Το Νεκρομαντείο της αρχαίας Εφύρας
Ιουλίου 29, 2009 at 6:35 μμ | In HΠΕΙΡΟΣ, ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΣ, ΠΡΕΒΕΖΑ | 1 CommentTags: ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ, ΗΠΕΙΡΟΣ, ΝΕΚΡΟΜΑΝΤΕΙΟ ΕΦΥΡΑΣ, ΠΡΕΒΕΖΑ
Οι ανασκαφές έδωσαν διάφορα ευρήματα της δεύτερης ή και της τρίτης χιλιετηρίδας πΧ, που αποδεικνύουν την εγκατάσταση στην περιοχή ενός ντόπιου οικισμού, της Κιχύρου, που οι κάτοικοί της λάτρευαν τη χθόνια θεά Περσεφόνη. Οι αρχαίοι πίστευαν ότι τα χάσματα γης, οι σπηλιές, τα βαθιά φαράγγια (χαράδρες, Cnyons), ήταν είσοδοι που οδηγούσαν στον Κάτω Κόσμο, στο βασίλειο των νεκρών. Οι ψυχές ήταν όμοιες με σκιές, με «είδωλα καμόντων» (φάσματα νεκρών). Ελευθερωμένες οι ψυχές από το φθαρτό γήινο περίβλημα είχαν υπεράνθρωπες ιδιότητες και μπορούσαν να δούν το μέλλον. Τους έλειπε όμως η συνείδηση γιατί δεν είχαν ούτε αίμα, το στοιχείο της ζωής, ούτε σάρκα και ήταν συχνά εκδικητικές, ιδίως οι ψυχές των νέων και των “βιαιοθανόντων”, που έφυγαν πρόωρα και βίαια από τον κόσμο τούτο και στερήθηκαν τη χαρά της ζωής.
Η επαφή των θνητών με τους νεκρούς δεν ήταν χωρίς κίνδυνο. Γι’ αυτό οι χρηστηριαζόμενοι έπρεπε να προετοιμασθούν σωματικά και ψυχικά, να υποβληθούν δε καθιερωμένη δίαιτα, σε λουτρά και προσευχές και να εξευμενίσουν τις ψυχές των νεκρών με προσφορές (χοές), μέλι , γάλα, νερό και κρασί, και εδίως με αίμα από τα θυσιαζόμενα ζώα. Πίνοντας από τις χοές οι ψυχές αποκτούσαν συνείδηση εξευμενίζονταν και μπορούσαν να αποκαλύψουν το μέλλον. Αλλά και αυτοί που είχαν έρθει σε επαφή με τους νεκρούς μολύνονταν από το μίασμα του θανάτου. Οταν πλησιάζουν τους νεκρούς σιωπούν για να μη χάσουν τη φωνή τους, και φεύγοντας υποβάλλονται σε καθαρμό, όπως η Άλκηστις στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη που χρειάζεται τριήμερο «αφαγνισμό» (καθαρμό) για να καθαρθεί από το μόλυσμα του θανάτου και να αποκτήσει συνείδηση.
Στην Οδύσσεια, ο Οδυσσέας καίει θειάφι για να καθαρίσει το παλάτι από το μίασμα του θανάτου, ύστερα από το φόνο των μνηστήρων. Πανάρχαιες λαϊκές διξασίες, που οι ρίζες τους χάνονται στο σκοτάδι της προιστορίας, ειχαν συνδεθεί με την πίστη ότι οι λίμνες και τα ποτάμια, που συχνά εξαφανίζονται μυστηριωδώς από τα έγκατά της, ήταν ο δρόμος που οδηγούσε στον Κάτω Κόσμο και ακολουθούσαν οι ψυχές των νέκρών.
Στην πίστη αυτή πρέπει να οφείλονται η συσχέτιση του Αχέροντα και της Αχερουσίας με τους νεκρούς, όπως και η τοποθέτηση της λατρείας και του νεκρομαντείου σε μια σπηλιά του βράχου, κοντά στη συμβολή του Κωκυτού στον Αχέροντα ποταμό, στις ΒΔ όχθες της Αχερουσίας λίμνης. Η αρχαία παράδοση αναφέρει πολλά τέτοια ιερά και νεκρομαντεία, όπως του Ποσειδώνα στο ακρωτήριο Ταίναρο, στην Κύμη της Ιταλίας, στην Ερμιόνη της Αργολίδας, στην Κορώνεια της Βοιωτίας, στην Ηράκλεια του Πόντου κ.α.
