5 σχόλια
Αναρτήθηκε από τον/την ellas στο Μαρτίου 14, 2010
Γεννήθηκε στις 27 Φεβρουαρίου του 1938 στην Τσάδα, χωριό της επαρχίας Πάφου. Πέρασε τις 6 τάξεις του Δημοτικού σχολείου με άριστα, δεν συνέβη όμως, το ίδιο και στο Γυμνάσιο, γιατί πολλά αρχίζουν να απασχολούν τον έφηβο Ευαγόρα. Η Κύπρος βρίσκεται σε αναβρασμό, αρχίζουν οι προετοιμασίες του ξεσηκωμού, εξελίσσεται σ΄ έναν λαμπρό πολυαθλητή που αφιερώνει πολύ χρόνο στην προπόνησή του, αναπτύσσει την ποιητική του δημιουργία και ξυπνούν μέσα του τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα τα οποία πάντα συνδυάζει με τον πόθο για την Ένωση και την αγάπη για την Ελλάδα:
Την Ελλάδα αγαπώ αλλά και σένα
Μ΄ έναν έρωτα μεγάλο, αληθινό
Τα γαλάζια σου τα μάτια τα θλιμμένα
Τον καθάριο της θυμίζουν ουρανό.
Έτσι αποφασίζει να αφιερώσει τον εαυτό του στην πατρίδα. Σαν γνήσιος Έλληνας μη αντέχοντας τη σκλαβιά πήρε μονοπάτια, πήρε ανηφοριές που θα τον οδηγούσαν στην βασίλισσα του, την Λευτεριά. Πολύ πριν την1η Απριλίου ο Ευαγόρας πρωταγωνιστεί σε διάφορες διαδηλώσεις κατά των Άγγλων. Συγκεκριμένα στις 2 Ιουνίου θα γινόταν η στέψη της βασίλισσας Ελισάβετ. Στην Αγγλία και σε όλες τις αποικίες γίνονταν προετοιμασίες για το μεγάλο γεγονός. Στην Πάφο στο «Ιακώβιο Γυμναστήριο» αναρτάται η αγγλική σημαία, γεγονός που εξοργίζει τους μαθητές. Παραμονή της στέψης οι μαθητές της Πάφου και οι φοιτητές του Λιασιδίου Κολεγίου οργάνωσαν διαδήλωση μ΄ αίτημα να υποσταλεί η αγγλική σημαία και να εκκενωθεί το γήπεδό τους από στρατιώτες και αστυνομικούς. Ο 15χρονος τότε Βαγορής αναρριχάται στον ιστό, κατεβάζει και ξεσκίζει την αγγλική σημαία.
Ήταν η υπογραφή της πρώτης επαναστατικής του πράξης. Το γεγονός αυτό έδωσε το έναυσμα για επέκταση των διαδηλώσεων. Οι μαθητές και το πλήθος συγκρούονται με την αστυνομία η οποία ενισχύεται από Τούρκους. Ο διοικητής στέλνει διαταγή να αποσυρθούν οι αστυνομικοί γιατί δεν έπρεπε η στέψη της βασίλισσας να αμαυρωθεί με αίμα. Έτσι οι μαθητές ελεύθεροι τώρα ορμούν σαν χείμαρρος και παρασύρουν ό,τι είχε σχέση με τους εορτασμούς για την στέψη. Η Πάφος έγινε το μόνο μέρος όπου δεν γιορτάστηκε η στέψη. Ο Ευαγόρας συνελήφθηκε αλλά αφέθηκε ελεύθερος λόγω της μικρής του ηλικίας. Δεν είναι όμως πια παιδί. Έχει συνειδητοποιήσει το βάρος που πέφτει στους ώμους του σαν Έλληνας της Κύπρου.
Την Κύπρο μας κι αν δέσανε
οι Άγγλοι μ΄ αλυσίδα
έχει για πάντα την καρδιά
πιστή σε μια πατρίδα.
… Στην Κύπρο την αθάνατη
Την Κύπρο τη γενναία
Είναι καιρός να στήσουμε Ελληνική σημαία.
Στις 17 Νοεμβρίου 1955 οι μαθητές του Γυμνασίου συγκεντρώθηκαν και προετοίμαζαν μια διαδήλωση από τις γνωστές που οργάνωνε η ΑΝΕ (Άλκιμος Νεολαία ΕΟΚΑ) ως αντιπερισπασμό. Οι στρατιώτες είχαν διαταγή να πυροβολήσουν αδιάκριτα τους διαδηλωτές. Ο Βαγορής συλλαμβάνεται και οδηγείται στο δικαστήριο με την κατηγορία ότι συμμετείχε παράνομα σε οχλαγωγίες. Ο Ευαγόρας δεν παραδέχτηκε την κατηγορία και η δίκη αναβλήθηκε για τις 6 Δεκεμβρίου. Ήταν η αρχή του τέλους. Μια μέρα πριν τη δίκη, μπαίνει κρυφά στο σχολείο και αφήνει στην έδρα ένα σημείωμα. Το πρωί οι συμμαθητές του διαβάζουν:
Παλιοί συμμαθηταί,
Αυτή την ώρα κάποιος λείπει ανάμεσά σας, κάποιος που φεύγει αναζητώντας λίγο ελεύθερο αέρα, κάποιος που μπορεί να μη τον ξαναδείτε παρά μόνο νεκρό. Μην κλάψετε στον τάφο του. Δεν κάνει να τον κλαίτε. Λίγα λουλούδια του Μαγιού σκορπάτε του στον τάφο. Του φτάνει αυτό ΜΟΝΑΧΑ Θα πάρω μιαν ανηφοριά θα πάρω μονοπάτια
να βρω τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά. Θ΄ αφήσω αδέλφια συγγενείς, τη μάνα, τον πατέρα
μεσ΄ τα λαγκάδια πέρα και στις βουνοπλαγιές.
Ψάχνοντας για τη Λευτεριά θα ΄χω παρέα μόνη
κατάλευκο το χιόνι, βουνά και ρεματιές.
Τώρα κι αν είναι χειμωνιά, θα ΄ρθει το καλοκαίρι
τη Λευτεριά να φέρει σε πόλεις και χωριά.
Θα πάρω μιαν ανηφοριά θα πάρω μονοπάτια
να βρω τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά.
Τα σκαλοπάτια θ΄ ανεβώ, θα μπω σ΄ ενα παλάτι,
το ξέρω θαν απάτη, δεν θαν αληθινό.
Μεσ΄ το παλάτι θα γυρνώ ώσπου να βρω τον θρόνο,
βασίλισσα μια μόνο να κάθεται σ΄ αυτό.
Κόρη πανώρια θα της πω, άνοιξε τα φτερά σου
και πάρε με κοντά σου, μονάχα αυτό ζητώ.
Γειά σας παλιοί συμμαθηται. Τα τελευταία λόγια τα γράφω σήμερα για σας.
Κι όποιος θελήσει για να βρει ένα χαμένο αδελφό, ένα παλιό του φίλο,
ας πάρει μιαν ανηφοριά ας πάρει μονοπάτια
να βρει τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά.
Με την ελευθερία μαζί, μπορεί να βρει και μένα.
Αν ζω, θα μ΄ βρει εκεί. Ευαγόρας Παλληκαρίδης
Στις 18 Δεκεμβρίου 1956 μαζί με άλλους 2 συναγωνιστές του μετέφεραν όπλα και τρόφιμα από την Λυσό. Ξαφνικά βρέθηκαν αντιμέτωποι με αγγλική περίπολο. Οι 2 συναγωνιστές του Ευαγόρα κατάφεραν να διαφύγουν αλλά ο ίδιος συνελήφθη. Στην κατοχή του είχε ένα πυροβόλο Μπρέν γρασαρισμένο. Ήταν συνεπώς ανέτοιμο για να χρησιμοποιηθεί. Επίσης κουβαλούσε 3 γεμιστήρες γεμάτες. Κατηγορήθηκε για κατοχή και διακίνηση οπλισμού και μεταφέρθηκε στη Λευκωσία και η δίκη ορίζεται για τις 15 Μαρτίου. Στη δίκη του ο Παλληκαρίδης δεν άφησε περιθώρια στους δικηγόρους του να τον υπερασπιστούν, αφού παρά τις αντιρρήσεις τους παραδέχθηκε την ενοχή του με τον εξής αξιοθαύμαστο τρόπο. «Γνωρίζω ότι θα με κρεμάσετε. Ό,τι έκαμα το έκαμα ως Έλλην Κύπριος όστις ζητεί την Ελευθερίαν του. Τίποτα άλλο.»
Την επόμενη μέρα της καταδίκης του Παλληκαρίδη οι μαθητές του Γυμνασίου Πάφου απείχαν από τα μαθήματά τους σε ένδειξη διαμαρτυρίας και έστειλαν τηλεγράφημα στον Χάρτιγκ με το οποίο του ζητούσαν να απονεμηθεί χάρη στονΕυαγόρα. Όλος ο κόσμος αρχίζει μια γιγαντιαία προσπάθεια να σώσει τον νεαρό μαθητή. Η Ελληνική κυβέρνηση προσπαθεί να αποτρέψει την εκτέλεσή του. Η Κυπριακή αδελφότητα Αθηνών ζητά προσωπική παρέμβαση του βασιλιά Παύλου. Η Βουλή των Ελλήνων στέλνει τηλεγραφήματα προς την Βουλή των Κοινοτήτων και τα Ηνωμένα Έθνη. Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Δωρόθεος, ο Χωρεπίσκοπος Σαλαμίνος Γεννάδιος, ο δήμαρχος Λευκωσίας κ. Δέρδης, 40 Εργατικοί Άγγλοι βουλευτές, συντεχνίες, ο Αρχιεπίσκοπος Νοτίου Αφρικής Νικόδημος, ο Αμερικανός Γερουσιαστής Fulton, απλοί πολίτες προσπαθούν αν ματαιώσουν αυτή την εκτέλεση. Ο Χάρτιγκ όμως και η Αγγλική διπλωματία απορρίπτει την απονομή χάριτος.
