα νοήματά του.
Ευχαριστώ.
Μια τέχνη ξέρω – ν’ αγαπώ, κι αν θέλεις το καλό σου
συ που δεν ξέρεις ν’ αγαπάς πάρε με δάσκαλό σου.
Τα μάτια σου είναι θάλασσες κι αγέρας δεν τις πιάνει
χαρά στο ναύτη που θα βρει στα μάτια σου λιμάνι.
Σφαλίσανε τα μάτια σου και μένα δε θυμούνται
όλα τ’ αστέρια ξαγρυπνούν και μόνο αυτά κοιμούνται.
Ἀπὸ τὰ «Φωτερὰ Σκοτάδια»
Ὦ θαλασσοθεμέλιωτα καὶ ἡλιόσκεπα παλάτια,
Χτισμένα ἀπὸ τὰ σύννεφα τῆς θερινῆς βραδιᾶς,
«Δὲν θέλω τοῦ κισσοῦ τὸ πλάνο ψήλωμα
σὲ ξένα ἀναστυλώματα δεμένο
ἂς εἶμαι ἕνα καλάμι, ἕνα χαμόδεντρο,
μὰ ὅσο ἀνεβαίνω, μόνος ν᾿ ἀνεβαίνω.
Δὲν θέλω τοῦ γιαλοῦ τὸ λαμποφέγγισμα
ποὺ δείχνεται ἄσπρο μὲ τοῦ ἥλιου τὴ χάρη
θέλω νὰ δίνω φῶς ἀπὸ τὴ φλόγα μου
κι ἂς εἶμαι ἕνα ταπεινὸ λυχνάρι»
Ἀπὸ τὰ «Φωτερὰ Σκοτάδια»
Όχι! τα ρόδα τα κλειστά δεν είναι ρόδα ακόμα.
Είν΄άνθος δίχως όνομα και δίχως ευωδιά.
Μοιάζουν αθώο, αφίλητο και παιδιακίσιο στόμα,
Που δεν το πότισε καϋμούς αγάπης η καρδιά.
Θέλω τα ρόδα ολόδροσα κ’ ευωδιαστά ανθισμένα,
Την ευλογία της ομορφιάς στον κόσμο να σκορπούν:
Χείλη ανοιχτά απ’ τους στεναγμούς κι απ΄τα φιλιά καμένα,
Χείλη, που κι αν σωπαίνουνε στο λεν πως αγαπούν.
«Θέλω να είμαι ωραίο δείγμα ανθρώπου Έλληνος. Να σκοπός μιας ζωής! Δουλεύοντας για τον Ελληνισμό, δουλεύω για τον εαυτό μου. Θέλω να ξοδέψω την ψυχή μου μέσα στο έθνος μου, σε μια αλληλεγγύη με τους ομοφύλους μου».
Ίων Δραγούμης
Βρίσκεται εδώ, το ποίημα ‘το κρίμα’ http://www.kazam.gr/online/node/146487
Δυστυχώς, δεν το έχω. Αν θυμάσαι τους στίχους, γράψε τους ως σχόλιο, να το διαβάσω.
Φιλικά
ΕΛΛΑΣ
Συγχαρητήρια για την παρουσίασή σας.
Παρακαλώ, εάν είναι δυνατόν, να δημοσιεύσετε (ή να μου στείλετε με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο), το ποίημα του Γ.Δροσίνη :”Το κρίμα”.
Το άκουσα μία ημέρα στο ραδιόφωνο και μου άρεσε πολύ για τα νοήματά του.
Ευχαριστώ.
Τα μάτια σου είναι θάλασσες
Μια τέχνη ξέρω – ν’ αγαπώ, κι αν θέλεις το καλό σου
συ που δεν ξέρεις ν’ αγαπάς πάρε με δάσκαλό σου.
Τα μάτια σου είναι θάλασσες κι αγέρας δεν τις πιάνει
χαρά στο ναύτη που θα βρει στα μάτια σου λιμάνι.
Σφαλίσανε τα μάτια σου και μένα δε θυμούνται
όλα τ’ αστέρια ξαγρυπνούν και μόνο αυτά κοιμούνται.
Ἀπὸ τὰ «Φωτερὰ Σκοτάδια»
Ὦ θαλασσοθεμέλιωτα καὶ ἡλιόσκεπα παλάτια,
Χτισμένα ἀπὸ τὰ σύννεφα τῆς θερινῆς βραδιᾶς,
«Δὲν θέλω τοῦ κισσοῦ τὸ πλάνο ψήλωμα
σὲ ξένα ἀναστυλώματα δεμένο
ἂς εἶμαι ἕνα καλάμι, ἕνα χαμόδεντρο,
μὰ ὅσο ἀνεβαίνω, μόνος ν᾿ ἀνεβαίνω.
Δὲν θέλω τοῦ γιαλοῦ τὸ λαμποφέγγισμα
ποὺ δείχνεται ἄσπρο μὲ τοῦ ἥλιου τὴ χάρη
θέλω νὰ δίνω φῶς ἀπὸ τὴ φλόγα μου
κι ἂς εἶμαι ἕνα ταπεινὸ λυχνάρι»
Ἀπὸ τὰ «Φωτερὰ Σκοτάδια»
Όχι! τα ρόδα τα κλειστά δεν είναι ρόδα ακόμα.
Είν΄άνθος δίχως όνομα και δίχως ευωδιά.
Μοιάζουν αθώο, αφίλητο και παιδιακίσιο στόμα,
Που δεν το πότισε καϋμούς αγάπης η καρδιά.
Θέλω τα ρόδα ολόδροσα κ’ ευωδιαστά ανθισμένα,
Την ευλογία της ομορφιάς στον κόσμο να σκορπούν:
Χείλη ανοιχτά απ’ τους στεναγμούς κι απ΄τα φιλιά καμένα,
Χείλη, που κι αν σωπαίνουνε στο λεν πως αγαπούν.
Γεώργιος Δροσίνης
Ελπίζω να σας αρέσουν.
Φιλικά
ΕΛΛΑΣ
Βαλτε και αλλα του μεγιστου των ελληνων Δροσινη οπως εκεινο που λεει τα ματια σου ειναι θαλασσες που ανεμος δεν τις πιανει
Φανταστικό!!!!!!!