Τα ερείπια του Νεκρομαντείου της Εφύρας, οπως προαναφέρθηκε, βρίσκονται 150μ. νοτιότερα από τη συμβολή των ποταμών Αχέροντα, Κωκυτού και Βουβού. Οι ανασκαφές εδώ στην κορυφή του βράχου που βρισκόταν το παλιό μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη των αρχών του 18ου αιώνα, έφεραν στο φως το αρχαίο αυτό φημισμένο Νεκρομαντείο.
Για την κατασκευή του χρειάστηκε να ισοπεδωθει ο βράχος σε μεγάλη έκταση με λατόμευση. Ενας πολυγωμικός ορθογώνιος περίβολος, διαστάσεων 62,40 * 46,30μ. με είσοδο στη βόρεια πλευρά, περιβάλλει ένα τετράγωνο κτίριο , το κυρίως ιερό, με πλευρές μήκους 22 μ. Οι εσωτερικοί τοίχοι του, με ωραία πολυγωνική τοιχοδομία έχουν υπερβολικό πάχος (3,30μ.) και σώζονται σε ύψος 3,30μ. Ψηλότερα ήταν χτισμένοι με χοντρά ψημένα τούβλα και ξυλοδεσιές και με χρήση πηλού για συμδετική ύλη. Το κτίριο αυτό χωρίζεται σε δύο παράλληλους τοίχους σε μια κεντρική αίθουσα διαστάσεων 15 Χ 4,25 μ. και δύο πλάγια κλίτη, που χωρίζονται πάλι με ενδιάμεσους τοίχους σε τρία δωμάτια που επικοινωνούν μεταξύ τους και με το κεντρικό κλίτος.
Κάτω από την κεντρική αίθουσα βρίσκεται μια ισομεγέθης υπόγεια αίθουσα λαξευμένη στο βράχο, πιθανόν στη θέση της αρχικής σπηλιάς με την προιστορική λατρεία. Είναι το σκοτεινό ανάκτορο της Περσεφόνης και του Αδη. 15 πώρινα τόξα φέρουν την οροφή του υπόγειου που αποτελεί και το δάπεδο της κύριας αίθουσας. Το κτίριο αυτό, όπως και οι τρείς συμεχόμενοι διάδρομοι, χρονολογούνται στους πρώιμους ελληνιστικούς χρόνους (τέλος 4ου, αρχές 3ου π.Χ.).
Αργότερα, στο τέλος του 3ου π.Χ. αιώνα, προστέθηκε δυτικά του αρχικού ιερού ένα συγκροτημα με μια κεντρική αυλή, γύρω από την οποία υπήρχαν δωμάτια και αποθήκες. Στην αυλή έμπαινε κανένας από τη βόρεια είσοδο. Από εκεί ο επισκέπτης περνούσε στο βόρειο διάδρομο του ιερού που είχε τρεις τοξωτές πύλες. Αριστερά του διαδρόμου υπήρχαν δύο δωμάτια και ένας λουτρώνας, που χρησίμευαν για την εγκοίμηση των προσκυνητών.
Εκεί, στο αδιαπέραστο σκοτάδι, ο προσκυνητής υποβαλλόταν σε ψυχική και σωματική προετοιμασία. Ετρωγε χοιρινό κρέας, κουκιά, κριθαρένιο ψωμί, στρείδια θαλασσινά, δηλαδή τροφές που σχετίζονται με τα νεκρόδειπνα και τους νεκρούς, κι επινε γάλα, μέλι και νερό. Υποβαλλόταν σε πράξεις εξαγνισμου και μαγείας, άκουγε από τον ιερέα-οδηγό θαυμαστές διηγήσεις, προσευχές και επωδούς, ακατάληπτες δεήσεις προς τους υποχθονιους δαίμονες κι έκανε λουτρά στο παρακείμενο δωμάτιο για να καθαρθεί και να μείνει αλώβητος από την επικίνδυνη επαφή του με τα φάσματα των νεκρών.