Ο Ευαγόρας δεν πτοείται. Στο τελευταίο γράμμα του δηλώνει:
«Θ΄ ακολουθήσω με θάρρος τη μοίρα μου. Ίσως αυτό να ναι το τελευταίο μου γράμμα. Μα πάλι δεν πειράζει. Δεν λυπάμαι για τίποτα. Ας χάσω το κάθε τι. Μια φορά κανείς πεθαίνει. Θα βαδίσω χαρούμενος στην τελευταία μου κατοικία. Τι σήμερα τι αύριο; Όλοι πεθαίνουν μια μέρα. Είναι καλό πράγμα να πεθαίνει κανείς για την Ελλάδα. Ώρα 7:30. Η πιο όμορφη μέρα της ζωής μου. Η πιο όμορφη ώρα. Μη ρωτάτε γιατί.»
13 Μαρτίου 1957. Κοντεύουν μεσάνυχτα. Τη σιωπή σπάει μια βροντερή σταθερή φωνή. Ο 18χρονος Παλληκαρίδης σε πείσμα των κατακτητών ψέλνει τον Εθνικό Ύμνο. Σε λίγο έρχονται οι δήμιοί του. Βροντοφωνάζει. «Γειά σας αδέλφια. Γειά σας λεβέντες. Ελπίζω να ‘μαι ο τελευταίος που εκτελούν. Αδέλφια συνεχίστε τον αγώνα. Εγώ βαδίζω στην αγχόνη γελαστός, αποφασιστικός, υπερήφανος».
Οι συγκρατούμενοι του φωνάζουν: «Θάρρος Παλληκαρίδη, θάρρος Παλληκαρίδη».
«Θάρρος έχω πολύ. Αυτή τη στιγμή περνώ την είσοδο του ικριώματος». Απόλυτη ησυχία. Αυτή τη σιγή σπάζει το τρίξιμο από το άνοιγμα της καταπακτής της αγχόνης.12:02. ο 18χρονος Βαγορής πέρασε στην αθανασία.Βρήκε την «γη των ηρώων».
Όλη η φύση κοιμάται.
Τη ναρκώνει το κρύο.
Και γω φεύγω λαλώντας το στερνό μου αντίο
Και τη μάνα φιλώντας
την κοιτάζω να κλαίει.
Μάνα μην κλαις της λέω,
μάνα μην κλαις και κλαίω.
Κι όλο πάω και τρέχω.
Και το δάκρυ της σβήνει
για μια μόνο στιγμούλα,
και μιαν άλλη μανούλα την Ελλάδα μας έχω,
που όλο κλαίει κι εκείνη.
Σ΄ του βουνού τη ραχούλα
στ΄ ανθοστόλιστα πλάγια
τη γλυκιά μου μανούλα
ψάχνω να βρω την άγια
και ανεβαίνω ραχούλες
χιονισμένες κορφές
ώσπου να βρω ηρώων γη κι ηρώων μορφές.
« Το κινηματογραφικό έργο ΑΚΑΜΑΣ και η επαναπροσέγγιση με εύθυμη
προσέγγιση»
Του Δημήτρη Στεργιούλη
Επίτιμου Διευθυντή
του 2ου Δημοτικού Σχολείου Κιάτου
«ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗΣ»
( Tο άρθρο που ακολουθεί γράφτηκε προ τετραετίας περίπου με αφορμή την προβολή της πολύφερνης κινηματογραφικής ταινίας ΑΚΑΜΑΣ, στην οποία φωτογραφιζόταν ο εθνομάρτυρας ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗΣ ως στυγερός δολοφόνος. Προσωπικά ανήκω στους πολέμιους αυτού του κινηματογραφικού έργου και στις σελίδες των Κυπριακών εφημερίδων σχετική αρθρογραφία μου είδε το φως της δημοσιότητας.
Όταν τελικά το εν λόγω έργο άρχισε να προβάλλεται στις κινηματογραφικές αίθουσες της Λευκωσίας , έγραψα το άρθρο που παραθέτω και το έστειλα για δημοσίευση σε εφημερίδες της Κύπρου μέσω του αδελφικού μου φίλου Δήμου Βρυωνίδη, γαμβρού επ’ αδελφή, του αείμνηστου Ευαγόρα Παλληκαρίδη. Η έκταση του άρθρου στάθηκε εμπόδιο στη δημοσίευσή του.
Σήμερα ψάχνοντας τα χαρτιά μου το βρήκα ανάμεσα τους και έκρινα σκόπιμο να το αναρτήσω στο διαδίκτυο. Αν έπραξα σωστά οι αναγνώστες του θα το κρίνουν).
Επιτέλους! Ύστερα από τόσα χρόνια περιπλάνησης στα σταυροδρόμια της Ιστορίας μας εδέησε και «είδομεν το φως το αληθινόν».
Και καλά οι πολλοί . Όμως εγώ , τριάντα έξι χρόνια δάσκαλος δικαιολογούμαι να οδηγώ τους μαθητές μου στα καλντερίμια της ιστορικής πλάνης και της ειδωλοποίησης του αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α , που απελευθερωτικό τον ανέβαζα και επικό τον κατέβαζα;
Ευτυχώς που ο μεγαλοδύναμος φώτισε τον κ. Πανίκο Χρυσάνθου και με ένα «συγκλονιστικό σε ιστορική αποκάλυψη σενάριο», απευθύνθηκε στη «Φιλελληνική και εξόχως Φιλοκυπριακή οργάνωση UNOPS, στην φίλα προς τον Κυπριακό Ελληνισμό Τουρκοκυπριακή, αν θυμάμαι καλά, Τηλεόραση, στο Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου, καθώς και στην Ελληνική Τηλεόραση ζητώντας την οικονομική συνδρομή τους προκειμένου το σενάριό του να «μετουσιωθεί» (υπάρχουν κι άλλες λέξεις, αλλά θαρρώ πως αυτή ταιριάζει στην περίπτωση) σε κινηματογραφικό έργο, προκειμένου οι όπου γης «ανιστόρητοι»Έλληνες να βγουν από το έρεβος της ιστορικής πλάνης.
Το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου ανταποκρίθηκε γενναιόδωρα στο αίτημα του κ. Χρυσάνθου. Η Ελληνική Τηλεόραση έδωσε κι αυτή κάτι ψιλά. Υποθέτω πως και η UNOPS και η Τουρκοκυπριακή πλευρά δεν έμειναν ασυγκίνητες.
Κι ενώ όλα ήταν έτοιμα το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου , τελευταία, αρνήθηκε να καταβάλλει στον κ. Χρυσάνθου κάτι μικροποσά , για να ταξιδέψει το έργο στη Βενετία (στο ομώνυμο φεστιβάλ) και αλλαχού.
Τι να πει κανείς! Εμένα πάντως δεν μου το βγάζει κανείς από το νου ότι πίσω από την άρνηση του Υπουργείου, κρύβεται εκείνος ο «παγκάκιστος» Τάσσος Παπαδόπουλος, που θήτευσε στις τάξεις της Ε.Ο.Κ.Α και τώρα είναι Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτός, καλέ, τορπίλισε το σχέδιο ΑΝΑΝ , στον ΑΚΑΜΑ θα έδινε πανωπροίκι , που ευαγγελίζεται την επαναπροσέγγιση; Πάλι καλά που δεν ήταν από την αρχή ενήμερος για την υπόθεση και τους στόχους του σεναρίου, γιατί τσακιστή δεκάρα δεν θα έπαιρνε ο κ. Χρυσάνθου.
Φημολογείται ότι μερικοί «Φιλίστορες Ελληνοκύπριοι έκαναν έρανο μεταξύ τους και συγκέντρωσαν το απαραίτητο χρηματικό ποσό και έτσι το κινηματογραφικό έργο ΑΚΑΜΑΣ και στη Βενετία ταξίδεψε και τις ημέρες αυτές προβάλλεται σε κινηματογράφο της Λευκωσίας.
Έτσι ο μύθος της Ε.Ο.Κ.Α καταρρίφθηκε. Βέβαια οι αντιδραστικοί κύκλοι σε Ελλάδα και Κύπρο σφόδρα δυσανασχετούν. Αλλά τι να περιμένει κανείς από «πορωμένους ακροδεξιούς, φανατικούς εθνικιστές, οπισθοδρομικούς, ξεροκέφαλους ρατσιστές, εχθρούς της παγκοσμιοποίησης, αντιεπαναπροσεγγιστές και γενικά από σκουριασμένα και ιστορικά αναλφάβητα μυαλά»;
Ε.Ο.Κ.Α ! Τι ήταν η Ε.Ο.Κ.Α; Μια «άκρως συντηρητική, εθνικιστική οργάνωση ήταν», που στους κόλπους της φιλοξενούσε «δολοφόνους ων ουκ έστι αριθμός», δολοφόνους «τύπου Βαγορή».
Μερικοί θαυμαστές της Ε.Ο.Κ.Α – ακούς εκεί να υπάρχουν και την σήμερον ημέραν τέτοιοι άνθρωποι- ισχυρίζονται ότι πίσω από τον κινηματογραφικό Βαγορή φωτογραφίζεται ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης.
‘Ελα όμως που ο κ. Πανίκος Χρυσάνθου τους διαψεύδει ρητά και κατηγορηματικά δηλώνοντας ότι τον αρχαίο βασιλιά της Σαλαμίνας Ευαγόρα είχε υπόψη του , όταν ονοματοδοτούσε τον ομώνυμο κινηματογραφικό του ήρωα.
Και πράγματι έτσι είναι . Δεν είναι δυνατόν να είναι διαφορετικά. Μόνον ο δοξασμένος βασιλιάς της αρχαιότητας Ευαγόρας μπορούσε να σταθεί, κάπως ανεκτά, δίπλα στον Τουρκοκύπριο Ομέρη. Η παροιμία «Κι η κοσκινού τον άντρα της με τους πραματευτάδες» δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση . Άστοχη είναι επίσης και εν προκειμένω και η παροιμία «Εκεί που κρέμαγαν οι καπεταναίοι τ’ άρματα σήμερα κρεμάνε οι γύφτοι τα νταούλια».
Ας επανέλθω όμως στο θέμα. Παιδί μάλαμα αυτός ο Ομέρης. Εκλεπτυσμένος χαρακτήρας και λίαν επιλεκτικός στις συναναστροφές του. Μόνο με αρχαίους βασιλιάδες συναγελαζόταν. Και βασιλιάδες όχι όποιους κι όποιους, αλλά με βασιλιάδες ξέχωρους, με βασιλιάδες περιωπής, με βασιλιάδες δοξασμένους.
Άκου ο Ομέρης με τον Παλληκαρίδη; Δεν λέω. Καλό παιδί ήταν ο Παλληκαρίδης. Φαίνεται , όμως , ότι από μικρός έμπλεξε με εθνικιστικούς και συντηρητικούς εκκλησιαστικούς κύκλους. Ο παππούς του , απ΄ τη μεριά της μητέρας του, ήταν ιερέας, ο παπα-Δανιήλ με τ’ όνομα. Ο πατέρας , ο Μιλτής, εθνικιστής πατενταρισμένος. Είχε το παιδί τις κληρονομικές του καταβολές, «έπεσε και στα δίχτυα της ακροδεξιάς προπαγάνδας » και το γύρισε τέρτσο. Εντάχθηκε στην Ε.Ο.Κ.Α και ορκίστηκε , λέει, να δώσει και τη ζωή του ακόμα για τη λευτεριά της Κύπρου.
Πού ξανακούστηκε από μικρό παιδί ακόμα να ξεσηκώσει το μαθητόκοσμο της Πάφου και να ματαιώσει τις λαμπρές εκδηλώσεις για τη στέψη της βασίλισσάς μας, της Ελισάβετ. Αν ήταν συνετός ο Ευαγόρας θα το εκμεταλλευόταν στο έπακρο το ποιητικό του ταλέντο. Θα έγραφε ένα
ποίημα –ύμνο για τη μεγάλη μας άνασσα επ’ ευκαιρία της ανάρρησής της στο θρόνο της γηραιάς Αλβιόνος.
Για φανταστείτε τον Ευαγόρα με τη ευθυτενή και αθλητική κορμοστασιά του να εισέρχεται στο Ιακώβειο Γυμναστήριο μ’ εκείνο το λεβέντικο διασκελισμό του, να ανεβαίνει στο βάθρο και με την επιβλητική προφορά του να απαγγέλει το ποίημά του-ύμνο για τη βασίλισσα ! Το Γυμναστήριο θα εσείετο από τα χειροκροτήματα . Χαλασμός Κυρίου θα γινόταν.
Τι λέτε ύστερα από μια τέτοια ενέργεια η βασίλισσα δεν θα τον παρασημοφορούσε; Εγώ βάζω το κεφάλι μου στο κούτσουρο ότι θα τον έκανε και λόρδο. Αλλά πού μυαλό ο Ευαγόρας. Αντί να εξυμνεί τη βασίλισσα και το Χάρτιγκ αυτός έγραφε ύμνους για την Κύπρο και τη λευτεριά της και σκαρφάλωνε στα ψηλά κοντάρια και κατέβαζε τις αγγλικές σημαίες και αναρτούσε ελληνικές.
Μα την αλήθεια παράξενο παιδί ο Παλληκαρίδης. Ο ανήφορος τον ενθουσίαζε. Τον επιζητούσε τον ανήφορο. Ήταν στο αίμα του ο ανήφορος. «Θα πάρω μιαν ανηφοριά/ θα πάρω μονοπάτια να βρω τα σκαλοπάτια/ που παν στη λευτεριά», γράφει σε κάποιο ποίημά του.
Παιδί μου , Ευαγόρα, τι τον ήθελες τον ανήφορο; Άλλοι λένε να βρουν ίσιωμα για να περπατήσουν κι εσύ επιζητούσες τον ανήφορο; Ανεξήγητο φαινόμενο. Όμως δεν αντιλέγω ότι ο ανήφορος οδηγεί στα ψηλώματα και στις κορφές κι όσο πιο ψηλά ανεβαίνει κανείς τόσο πιο μακριά αγναντεύει. Πάλι είναι γνωστό ότι στις κορφές ανεβαίνουν οι αετοί . Δεν μπορώ όμως να παραβλέψω και μια άλλη αλήθεια : ότι δηλαδή εκτός από τους αετούς στις κορφές ανεβαίνουν και οι γυμνοσάλιαγκες , γλείφοντας και με τα κέρατά τους. Ούτε φτεροκόπημα , ούτε κούραση.
Τι σου έλλειπε, Ευαγόρα μου , και παράτησες το Σχολείο σου και βγήκες αντάρτης στα βουνά; Μια χαρά ήσουν στο σπιτάκι σου. Στα καλά του καθουμένου παρατάει κανείς την οικογενειακή θαλπωρή για να ξεχειμάσει στα κρησφύγετα , να τουρτουρίζει απ’ το κρύο και η κοιλιά του να παίζει ταμπούρλο από την πείνα ; Είπαμε. Ας όψονται «οι σκοτεινοί κύκλοι της αντίδρασης».
Το άλλο; Αυτό κι αν είναι ανήκουστο ! Ευαγόρα μου, όταν οδηγήθηκες στο Κακουργιοδικείο της Λευκωσίας , τι στάση ήταν αυτή που κράτησες; Αντί να πέσεις γονυπετής στα πόδια του «αδέκαστου δικαστή» κ. Σω και «εν κλαυθμώ και οδυρμώ και εν ειλικρινή μετανοία» να ζητήσεις έλεος αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα , χαρτί και καλαμάρι, τα κρησφύγετα της «παλιοπαρέας των τρομοκρατών» της επαρχίας Πάφου και τους κρυψώνες του οπλισμού σας , σηκώθηκες αγέρωχος κι ατάραχος και κοιτώντας κατάματα το δικαστή μας Σω μ’ εκείνο το σπινθηροβόλο, το αετήσιο βλέμμα σου, του είπες ορθά κοφτά «πως ό,τι έκανες το έκανες ως Έλλην Κύπριος, που ζητά τη λευτεριά του».
Τι λόγια ήταν αυτά , παιδί μου Ευαγόρα ; Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο στενοχώρησες τον κ. Σω. Κι όμως εκείνος ο «υπέροχος άνθρωπος» φάνηκε πολύ επιεικής απέναντί σου. Αντί να σε καταδικάσει σε ισόβια κάθειρξη και να σαπίσεις στη φυλακή σε καταδίκασε σε θάνατο. Γνώριζε , φαίνεται, και μάλιστα πολύ καλά, ότι ο Ζάκος , ο Πατάτσος, και « η λοιπή παρέα», είχαν ακλόνητη πίστη στο Θεό. Υπέθεσε, και σ’ αυτό μη μου πεις ότι είχε άδικο, ότι κι εσύ είσαι του ίδιου φυράματος. Και λογικά σκεπτόμενος σε καταδίκασε , εξαντλώντας όλα τα περιθώρια της επιείκειάς του , σε θάνατο , για να σε στείλει πιο γρήγορα κοντά στο Θεό. Είδες, Ευαγόρα μου, τι «καλός άνθρωπος ήταν ο κ. Σω» ; Βέβαια εκεί στο Κιάτο υπάρχει ένας δάσκαλος Στεργιούλης, κάθαρμα δε λέω καλύτερα, που σκυλοβρίζει το δικαστή μας Σω και όπου συναπαντηθεί με Άγγλο τον φτύνει κατάμουτρα.
Τώρα τι κάθομαι και εξιστορώ. Είναι γνωστό ότι εσύ, παρά την καλή σου ανατροφή, το Σω , το Χάρτιγκ, την Ελισάβετ , το Μακμίλλαν και γενικά την αγγλοκρατία την είχες κανονικά γραμμένη. Όμως εκείνο που δύσκολα ξεχνιέται, Ευαγόρα μου, είναι η στάση σου κάτω από το ικρίωμα. Μα παιδάκι μου τι σου ήρθε και άρχισες να ψάλλεις τον Εθνικό μας Ύμνο; Δεν σκέφτηκες την υστεροφημία σου; Για σκέψου, τι ωραία που θα ήταν, ανεβαίνοντας στην αγχόνη, να τραγουδούσες το «ο θεός σώζοι τη βασίλισσα» ! Θα έπλεε σε πελάγη ευτυχίας , αν έπαιρνε τέτοια χαρμόσυνη είδηση η μεγάλη μας άνασσα. Απ’ τη μεγάλη της χαρά καθόλου απίθανο να ξεχνούσε να κάνει ιππασία την ημέρα που θα έφτανε το καλό μαντάτο στο Μπάκιγχαμ. Κι αν τύχαινε να έχει και κατσαρόλα στη φωτιά σίγουρα θα της καιγόταν το φαγητό.
Και να ήσουν μόνο εσύ «άσκεφτος» , Ευαγόρα μου, ! «Άσκεφτος» ήταν και ο Κυριάκος ο Μάτσης. Εκείνος, καλέ μου, «δεν έβλεπε πέντε πόντους πέρα από τη μύτη του» . Δεν έβλεπε το συμφέρον του. Ακούς εκεί να του δίνει ο Χάρτιγκ πεντακόσιες χιλιάδες λίρες για να αποκαλύψει το κρησφύγετο του Διγενή κι εκείνος να του λέει: «Ου περί χρημάτων τον αγώνα ποιούμεθα, αλλά περί αρετής»; Γιατί , Κυριάκο μου, δεν τσέπωνες τα λεφτά και να έλεγες «ψυχή μου έχεις πολλά αγαθά κείμενα εις έτη πολλά . Φάγε, πίε , ευφραίνου»; Καλά , όλο με τη φιλοσοφία ασχολιόσουν; Θεοφοβούμενος άνθρωπος εσύ, επιτρέπεται να μην είχες διαβάσει το Ευαγγέλιο;
Και καλά ο Παλληκαρίδης και ο Μάτσης , ο Αυξεντίου και ο Λένας, ο Καραολής και ο Δημητρίου, ο Πατάτσος και ο Κουτσόφτας, ο Μαυρομμάτης και ο Μιχαήλ, ο Ζάκος και ο Παναγίδης, ο Μάρκος Δράκος και τόσα «άλλα παλιόπαιδα» ! Εδώ που τα λέμε, τη δεκαετία του πενήντα, έπεσε κατάρα στα κεφάλια των Ελλήνων της Κύπρου. Για καλοσκεφτείτε το πράγμα; Ως και ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος ο Γ΄ «είχε παλαβώσει». Αντί, ο ευλογημένος, να πολυχρονίζει τη βασίλισσά μας «από όρθρου βαθέως μέχρι νυκτός» και να δώσει εντολή σ’ όλους τους ιερείς της Κύπρου να τη μνημονεύουν στην Προσκομιδή, εντάχτηκε στην Ε.Ο.Κ.Α , συμπαρασύροντας κι όλο το «παπαδαριό». Τι να πει κανείς και για το Δεσπότη της Κερύνειας, τον Κυπριανό ! Εκείνος, μάτια μου, σίγουρα είχε φωλιασμένο το «σατανά» κάτω από τη μήτρα του. Άλλο πράγμα άνθρωπος. Με το που άκουγε τις λέξεις Άγγλος-αγγλοκρατία σκατζάρωνε η γενειάδα του. Ξέχωρη περίπτωση αποτελεί εκείνος ο παπα-Σταύρος ο Παπααγαθαγγέλου. Εκείνος ήταν που «είχε πρωτοπαλαβώσει» και μας πήρε στο λαιμό του.