Πριν περάσει στον ανατολικό διάδρομο, έριχνε προς τα δεξιά του σ’ ένα λιθοσωρό μια πέτρα αποτρόπαια, για να απομακρύνει την κακή επήρεια, κι έκανε μια συμβολική πράξη καθαρμού πλένοντας τα χέρια του σ’ ένα μεγάλο πιθάρι γεμάτο με νερό (λουτήριο) που βρισκόταν αριστερά της τρίτης πύλης. Υστερα έμπαινε στο βόρειο δωμάτιο του ανατολικού διαδρόμου για την τελική προετοιμασία. Αγνωστο πόσο χρόνο παρέμεινε εκεί. Οπωσδήποτε όμως η δίαιτα θα ήταν αυστηρότερη, οι μαγικές πράξεις συχνότερες, η δοκιμασία μεγαλύτερη και η ψυχική κατάσταση περισσότερο ταραγμένη, μέσα στημ απόλυτη μόνωση και στη σιγή.
Οταν τέλος έφτανε η κρίσιμη στιγμή της επικοινωνίας με τους νεκρούς, έμπαινε ο προσκυνητής μαζί με τον ιερέα-οδηγό στον ανατολικό διάδρομο, έχοντας μαζί του τις προοριζόμενες για τις χοές και τις θυσίες προσφορές. Στο διάδρομο θυσίαζε ένα πρόβατο μέσα σε λάκκους, που βρέθηκαν στις ανασκαφές με λείψανα ανθράκων και καμένα κόκκαλα ζώων. Υστερα περνούσε στο λαβύρινθο, ένα δαιδαλώδη διάδρομο που υπέβαλλε στον επισκέπτη την εντύπωση της περιπλάνησής του στους σκοτεινούς δρόμους του Αδη. Ο λαβύρινθος είχε τρεις τοξωτές πύλες σιδηρόφρακτες, όσες και οι πύλες του Αδη, με μεγάλα σιδερένια καρφιά, πολλά από τα οποία βρέθηκαν στις ανασκαφές. Από τις πύλες αυτές σώζονται καλά η μεσαία και η τρίτη πύλη που οδηγεί στην κεντρική αίθουσα.
Εκεί, στο λαβύρινθο, φαίνεται ότι προσέφερε το κριθάλευρο, γιατί στο δάπεδο βρέθηκαν πλήθος από ευρύστομα αγγεία, κυρίως λεκάνες κατάλλληλες για τις στερεές προσφορές, και μερικά λυχνάρια. Τέλος περνώντας την τελευταία πύλη, ασφαλισμένη με μια σύγχρονη σιδερένια πόρτα που απομιμείται τις αρχαίες πύλες, έφτανε στην κεντρική αίθουσα. Εκεί έριχνε ακόμη ένα αποτρόπαιο λιθάρι, κι έχυνε στο λίθινο δάπεδο τις χοές για τους θεούς του Κάτω Κόσμου, τον Αϊδωνέα και την Περσεφόνη, που κατοικούσαν στην υπόγεια αίθουσα. Εκεί ήταν το τέλος της πορείας του. Σ’ όλη τούτη τη διαδρομή ο οδηγός ιερέας δεν έπαυε να επικαλείται, σύμφωνα με τον Λουκιανό, τις ψυχές των νεκρών, “τη νυχτερινή Εκάτη και τη φοβερή Περσεφόνη”, ανακατώνοντας μερικά βαρβαρικά και χωρίς σημασία ονόματα και λέξεις πολυσύλλαβες. Στην αίθουσα βρισκόταν το τέλος της πορείας, εκεί όπου θα εμφανίζονταν τα είδωλα των νεκρών για να επικοινωνήσουν με τους χρηστηριαζόμενους.
Του Χαράλαμπου Γκούβα
Τα μιτάτα του Ψηλορείτη
Ιουλίου 29, 2009 at 9:41 πμ | In ΕΛΛΑΣ, Κρήτη, ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ, Μιτάτα | Comments OffTags: ΕΛΛΑΣ, Κρήτη, ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ, Μιτάτα, Ψηλορείτης
Η λέξη μιτάτο κατάγεται από τη λατινικό metatum, η οποία σημαίνει στρατιωτικό κατάλυμα. Στους βυζαντινούς χρόνους η λέξη μιτάτο σήμαινε την υποχρέωση των πολιτών να παρέχουν κατάλυμα και τροφή στους ταξιδεύοντες κρατικούς υπαλλήλους ή πολίτες. Σήμερα σημαίνει το κατάλυμα του βοσκού. Συνήθως απαρτίζεται από το τζάκι – χώρος τυροκόμησης (ο οποίος κατασκευάζεται από δύο πέτρες κάθετες στην περίμετρο του τοίχου – πυρομάχοι), τον ανηφορά, τις θυρίδες (λίθινα ντουλάπια μέσα στο σώμα του τοίχου) για να φυλάγονται εργαλεία ή και τροφές και εξωτερικά την τραπεζαρία. Όταν το μιτάτο είναι διπλό, τότε ο ξώκουμος είναι η κατοικία και ο μεγάλος κούμος είναι ο χώρος του τυροκόμου. Δίπλα στους κούμους κατασκευάζεται ξηρολιθικά η μάντρα ενώ το σύμπλεγμα ολοκληρώνεται με το τυροκέλι (ημιυπόγειο ή κούμος), για να φυλάσσεται και να ωριμάζει το τυρί.

Οι αρχιτέκτονες αναφέρονται στα μιτάτα ως σπιτοκάλυβα (Βασιλειάδης, 1976) ή θολωτά σπίτια (Μποζινέκη – Διδώνη, 1985) συνδέοντας την καταγωγή τους με την κλαδοπλεκτική καλύβα. Οι αρχαιολόγοι αναφέρονται σε αυτά με τους όρους θολωτές κατασκευές ή θολωτά μιτάτα, συνδέοντας τα με τάφους. Η ομοιότητα των μιτάτων με τους κυκλικούς τάφους της μινωικής περιόδου είναι βέβαιη έπειτα από την ανακάλυψη στο Φουρνί των Αρχανών το 1965 από το Γ. Σακελλαράκη μιας ασύλητης βασιλικής ταφής. Ο Xanthoudides (1924) ανέσκαψε τάφους στη Μεσαρά και υποστήριξε ότι ο τρόπος κατασκευής αυτών είναι ίδιος όπως αυτός των μιτάτων, ενώ άλλοι ερευνητές έχουν εκφράσει επιφυλάξεις για την ομοιότητα τάφων και μιτάτων οι οποίες σχετίζονται με το ότι τα μιτάτα έχουν μικρότερη διάμετρο από τους τάφους, ότι τα μιτάτα κτίζονται από τη σκληρή πέτρα της εκάστοτε περιοχής ενώ οι τάφοι από ανομοιόμορφες πέτρες και κονίαμα και ότι τα μιτάτα είναι υπέργεια ενώ οι τάφοι είναι ημιυπέργειοι.
Κατασκευαστικά, το κύριο χαρακτηριστικό ενός μιτάτου είναι η καμπυλόσχημη εσωτερική περίμετρος του τοίχου, η οποία συχνά πλησιάζει τον κύκλο, ενώ εξωτερικά ο τοίχος μπορεί να είναι κυκλικός ή και γωνιασμένος. Η διάμετρος των μιτάτων εσωτερικά ποικίλει από 3.5 έως 5.5μ και εξωτερικά από 4.5 έως 6.5μ. Το ύψος τους κυμαίνεται μεταξύ 2.5 και 3.5μ. Σίγουρα ανοίγματα είναι η πόρτα (με το ύψος της να κυμαίνεται μεταξύ 0.8 και .5μ και το πλάτος της να είναι μεταξύ 0.6 και 0.8μ) και ο ανηφοράς (με διάμετρο μεταξύ 0.2 και 0.6μ). Σημειώνεται ότι το μιτάτο ορθώνεται με επάλληλα πέτρινα δακτυλίδια πλακών σε επεξοχή. Το πρώτο από αυτά, το οποίο χαρακτηρίζεται από μη επεξοχές, έχει ύψος περίπου 1.5μ. Όσο ψηλότερα βρίσκεται ένα δακτυλίδι, τόσο λεπτότερες πλάκες χρησιμοποιούνται για την κατασκευή του ώστε να μεταβιβάζουν μικρότερο φορτίο στα υποκείμενα δακτυλίδια. Κοντά στη βάση χρησιμοποιούνται μεγάλες πέτρες για να μετατοπίζεται το κέντρο βάρους προς τη βάση και για να παραλαμβάνεται από αυτές το φορτίο από όλα τα υπερκείμενα δακτυλίδια. Οι πλάκες, η μία πάνω στην άλλη στοχεύουν στον ανηφορά με κλίση προς τα έξω, ώστε να εξοστρακίζουν η μία μετά την άλλη το νερό της βροχής. Ανάμεσα στην εξωτερική και την εσωτερική παρειά του τοίχου που χρησιμεύει ως οροφή του μιτάτου γίνεται το γέμισμα από μικρότερες πέτρες ακανόνιστου σχήματος το οποίο λειτουργεί ως αντίβαρο της επεξοχής.