Και να ήταν μονάχα αυτοί το κακό θα ήταν λίγο. Εδώ ξεσηκώθηκε όλος ο κόσμος. Νέοι, γέροι, παιδιά, όλοι στο αγώνα. Ακόμα και οι κοπελούδες ξεσηκώθηκαν. «Είχαν πάρει τα μυαλά τους αέρα». Αν και πέρασαν τόσα χρόνια από τότε εκείνη η Ελένη η Χριστοφορίδου έχει ακόμα στο μυαλό της το αντάρτικο.
Ευτυχώς μας «λυπήθηκε ο Θεός» και φώτισε εκείνον τον Αμερικανοεβραίο , «τον άγιο άνθρωπο», τον Κίσιγγερ, που έπεισε και τους «ευεργέτες μας τους Άγγλους» και ομού παρακαλούσαν γονυκλινείς ημέρες επί ημερών τους μεμέτηδες να στείλουν στην Κύπρο τον «εκπολιτιστικό όμιλο Αττίλας» μήπως και ανθρωπεύαμε κομμάτι.
«Και εδέησε και ήλθε ο Αττίλας στο νησί μας» τη συνδρομή βεβαίως-βεβαίως της χούντας των Αθηνών κι εδώ και τριάντα εφτά χρόνια «αναμορφώνει πολιτιστικά» το βόρειο μέρος της Κύπρου. Το έκανε αγνώριστο. «Το έργο που επιτέλεσε και εξακολουθεί να επιτελεί ο Αττίλας είναι όντως αξιοθαύμαστο». Έργα να δουν τα μάτια σου . Ο πολιτισμός περπατάει στο δρόμο. Πρώτα-πρώτα ο Αττίλας άλλαξε τη χρήση των χριστιανικών ναών. Πολλές εικόνες τις έστειλε στο εξωτερικό για να διαπιστώσουν οι Ευρωπαίοι, ιδίοις όμμασι, « πόσο άξεστοι είναι οι Ελληνοκύπριοι και από καλλιτεχνικής απόψεως». Βέβαια οι Ελληνοκύπριοι διαμαρτύρονται και ενάγουν τον Αττίλα για ιεροσυλία και αρχαιοκαπηλία. Μου φαίνεται ότι δεν ξέρουν τι λένε ,ενώ εξηγήθηκε επαρκώς γιατί εστάλησαν στο εξωτερικό εικόνες ναών και λοιπά αρχαιολογικά ευρήματα». Και συνεχίζω. Άλλους ναούς «ες γην έφερεν» ο Αττίλας. Βλέπεις οι ναοί έχουν ως αναπόσπαστο κομμάτι στο όλο οικοδόμημά τους τα κωδωνοστάσια , που δημιουργούν μεγάλη ηχορύπανση . «Ησύχασαν τ’ αυτιά μας από τις κωδωνοκρουσίες , βρε αδερφέ» ! Τώρα μέσα στη σιγαλιά ακούγεται πιο καθαρά η μελωδική φωνή του μουεζίνη.
Και βέβαια «ο εκπολιτιστικός όμιλος του Αττίλα» εκ των πραγμάτων αναγκάστηκε να καταστρέψει τα χριστιανικά νεκροταφεία. Δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Αφού οι χριστιανικοί τάφοι είχαν σταυρούς ήταν ποτέ μπορετό να μείνουν ως έχουν τη στιγμή που είναι γνωστό ότι «ο αρχιτρομοκράτης» ο Παλληκαρίδης παράγγειλε στη μάμα του να του φέρει το σταυρό του, γιατί χωρίς αυτόν δεν ήταν διατεθειμένος ν’ ανέβει στην αγχόνη; Δεν πρέπει να ξεχνάμε ,άλλωστε , ότι όλοι «οι τρομοκράτες της Ε.Ο.Κ.Α» είχαν για χόμπι τους τα όπλα, τους σταυρούς, τα πετραχήλια και τα τετραβάγγελα.
Θα αποτελούσε παράλειψή μας αν δεν τονίζαμε το έκδηλο και αμέριστο ενδιαφέρον που επέδειξε ο Αττίλας και για θέματα υγείας και αναψυχής πλείστων όσων Ελληνοκυπρίων που διέμειναν στο Βόρειο μέρος της Κύπρου. Αυτοί οι καημένοι κουράζονταν πολύ καλλιεργώντας τα χωράφια τους, ξέχωρα από τις σκοτούρες που είχαν για τη συντήρηση των σπιτιών τους (επισκευές στέγης, βαψίματα, αντικατάσταση και αποκατάσταση υδραυλικών και ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων κτλ). Οπότε «σοφά σκεπτόμενος» ο Αττίλας τους πήρε σπίτια και χωράφια και τους έστειλε να ζήσουν ξέγνοιαστα στο νότιο μέρος της Κύπρου. Απαλλάχτηκαν οι άνθρωποι από τη χειρωνακτική εργασία.
Κι αν υπάρχουν και μερικοί «ανεγκέφαλοι», που διεκδικούν δικαστικά , και σήμερα ακόμα, τις περιουσίες τους , αυτοί στα σίγουρα ήταν μέλη της Ε.Ο.Κ.Α και υποκινούνται από εθνικιστικούς , αντιδραστικούς και εκκλησιαστικούς κύκλους. Κατά βάθος όμως απεύχονται επιστροφή των περιουσιών τους , γιατί η αξίνα είναι δύσκολη υπόθεση. Είναι ποτέ δυνατόν να αφήσει κανείς το γάμο και να πάει για παλιούρια;
Τι να πει κανείς και για τα «ευαγή ιδρύματα» που ανήγειρε ο Αττίλας στο Βόρειο μέρος της Κύπρου. Μικρή υπόθεση είναι αυτή; Ιδρύματα να δουν τα μάτια σας. Παρέχουν ενδιαίτηση σ’ όλους ανεξαίρετα με ψυχαγωγία εξασφαλισμένη, χάρις στις ρουλέτες που εγκατέστησε σ’ αυτά. «Ψυχαγωγία και πολιτισμός πάνε αντάμα σήμερα». Άλλαξαν οι καιροί. Για σκέψου ! Οι Έλληνες διαμαρτύρονταν που οι Άγγλοι έστειλαν το Μακάριο και «την κουστωδία του» στις Σεϋχέλλες. Ενώ σήμερα όλοι μας τραγουδάμε «πάμε για τρέλες στις Σεϋχέλλες» .
Το ευτύχημα είναι ότι πάρα πολλοί Ελληνοκύπριοι , πραγματική στρατιά, επισκέπτονται καθημερινά τα ευαγή ιδρύματα του Αττίλα, τις «σύγχρονες κολυμπήθρες του Σιλωάμ», «που οι εναπομείναντες νοσταλγοί της Ε.Ο.Κ.Α ανερυθρίαστα , ανενδοίαστα και ξεδιάντροπα» αποκαλούν καζίνο. Εκεί συντελείται η μεταμόρφωσή τους και ο πλέριος εξανθρωπισμός τους, γιατί απαλλάσσονται από το κατ΄εξοχήν καπιταλιστικό επινόημα, το χρήμα. Έτσι μένουν απερίσπαστοι για να επαναπροσδιορίσουν στάσεις ζωής και να επαναπροσανατολιστούν προς τη σωστή προοδευτική κατεύθυνση. Και πασιχαρείς επιστρέφουν στις οικίες τους άδοντες το λαϊκό άσμα «θα τα κάψω τα ρημάδια τα λεφτά μου».
Ο Αττίλας προσφέρθηκε να επεκτείνει την πολιτιστική του δραστηριότητα και προς το νότιο μέρος της Κύπρου. Είχε κατά νου μια επέκταση καλοζυγισμένη και ορθολογιστικά προγραμματισμένη. Ο κ. Ανάν ανέλαβε το σχεδιασμό του όλου εγχειρήματος. Ενεργό και συνάμα σημαντικό ρόλο ανέθεσε στον Άγγλο «φιλέλληνα» κ. Χάνεϊ. Η UNOPS, σε ρόλο Ιωάννη Πρόδρομου, ανέλαβε να προλειάνει το έδαφος και να καλύψει τα έξοδα της επαναπροσέγγισης των δύο πλευρών. Στο πλαίσιο της επαναπροσέγγισης χρηματοδοτήθηκε και η κινηματογραφική ταινία ΑΚΑΜΑΣ.
Κι ενώ η δουλειά ήταν σιαγμένη, τελικά, σκόνταψε στον «οξαποδώ», στον Τάσσο Παπαδόπουλο. Αυτός ανέτρεψε όλους τους σχεδιασμούς , χωρίς να λάβει υπόψη του τη μεγάλη θλίψη που προξένησε με τις όλες ενέργειές του στον Ερντογάν, στον Μπλερ, στον Μπους και στον Ανάν. Ακόμη και τη δήλωση του κ. Παπανδρέου «ότι πρόκειται για ένα καλό σχέδιο» έγραψε στα παλιά του παπούτσια. Μας πήρε στο λαιμό του ο «τρισκατάρατος». Αλλά τι να περιμένει κανείς από κάποιον που θήτευσε στην «τρομοκρατική οργάνωση της Ε.Ο.Κ.Α»; «Εκ κακού κόρακος κακόν ωόν τέξεται».
Έτσι που εξελίχθηκαν τα πράγματα πάλι καλά που προβάλλεται η κινηματογραφική ταινία ΑΚΑΜΑΣ. Όσοι διαθέτουν κουκούτσι μυαλό θα «βγάλουν το γράσο» από τα μάτια τους και, έστω και αργά, θα αντιληφθούν τη μεγάλη ιστορική τους πλάνη και θα αναθεωρήσουν τις απόψεις τους για την Ε.Ο.Κ.Α. Πάντως αποκλείεται να ανανήψει εκείνος ο δάσκαλος στο Κιάτο. Είναι να απορεί κανείς , γιατί το Υπουργείο Παιδείας της Ελλάδας δεν τον απολύει.