Η ανάγκη χρησιμοποίησης φυσικής ή και ημικατεργασμένης πέτρας, η οποία ως υλικό δεν αντέχει σε εφελκυσμό και κάμψη αλλά παραλαμβάνει ικανοποιητικά τις θλιπτικές τάσεις, οδηγεί στο εκφορικό σύστημα δόμησης. Σημειώνεται ότι το κατασκευαστικό αυτό σύστημα δεν ταυτίζεται με το θολωτό σύστημα δόμησης, όπου η χρήση κατεργασμένων λίθων οδηγεί στη μεγιστοποίηση του ρόλου του συντελεστή τριβής στη στατική λειτουργία της κατασκευής. Για την ανάλυση του εκφορικού συστήματος δόμησης θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε τη μέθοδο των πεπερασμένων στοιχείων στις τρεις διαστάσεις, βλέπε Συρμακέζη (1988). Όμως είναι αμφίβολο αν ακόμα και αυτή η αριθμητική μέθοδος υψηλής ακρίβειας μπορεί να δώσει ικανοποιητικά αποτελέσματα για μια τέτοια κατασκευή στην οποία οι νόμοι συμπεριφοράς του υλικού είναι αδύνατον να διατυπωθούν με σαφήνεια.
Σημειολογικά, η έλλειψη κύριων και πλάγιων όψεων στο σχήμα του μιτάτου είναι πρόδηλο ότι εκφράζει το αντίθετο της ιεράρχησης. Οι συνεργάτες (π.χ. γκαλονόμος, μαντρατζής, στειράρης) δουλεύουν μαζί σαν ομάδα, κοιμούνται μαζί και ζεσταίνονται από την ίδια εστία. Η ισότητα στη χρήση του χώρου, αλλά και η κυκλική μορφή της κάτοψης, εκφράζει και συμβολίζει τον κοινοβιακό τρόπο ζωής, ο οποίος στην περιοχή του Ψηλορείτη φαίνεται να έχει βαθιές ρίζες.
Η παλαιότερη χρονολογία (ακιδογράφημα) που υπάρχει χαραγμένη σε υπέρθυρο μιτάτου στη Νίδα είναι αυτή του 1841, δηλώνοντας ίσως έτος κατασκευής, επισκευής ή ανακατασκευής αυτού. Το μιτάτο αυτό βρίσκεται στη θέση Αστριώτικο και είναι αυτό του Παπαμιχάλη Σκουλά. H νεώτερη χρονολογία που υπάρχει σε μιτάτο της ευρύτερης περιοχής του Ψηλορείτη είναι αυτή του 2000, βρίσκεται σε υπέρθυρο της περιοχής Ξερολίμη, δηλώνει έτος κατασκευής και ανήκει στο Δημήτρη Σκουλά. Αυτός, μαζί με το Βασίλη Σκουλά είναι οι λιθοτεχνίτες που εργάστηκαν για τη συντήρηση των μιτάτων της ευρύτερης περιοχής των Ανωγείων που έγινε τη δεκαετία του 90 με φορέα το δήμο Ανωγείων και κοινοτική χρηματοδότηση. Η συντήρηση αυτή σχετίζεται με την κήρυξη των μιτάτων της Νίδας από την αρχαιολογική υπηρεσία ως διατηρητέων μνημείων, αναγνωρίζοντας την ιστορική και πολιτισμική τους αξία. Η κήρυξη αυτή είναι όμως χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο προστασίας επειδή δε συνοδεύτηκε με καταγραφή τους.
Blog στο WordPress.com. | Theme: Pool by Borja Fernandez.
Entries and comments feeds.