«Εμπρός λοιπόν να πυκνώσουμε τις τάξεις των επαναπροσεγγιστών. Ένα πρέπει να είναι το σύνθημά μας. Επαναπροσέγγιση και πάλι επαναπροσέγγιση. Άνευ όρων επαναπροσέγγιση, χωρίς να προηγηθεί οικοδόμηση μέτρων εμπιστοσύνης που λέει «ο επικατάρατος’ , ο Πρόεδρος Τάσσος Παπαδόπουλος.»
Βλέπεις ,Ευαγόρα μου, πώς σκεφτόμαστε την σήμερον αρκετοί Ελλαδίτες και Ελληνοκύπριοι; Υπάρχουν , βέβαια , και μερικοί που χλευάζουν τους αγωνιστές της Ε.Ο.Κ.Α , και καθυβρίζουν τον αγώνα που διεξήγαγαν, άσχετα αν στο αγώνα εκείνο και στο δικό σου αίμα και στο αίμα των συναγωνιστών και συντρόφων σου είναι θεμελιωμένη η Κυπριακή Δημοκρατία, τα αγαθά της οποίας, πρώτοι και καλύτεροι, γεύονται οι υβριστές σας. Θα μου πεις βέβαια ότι αυτό είναι ίδιο της ράτσας μας. ‘Άλλοι να σκάβουν και να κλαδεύουν κι άλλοι να πίνουν και να χορεύουν».
Τι λες τώρα Ευαγόρα μου; Θέλουμε η δε θέλουμε κυνήγημα; Αλλά ποιος να μας κυνηγήσει ;
Ευαγόρα, λυπήσου μας. Σήκω , Ευαγόρα ! Ευαγόρα σήκω και πάρε μας στο κυνηγητό με τις πέτρες μήπως ξυπνήσουμε απ’ το λήθαργο. Και συνέλθουμε . Διαφορετικά είμαστε χαμένοι.
Γεννήθηκα και έζησα τα παιδικά μου χρόνια στα Βραγκιανά των Θεσσαλικών Αγράφων, χωριό κακοτράχαλο και άγονο , δύσβατο και δυσπρόσιτο με τα σπίτια του σκορπισμένα σε πλαγιές και γούπατα, σε ραχούλες και ισιώματα, σε λαγκαδιές και ξέφωτα, σε λογγές και διάσελα.
Στο Σχολείο του χωριού μου έμαθα και τα πρώτα γράμματα σε καιρούς δύσκολους και χαλεπούς. Όταν γράφτηκα στην Πρώτη Δημοτικού , το Σεπτέμβρη του 1952, δεν είχαν συμπληρωθεί ούτε δύο χρόνια από τη λήξη του εμφύλιου σπαραγμού. Η φτώχεια και η δυστυχία μάστιζε το χωριό μου.
Κι όμως εκείνα τα δύσκολα , αλλά όμορφα μαθητικά χρόνια, τα αναπολώ με βαθιά συγκίνηση σήμερα. Νοσταλγικά θυμάμαι τη σχολική χρονιά 1956-1957, που ήμουν μαθητής της Πέμπτης τάξης στο Σχολείο της γενέτειράς μου. Ήταν η χρονιά που ήρθε νεοδιόριστος δάσκαλος στο χωριό μας, νεαρός στην ηλικία, λιγνός , καλοσυνάτος με βλέμμα σπινθηροβόλο και διαπεραστικό.
Εκείνος ο δάσκαλος μάς συνέπαιρνε με τη διδασκαλία του. Μιλούσε κατ’ ευθείαν στην ψυχή μας.. Κάθε ημέρα εύρισκε το χρόνο να μας κάνει Ιστορία και μας μιλούσε για τους προγόνους μας , τους ήρωες και τους μάρτυρες του έθνους μας. Μας μιλούσε με πάθος για τον Ελληνικό Κυπριακό Λαό που αγωνιζόταν ηρωικά την εποχή εκείνη μέσα από τις τάξεις της θρυλικής Ε.Ο.Κ.Α. για να αποτινάξει το ζυγό της αγγλοκρατίας.
Μας μιλούσε για το Μακάριο και τον Κυπριανό και τα μάτια του σπίθιζαν Τους προσομοίαζε με τον Παπαφλέσσα , τον Παλαιών Πατρών Γερμανό και το Γερμανό Καραβαγγέλη. Μας έκανε λόγο για το Διγενή και τα στήθη του φούσκωναν από περηφάνια. Ανδρούτσο της Κύπρου τον αποκαλούσε. Τα παλληκάρια της Ε.Ο.Κ.Α. τα παρομοίαζε με εκείνα του Κατσαντώνη, του Καραϊσκάκη και του Μπουκουβάλα, περίσημων και θρασυκάρδιων κλεφτών, που στα χρόνια της τουρκοκρατίας έδρασαν και στην περιοχή του χωριού μας.
Εκείνος ο δάσκαλος έφερε και το πρώτο ραδιόφωνο στο χωριό μας, που λειτουργούσε με μια μεγάλη μπαταρία . Το ραδιόφωνο το είχε εγκατεστημένο στο δωματιάκι που είχε το διδακτήριο του Σχολείου μας από κατασκευής προορισμένου για κατοικία του δασκάλου.
Το ραδιόφωνο εκείνο έσπασε την απομόνωση του χωριού μου. Μαθαίναμε τι γινόταν στον «έξω κόσμο», όπως έλεγαν οι συγχωριανοί μου. Αλλά δεν ήταν και λίγες οι φορές που χρησιμοποιήθηκε το ραδιόφωνο και ως ψυχαγωγικό μέσο για εμάς τα σχολιαρούδια.
Ο δάσκαλός μας γνώριζε τις ημέρες της εβδομάδας, αλλά και τις ώρες που το ραδιόφωνο θα έβαζε δημοτικά τραγούδια .Τότε άνοιγε το παράθυρο του δωματίου του, μεγάλωνε την ένταση του ραδιόφωνου , βγαίναμε στο προαύλιο πιανόμασταν χέρι-χέρι κι ο δάσκαλος μας μάθαινε να χορεύουμε στους ρυθμούς του Τσάμικου, του Καλαματιανού και του Συρτού.
Τα κλέφτικα τραγούδια συνέπαιρναν το δάσκαλό μας. «Είναι τραγούδια της λεβεντιάς και της παλικαριάς» μας έλεγε ∙ «είναι τραγούδια ηρωικά». Και δεν παρέλειπε να μας τονίζει κάθε φορά ότι ο τόπος μας γέννησε πολλούς ήρωες κι αν χρειαστεί θα ξαναγεννήσει άλλους τόσους κι ακόμα περισσότερους . .
Κάθε φορά που μιλούσε ο δάσκαλός για την Ιστορία μας, τους ήρωές μας και τους μάρτυρες της πίστης μας κρεμόμουν από τα χείλη του. Τα πατριωτικά του κηρύγματα με έθελγαν, τα απομνημόνευα με καταπληκτική ευχέρεια και εβδομάδες αργότερα ήμουν σε θέση να τα ανασύρω αυτολεξεί από τη μνήμη μου.
Και σήμερα ακόμη θυμάμαι αυτούσια ολόκληρα κομμάτια από τα πατριωτικά κηρύγματα του δασκάλου μου. Φαίνεται ότι η παρέλευση πενήντα δυο χρόνων δεν μπόρεσε να τα εξαλείψει από τη μνήμη μου.
Στις αρχές του Δεκέμβρη του ΄56 ο δάσκαλος μάς ανακοίνωσε ότι θα πρέπει το Σχολείο μας να γιορτάσει τη φετινή χρονιά την Εθνική Επέτειο της 25ης Μαρτίου 1821 μεγαλοπρεπώς. Γι’ αυτό επιβάλλεται από τώρα να αρχίσουμε την προετοιμασία.
Θα ανεβάσουμε επί σκηνής δύο πατριωτικά θεατρικά έργα Το ένα έχει σχέση με τη μάχη της Αλαμάνας και το άλλο με το αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α. Και χωρίς να χάσει χρόνο κάλεσε στην έδρα του το μαθητή της Στ΄ τάξης Σ.Μ. και του είπε. «Πάρε αυτό το βιβλίο και όπου συναντάς το όνομα «Διάκος» θα γράφεις στο τετράδιό σου το κείμενο που ακολουθεί. Θα σταματάς το γράψιμο όταν συναντάς άλλο όνομα και θα ξαναρχίζεις να γράφεις όταν συναντάς πάλι το όνομα «Διάκος» . Αυτόν τον τρόπο γραψίματος θα ακολουθήσεις από την αρχή μέχρι το τέλος του βιβλίου. Κάθισε τώρα και μέχρι αύριο το πρωί θα πρέπει να έχεις τελειώσει το γράψιμο και να φέρεις το βιβλίο στο Σχολείο».
Μετά ο δάσκαλος φώναξε το όνομά μου. Σηκώθηκα από το θρανίο και τον πλησίασα. « Εσύ θα υποδυθείς το Χάρτιγκ. Ό,τι είπα στο Σωτήρη. ισχύουν και για σένα . Εξηγήσεις και διευκρινίσεις δε χρειάζεσαι. Πάρε τώρα το βιβλίο και κάθισε»..
Σε δυο εβδομάδες είχαμε γράψει τους ρόλους μας. Στους μαθητές της Ε΄ και Στ΄ τάξης που δεν θα συμμετείχαν στα θεατρικά έργα ο δάσκαλος ανάθεσε ποιήματα. Η εντολή που μας έδωσε ρητή , άγραφος νόμος θα μπορούσε να πει κανείς. Θα έπρεπε μέσα στις διακοπές των Χριστουγέννων να μάθουμε «απ’ έξω και ανακατωτά» τους ρόλους μας.
Οι χριστουγεννιάτικες διακοπές τελείωσαν, το σχολείο άρχισε την επαναλειτουργία του, ο δάσκαλος μάς ανακοίνωσε ότι κάθε Δευτέρα-Τετάρτη και Παρασκευή και με το πέρας των μαθημάτων οι μαθητές της Ε΄ τάξης θα παραμένουν στο διδακτήριο για να κάνουμε τις πρόβα. Τις υπόλοιπες ημέρες της εβδομάδας θα παρέμειναν για πρόβα οι μαθητές της Στ΄.
Οι ημέρες περνούσαν. Φθάσαμε στα τέλη Φεβρουαρίου και με το δάσκαλό μας σε θέση σκηνοθέτη η θεατρική μας απόδοση ήταν καταπληκτική. Μπήκαμε στο Μάρτη και στην όλη διαδικασία είχαν εμπλακεί και οι γονείς μας, που έπρεπε να φροντίσουν για τις στολές που θα φορέσουμε.
Ξημέρωσε η 14η Μαρτίου 1957. Ξύπνησα πρωί και ετοιμάστηκα για το Σχολείο. Το σπίτι μου ήταν έξω από το χωριό στην τοποθεσία Μάντζερες και για να φτάσω στο Σχολείο χρειαζόμουν μισή και πλέον ώρα.
Πέρασα από την τοποθεσία Σταυρός κι εκεί περίμενα τα παιδιά που έμειναν στο συνοικισμό Ραΐνιστα. Κι όταν αυτά κατέφθασαν συνεχίσαμε την πεζοπορία μας για το Σχολείο. Σε λίγα λεπτά βρισκόμασταν στο εξωκλήσι του Αϊ-Νικόλα, ακριβώς απέναντι από το χωριό, οπότε άρχισε να χτυπά πένθιμα η καμπάνα του Αϊ-Δημήτρη.
Κοντοσταθήκαμε για λίγο για να σκεφτούμε ποιος χωριανός μας πέθανε . Επειδή ο καθένας μας έλεγε όποιο όνομα του κατέβαινε αντιληφθήκαμε ότι κάθε περαιτέρω σκέψη θα επιμήκυνε το χρόνο μετάβασής μας στο Σχολείο και υπήρχε πιθανότητα να φτάσουμε σ’ αυτό καθυστερημένα. Κι αν θα άρχιζε το μάθημα ο δάσκαλος θα μας μάλωνε.
Γι’ αυτό επιταχύναμε το βηματισμό μας και βρισκόμασταν στο σχολικό προαύλιο την ώρα που χτυπούσε το κουδούνι .
Παραταχθήκαμε κατά τάξη και τριάδες, έγινε η πρωινή προσευχή και με την ολοκλήρωσή της ο δάσκαλός μας δεν έδωσε εντολή να περάσουμε στην αίθουσα, αλλά μας ανακοίνωσε ότι «εν παρατάξει» θα πάμε στον Αϊ- Δημήτρη, καθεδρικό Ναό του χωριού μας .Η απόσταση του Ναού από το Σχολείο μικρή, γι’ αυτό φθάσαμε εκεί πολύ γρήγορα.
Ο Ιερέας του χωριού μας, ο σεβάσμιος παπα-Ματθαίος και η γιαγιά η Σαββούλα η εκκλησάρισσα (νεωκόρος) μας περίμεναν έξωθεν του Ναού στα πέτρινα πεζούλια καθισμένοι.
Εισήλθαμε στο Ναό. Ο δάσκαλος ανέβηκε στο στασίδι του ψάλτη και ο παπα-Ματθαίος μπήκε στο Ιερό. Φόρεσε το πετραχήλι του, είπε το «Ευλογητός ο Θεός ημών…», πήρε το θυμιατό , στάθηκε στο μέσον της Ωραίας Πύλης και άρχισε να αναπέμπει επιμνημόσυνη δέηση για ανάπαυση της ψυχής «του δούλου του Θεού Ευαγόρα».
Αντιλήφθηκα αμέσως ότι ο άνθρωπος που πέθανε λεγόταν Ευαγόρας. Για τον Ευαγόρα λοιπόν χτυπούσε πένθιμα η καμπάνα του χωριού μου. Πρώτη φορά άκουγα τέτοιο όνομα. Όσο όμως κι αν βασάνιζα το μυαλό μου δε μπορούσα να εντοπίσω συγχωριανό μου με αυτό το όνομα.
Η απορία μου έμελλε να λυθεί σε μικρό χρονικό διάστημα. Αφού λοιπόν ολοκληρώθηκε η επιμνημόσυνη δέηση και πριν ο Ιερέας πει το «Δι’ ευχών» ο δάσκαλος, σκυθρωπός και φανερά στενοχωρημένος , ανέβηκε μέχρι το δεύτερο ξύλινο σκαλοπάτι του δεσποτικού θρόνου, όπου και στάθηκε. Για δευτερόλεπτα αγκάλιασε με το βλέμμα του όλους τους μαθητές του και ύστερα άρχισε το λόγο του.
Πύρινος ο λόγος του φλογερού εκείνου δάσκαλου. Θυμάμαι, λες και ήταν χθες , πως άρχισε την ομιλία του.
« Αγαπητά μου παιδιά,
Συγκεντρωθήκαμε σήμερα στον ιερό τούτο χώρο για να προσευχηθούμε υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του 18/χρονου μαθητή του Ελληνικού Γυμνασίου της Πάφου Ευαγόρα Παλληκαρίδη., που κρέμασαν οι δόλιοι και καταχθόνιοι ‘ Αγγλοι αποικιοκράτες τα μεσάνυχτα της χθες προς σήμερον στις Κεντρικές Φυλακές της Λευκωσίας , της πρωτεύουσας της Κύπρου μας, με εντολή του αιμοσταγούς τυράννου , του ξετσίπωτου εγκληματία Χάρτιγκ..
Την εκτέλεση του μαθητή Ευαγόρα Παλληκαρίδη γνωστοποίησε στο Πανελλήνιο σήμερα το πρωί ο ραδιοφωνικός σταθμός Αθηνών»
Όταν άκουσα από το στόμα του δασκάλου μου ότι ο Χάρτιγκ είναι ξετσίπωτος εγκληματίας και ότι αυτός έδωσε εντολή για να κρεμάσουν το μαθητή Ευαγόρα Παλληκαρίδη κρύος ιδρώτας με περιέλουσε. Τα γόνατά μου λύθηκαν, οι αρμοί του σώματός μου παρέλυσαν . Ένιωσα να χάνω το έδαφος κάτω από τα πόδια μου.
Ο δάσκαλός μας συνέχιζε τον πύρινο λόγο του, αλλά εγώ δεν είχα το κουράγιο να τον παρακολουθήσω. Αποτραβήχτηκα σ΄ ένα στασίδι . Κάθισα, έσκυψα το κεφάλι , κάλυψα με τις παλάμες των χεριών μου το πρόσωπό μου και ξέσπασα σε κλάμα βουβό.
Τα συναισθήματα που πλημμύριζαν το είναι μου ανάμεικτα. Ένιωθα μεγάλο πόνο για το θάνατο του Ευαγόρα Παλληκαρίδη και ταυτόχρονα απέραντη αγάπη για το πρόσωπό του, μίσος απύθμενο για το Χάρτιγκ και τους ΄Αγγλους αποικιοκράτες, ενοχές και αηδία για τον εαυτό μου , που αβασάνιστα, χωρίς προηγούμενη πληροφόρηση και περίσκεψη, δέχτηκα να υποδυθώ το ρόλο ενός ξετσίπωτου εγκληματία.
Αυτές οι ενοχές με οδηγούσαν να σκέφτομαι πράξεις τολμηρές, αλλά δίσταζα να τις θέσω σε εφαρμογή, γιατί δεν μπορούσα να προβλέψω το είδος κα το μέγεθος των συνεπειών που θα επακολουθούσαν. Πίστευα όμως ότι αν το αποτολμούσα να υλοποιήσω τις σκέψεις, ανεξαρτήτως των όποιων συνεπειών, θα εύρισκα και πάλι την ψυχική μου ηρεμία.
Από τις σκέψεις αυτές με απάλλαξε η αλλαγή του τόνου της φωνής του δασκάλου μου, «που στεντορεία τη φωνή», έκλεινε την ομιλία του με τούτα τα λόγια:
«Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης δεν πέθανε. Ζει. Και θα ζει για πάντα στις καρδιές των Ελλήνων». Ο Ιερέας είπε το «Δι’ ευχών των Αγίων πατέρων…» και επακολούθησε το ψάλσιμο του Εθνικού μας Ύμνου..
Τέλος βγήκαμε από την εκκλησία και πήραμε το δρόμο της επιστροφής για το Σχολείο, όπου θα συνεχιζόταν κανονικά το μάθημα Μετά βίας τα πόδια μου άντεχαν τη μεταφορά του σαρκίου μου το οποίο «δίκην σορού» εναπέθεσα στο θρανίο μου.. Ο δάσκαλος με πλησίασε και με τακτ με ρώτησε γιατί είμαι πελιδνός.. Πρώτη φορά άκουγα αυτή τη λέξη ∙ δεν γνώριζα τη σημασία της και ούτε ζήτησα να τη μάθω εκείνη τη στιγμή. Προφασίστηκα , όμως, ότι είμαι άρρωστος και ζήτησα την άδεια να φύγω για το σπίτι μου , η οποία μου χορηγήθηκε χωρίς περιστροφές.
Η μάνα μου παραξενεύτηκε που με είδε να επιστρέφω τόσο νωρίς από το Σχολείο και ζήτησε να μάθει το λόγο. Δεν ξέρω τι μου ήρθε και της είπα ότι ήμουν αδιάβαστος και με έδιωξε ο δάσκαλος. Θυμωμένη μου απάντησε ότι καλά με έκανε.
Πήγα και κάθισα στην κουζίνα μας . Εκεί πήρα τη μεγάλη απόφαση και την κράτησα μυστικό επτασφράγιστο..
Οι ημέρες περνούσαν και χωρίς καλά-καλά να το καταλάβω φθάσαμε στην παραμονή της 25ης Μαρτίου. Αυτή την ημέρα δεν κάναμε μάθημα. Ασχοληθήκαμε με το σημαιοστολισμό του διδακτηρίου μας, καθαρίσαμε τα μονοπάτια του χωριού μας , ασβεστώσαμε τις τουαλέτες , φορέσαμε τις στολές εμείς που θα παίζαμε τα σκετς, να μας δει ντυμένους ο δάσκαλός μας , για να επισημάνει πιθανές ατέλειες στις φορεσιές μας , οι οποίες έπρεπε να διορθωθούν στην ώρα τους.
Στο σχολείο μας ήταν και καμιά δεκαριά νοικοκυρές. . Άλλες σφουγγάριζαν, άλλες καθάριζαν τα τζάμια, άλλες σκούπιζαν , άλλες κρεμούσαν κουρτινάκια στα παράθυρα. Αργά το μεσημέρι τα πάντα είχαν τακτοποιηθεί.
Ξημέρωσε η 25η Μαρτίου. Όλοι οι μαθητές είχαμε συγκεντρωθεί στο προαύλιο του Σχολείου την «κεκανονισμένην ώραν ». Χτύπησε το κουδούνι,. παραταχθήκαμε κατά τάξεις και σε τριάδες. Οι μαθητές της Στ΄ ξεκρέμασαν από τους τοίχους του διδακτηρίου τις εικόνες των ηρώων του 1821 . Έπρεπε να τις πάρουμε και αυτές στην εκκλησία για να λειτουργηθούνε, καθώς είπε ο δάσκαλος. Αυτό πρώτη φορά γινόταν στο χωριό μας και έκτοτε συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Προέκυψε όμως ένα πρόβλημα. Ο αριθμός των εικόνων των ηρώων ήταν μικρότερος από τον αριθμό των μαθητών της Στ. Το πρόβλημα λύθηκε δίκαια και αυτοστιγμεί από το δάσκαλό μας. Τις εικόνες θα τις έπαιρναν οι μαθητές της Στ που δεν είχαν συμμετοχή στο σκετς.
Όταν φθάσαμε στην εκκλησία μείναμε κατάπληκτοι. Τέτοια κοσμοσυρροή δεν ξαναγνώρισε το χωριό μας. Ήρθαν άνθρωποι και από τα γειτονικά χωριά, έστω και αν χρειάστηκαν δυο ώρες ποδαρόδρομο.
Όταν τελείωσε η Θεία λειτουργία ο δάσκαλός μας μίλησε στον κόσμο για την επανάσταση του 21 και έπλεξε το εγκώμιο των ηρώων μας.
Κατά τις 11.30΄ τα πάντα ήταν έτοιμα για την έναρξη της σχολικής μας γιορτής. Ο κόσμος στις θέσεις του, η αυλαία της σκηνής κλειστή, οι μαθητές της Ε΄ και Στ΄ τάξης, που θα παρουσιάζαμε τα σκετς, ντυμένοι και στα παρασκήνια.
Πέντε- έξι αγόρια , που αποφοίτησαν πριν από τρία χρόνια από το Σχολείο μας – τώρα βοσκούσαν τα κοπάδια των γονιών τους- « επιστρατεύτηκαν» από το δάσκαλό μας για βοηθητικές δουλειές ήταν κι αυτά στα πόστα τους. (δύο θα άνοιγαν την αυλαία τραβώντας κάτι σχοινιά και χωρίς να φαίνονται από τους θεατές και οι υπόλοιποι θα ανέβαζαν ή θα κατέβαζαν από τη σκηνή τα απαραίτητα κάθε φορά έπιπλα ή άλλα υλικά)
Ανακοινώθηκε στον κόσμο ότι εντός ολίγων λεπτών οι μαθητές της Ε΄ τάξης θα παρουσιάσουν ένα θεατρικό πατριωτικό δράμα για την Κύπρο και την Ε.Ο.Κ.Α..
Τα λεπτά περνούσαν και η αυλαία δεν άνοιγε παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις των συμμαθητών μου να ανέβω στη σκηνή.
Ο ρόλος μου ήταν πρωταγωνιστικός . Συμμετείχα σχεδόν σε όλες τις σκηνές του έργου. Χωρίς τη δική μου παρουσία το έργο δεν μπορούσε να παιχθεί.
Βλέποντας ο δάσκαλος ότι καθυστερεί το άνοιγμα της αυλαίας ήρθε στα παρασκήνια κι εκεί πληροφορήθηκε ότι υπαίτιος για την καθυστέρηση ήμουν εγώ. Με κοίταξε με ύφος αυστηρά και μου έδωσε εντολή να ανέβω αμέσως στη σκηνή Αφού αρνήθηκα να υπακούσω στην εντολή του, ο δάσκαλος άλλαξε τακτική. Το έριξε στα παρακάλια. Δυστυχώς όμως ήμουν αμετάπειστος.
Στα παρασκήνια ήρθε και η μάνα μου «ευθύς ως επληροφορήθη τα καθέκαστα» και άρχισε τα παρακάλια. Μόνο μετάνοιες δεν μου έκανε. η καημένη.
Με τα πολλά πείστηκα κι ανέβηκα στη σκηνή. Κάθισα στην πολυθρόνα που είχαν εκεί τοποθετήσει και για να ταιριάζει και στο βαθμό του «στρατάρχη» που έφερα την είχαν επενδύσει με μια φλοκάτη κατακίτρινη.
Η αυλαία άνοιξε. Χωρίς κανένα δισταγμό σηκώθηκα από την πολυθρόνα έκανα μερικά βήματα, προχώρησα στο μπροστινό μέρος της σκηνής και με φωνή σταθερή είπα:
«Εγώ ξετσίπωτος εγκληματίας σαν το Χάρτιγκ δε γίνομαι. Δεν θέλω να παίξω το ρόλο του Χάρτιγκ. Ο Χάρτιγκ είναι εγκληματίας. Το ακούτε; Είναι ξετσίπωτος εγκληματίας. Σκότωσε τον Κύπριο μαθητή Ευαγόρα Παλληκαρίδη».’Εκανα στροφή επί τόπου και έφυγα από τη σκηνή προς τα παρασκήνια.
Η μάνα μου και ο δάσκαλος με ακολούθησαν κατά πόδας . Ο παπα-Ματθαίος άρχισε να χειροκροτεί και κοντά σ’ αυτόν και οι συγχωριανοί μου, χωρίς να γνωρίζουν γιατί χειροκροτούν. Αγράμματοι άνθρωποι ήταν. Ίσως να σκέφτηκαν ότι αφού χειροκροτεί ο παπάς κάτι θα ξέρει αυτός .Γιατί λοιπόν να μη χειροκροτήσουμε κι εμείς;
Κι ενώ το χειροκρότημα συνεχιζόταν ακούστηκε η βραχνή φωνή του παπα-Ματθαίου που έλεγε στη μάνα μου να με αφήσει ήσυχο. ‘Υστερα από την παρέμβαση του παπά ο δάσκαλος ανέβηκε στη σκηνή και εξήγησε στους χωριανούς μου ποιος ήταν ο Χάρτιγκ. και ποιος ο Παλληκαρίδης. Στη συνέχεια ανακοίνωσε ότι η θεατρική παράσταση που θα παρουσίαζαν οι μαθητές της Ε΄ τάξης ματαιώνεται και ότι θα παρουσιασθεί μόνο το πατριωτικό δράμα «Αθανάσιος Διάκος».
Τότε ήταν που σηκώθηκε θύελλα χειροκροτημάτων. Έτσι βρήκα την ευκαιρία να φύγω από το Σχολείο , χωρίς να γίνω αντιληπτός και ντυμένος Χάρτιγκ κατευθύνθηκα στο σπίτι του μπάρμπα-Αποστόλη αναζητώντας καταφύγιο. Την αλλαξιά των ρούχων μου τη γιορτινή την εγκατέλειψα στο Σχολείο.
Επειδή το σπίτι ήταν κλειστό κατάλαβα ότι θα ήταν στο Σχολείο ο μπάρμπα-Αποστόλης και η γυναίκα του η θεια-Διαμάντω. Περίμενα στην αυλή αρκετή ώρα μέχρι που ήρθαν. Σαν με είδε η θεία μου ντυμένο στρατηγό έσκασε στα γέλια. Της είπα να αφήσει τα αστεία , γιατί εγώ πεινούσα. Με συμπόνεσε και μου έφερε ψωμί και τυρί για φαγητό. Σαν νύχτωσε ήρθε ο πατέρας μου και με πήρε στο σπίτι.
Την άλλη ημέρα παρέα με τον πατέρα μου πήγα στο Σχολείο. Ο πατέρας μου και ο δάσκαλος συζήτησαν για λίγο κατ’ ιδίαν , ενώ εγώ κάθισα στο θρανίο μου. Φεύγοντας ο πατέρας μου άρχισε κανονικά το μάθημα, χωρίς να μου κάνει καμία παρατήρηση ο δάσκαλος..
Τα χρόνια πέρασαν. ΄Εγινα και ο ίδιος δάσκαλος .Υπηρέτησα στη δημόσια εκπαίδευση για τριάντα έξι ολόκληρα χρόνια . Πέρασαν από τα χέρια μου εκατοντάδες ελληνόπουλα. Εργάστηκα σκληρά για να τα μάθω να ακουμπάνε με σεβασμό κι ανατριχίλα στα δάκρυα και τα κόκαλα των προγόνων τους. Πίστευα και εξακολουθώ να πιστεύω ότι θα πρέπει τα παιδιά μας να αποκτήσουν αίσθηση ιθαγένειας και αίσθηση συνέχειας . Να ξέρουν από πού έρχονται και πού πηγαίνουν .
Κάθε ημέρα και για 36 ολόκληρα χρόνια , μιμούμενος το δάσκαλό μου, μιλούσα στους μαθητές μου για την Κύπρο και την Ιστορία της. . Τους μιλούσα για τον Παλληκαρίδη, το Μάτση, το Λένα, το Μαυρομάτη , τον Κουτσόφτα, τον Παναγίδη, τον Αυξεντίου, τον Καραολή, το Δημητρίου, το Μάρκο Δράκο , το Ζάκο, το Μιχαήλ, τον Πατάτσο, το Μακάριο, το Διγενή,
Ως Διευθυντής του 2ου Δημοτικού Σχολείου Κιάτου κίνησα τη διαδικασία και δόθηκε σ’ αυτό το όνομα του Ευαγόρα Παλληκαρίδη ..Στο δε προαύλιο του Σχολείου, με ενέργειές μου, η Βουλή των Ελλήνων έστησε την προτομή του
Τον Παλληκαρίδη τον ευγνωμονώ , γιατί από το περιστατικό που καταγράφω συνάγεται ότι αυτός ήταν ο υπαίτιος που αγάπησα το νησί του με όλη τη δύναμη της ψυχής μου
Ο Παλληκαρίδης με παρώθησε να επισκεφτώ την Κύπρο πολλές φορές. Αυτός οδήγησε τα βήματά μου στα σπιτικά των αδελφών του και στη γενέθλια γη του την Τσάδα.. Αυτός με παρώθησε να γνωρίσω συμμαθητές και φίλους του, συναγωνιστές και συντρόφους του. Ο Ευαγόρας με παρακίνησε να επισκεφτώ τα κρησφύγετα και τα λημέρια του. στα βουνά της Πάφο. Αυτός μου υπαγόρευσε να καταγράψω το περιστατικό της πρώτης γνωριμίας μας. Μιας γνωριμίας οπωσδήποτε φανταστικής, αλλά για μένα βιωματικής
Ευαγόρα ! , Αδελφέ μου Ευαγόρα, σε ευγνωμονώ. Σε διαβεβαιώνω ότι όσο οι δυνάμεις μου, φυσικές και πνευματικές, το επιτρέπουν θα αγωνίζομαι για να παραμείνει άσβεστο το καντήλι της μνήμης σου.-
Γεννήθηκα και έζησα τα παιδικά μου χρόνια στα Βραγκιανά των Θεσσαλικών Αγράφων, χωριό κακοτράχαλο και άγονο , δύσβατο και δυσπρόσιτο με τα σπίτια του σκορπισμένα σε πλαγιές και γούπατα, σε ραχούλες και ισιώματα, σε λαγκαδιές και ξέφωτα, σε λογγές και διάσελα.
Στο Σχολείο του χωριού μου έμαθα και τα πρώτα γράμματα σε καιρούς δύσκολους και χαλεπούς. Όταν γράφτηκα στην Πρώτη Δημοτικού , το Σεπτέμβρη του 1952, δεν είχαν συμπληρωθεί ούτε δύο χρόνια από τη λήξη του εμφύλιου σπαραγμού. Η φτώχεια και η δυστυχία μάστιζε το χωριό μου.
Κι όμως εκείνα τα δύσκολα , αλλά όμορφα μαθητικά χρόνια, τα αναπολώ με βαθιά συγκίνηση σήμερα. Νοσταλγικά θυμάμαι τη σχολική χρονιά 1956-1957, που ήμουν μαθητής της Πέμπτης τάξης στο Σχολείο της γενέτειράς μου. Ήταν η χρονιά που ήρθε νεοδιόριστος δάσκαλος στο χωριό μας, νεαρός στην ηλικία, λιγνός , καλοσυνάτος με βλέμμα σπινθηροβόλο και διαπεραστικό.
Εκείνος ο δάσκαλος μάς συνέπαιρνε με τη διδασκαλία του. Μιλούσε κατ’ ευθείαν στην ψυχή μας.. Κάθε ημέρα εύρισκε το χρόνο να μας κάνει Ιστορία και μας μιλούσε για τους προγόνους μας , τους ήρωες και τους μάρτυρες του έθνους μας. Μας μιλούσε με πάθος για τον Ελληνικό Κυπριακό Λαό που αγωνιζόταν ηρωικά την εποχή εκείνη μέσα από τις τάξεις της θρυλικής Ε.Ο.Κ.Α. για να αποτινάξει το ζυγό της αγγλοκρατίας.
Μας μιλούσε για το Μακάριο και τον Κυπριανό και τα μάτια του σπίθιζαν Τους προσομοίαζε με τον Παπαφλέσσα , τον Παλαιών Πατρών Γερμανό και το Γερμανό Καραβαγγέλη. Μας έκανε λόγο για το Διγενή και τα στήθη του φούσκωναν από περηφάνια. Ανδρούτσο της Κύπρου τον αποκαλούσε. Τα παλληκάρια της Ε.Ο.Κ.Α. τα παρομοίαζε με εκείνα του Κατσαντώνη, του Καραϊσκάκη και του Μπουκουβάλα, περίσημων και θρασυκάρδιων κλεφτών, που στα χρόνια της τουρκοκρατίας έδρασαν και στην περιοχή του χωριού μας.
Εκείνος ο δάσκαλος έφερε και το πρώτο ραδιόφωνο στο χωριό μας, που λειτουργούσε με μια μεγάλη μπαταρία . Το ραδιόφωνο το είχε εγκατεστημένο στο δωματιάκι που είχε το διδακτήριο του Σχολείου μας από κατασκευής προορισμένου για κατοικία του δασκάλου.
Το ραδιόφωνο εκείνο έσπασε την απομόνωση του χωριού μου. Μαθαίναμε τι γινόταν στον «έξω κόσμο», όπως έλεγαν οι συγχωριανοί μου. Αλλά δεν ήταν και λίγες οι φορές που χρησιμοποιήθηκε το ραδιόφωνο και ως ψυχαγωγικό μέσο για εμάς τα σχολιαρούδια.
Ο δάσκαλός μας γνώριζε τις ημέρες της εβδομάδας, αλλά και τις ώρες που το ραδιόφωνο θα έβαζε δημοτικά τραγούδια .Τότε άνοιγε το παράθυρο του δωματίου του, μεγάλωνε την ένταση του ραδιόφωνου , βγαίναμε στο προαύλιο πιανόμασταν χέρι-χέρι κι ο δάσκαλος μας μάθαινε να χορεύουμε στους ρυθμούς του Τσάμικου, του Καλαματιανού και του Συρτού.
Τα κλέφτικα τραγούδια συνέπαιρναν το δάσκαλό μας. «Είναι τραγούδια της λεβεντιάς και της παλικαριάς» μας έλεγε ∙ «είναι τραγούδια ηρωικά». Και δεν παρέλειπε να μας τονίζει κάθε φορά ότι ο τόπος μας γέννησε πολλούς ήρωες κι αν χρειαστεί θα ξαναγεννήσει άλλους τόσους κι ακόμα περισσότερους . .
Κάθε φορά που μιλούσε ο δάσκαλός για την Ιστορία μας, τους ήρωές μας και τους μάρτυρες της πίστης μας κρεμόμουν από τα χείλη του. Τα πατριωτικά του κηρύγματα με έθελγαν, τα απομνημόνευα με καταπληκτική ευχέρεια και εβδομάδες αργότερα ήμουν σε θέση να τα ανασύρω αυτολεξεί από τη μνήμη μου.
Και σήμερα ακόμη θυμάμαι αυτούσια ολόκληρα κομμάτια από τα πατριωτικά κηρύγματα του δασκάλου μου. Φαίνεται ότι η παρέλευση πενήντα δυο χρόνων δεν μπόρεσε να τα εξαλείψει από τη μνήμη μου.
Στις αρχές του Δεκέμβρη του ΄56 ο δάσκαλος μάς ανακοίνωσε ότι θα πρέπει το Σχολείο μας να γιορτάσει τη φετινή χρονιά την Εθνική Επέτειο της 25ης Μαρτίου 1821 μεγαλοπρεπώς. Γι’ αυτό επιβάλλεται από τώρα να αρχίσουμε την προετοιμασία.
Θα ανεβάσουμε επί σκηνής δύο πατριωτικά θεατρικά έργα Το ένα έχει σχέση με τη μάχη της Αλαμάνας και το άλλο με το αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α. Και χωρίς να χάσει χρόνο κάλεσε στην έδρα του το μαθητή της Στ΄ τάξης Σ.Μ. και του είπε. «Πάρε αυτό το βιβλίο και όπου συναντάς το όνομα «Διάκος» θα γράφεις στο τετράδιό σου το κείμενο που ακολουθεί. Θα σταματάς το γράψιμο όταν συναντάς άλλο όνομα και θα ξαναρχίζεις να γράφεις όταν συναντάς πάλι το όνομα «Διάκος» . Αυτόν τον τρόπο γραψίματος θα ακολουθήσεις από την αρχή μέχρι το τέλος του βιβλίου. Κάθισε τώρα και μέχρι αύριο το πρωί θα πρέπει να έχεις τελειώσει το γράψιμο και να φέρεις το βιβλίο στο Σχολείο».
Μετά ο δάσκαλος φώναξε το όνομά μου. Σηκώθηκα από το θρανίο και τον πλησίασα. « Εσύ θα υποδυθείς το Χάρτιγκ. Ό,τι είπα στο Σωτήρη. ισχύουν και για σένα . Εξηγήσεις και διευκρινίσεις δε χρειάζεσαι. Πάρε τώρα το βιβλίο και κάθισε»..
Σε δυο εβδομάδες είχαμε γράψει τους ρόλους μας. Στους μαθητές της Ε΄ και Στ΄ τάξης που δεν θα συμμετείχαν στα θεατρικά έργα ο δάσκαλος ανάθεσε ποιήματα. Η εντολή που μας έδωσε ρητή , άγραφος νόμος θα μπορούσε να πει κανείς. Θα έπρεπε μέσα στις διακοπές των Χριστουγέννων να μάθουμε «απ’ έξω και ανακατωτά» τους ρόλους μας.
Οι χριστουγεννιάτικες διακοπές τελείωσαν, το σχολείο άρχισε την επαναλειτουργία του, ο δάσκαλος μάς ανακοίνωσε ότι κάθε Δευτέρα-Τετάρτη και Παρασκευή και με το πέρας των μαθημάτων οι μαθητές της Ε΄ τάξης θα παραμένουν στο διδακτήριο για να κάνουμε τις πρόβα. Τις υπόλοιπες ημέρες της εβδομάδας θα παρέμειναν για πρόβα οι μαθητές της Στ΄.
Οι ημέρες περνούσαν. Φθάσαμε στα τέλη Φεβρουαρίου και με το δάσκαλό μας σε θέση σκηνοθέτη η θεατρική μας απόδοση ήταν καταπληκτική. Μπήκαμε στο Μάρτη και στην όλη διαδικασία είχαν εμπλακεί και οι γονείς μας, που έπρεπε να φροντίσουν για τις στολές που θα φορέσουμε.
Ξημέρωσε η 14η Μαρτίου 1957. Ξύπνησα πρωί και ετοιμάστηκα για το Σχολείο. Το σπίτι μου ήταν έξω από το χωριό στην τοποθεσία Μάντζερες και για να φτάσω στο Σχολείο χρειαζόμουν μισή και πλέον ώρα.
Πέρασα από την τοποθεσία Σταυρός κι εκεί περίμενα τα παιδιά που έμειναν στο συνοικισμό Ραΐνιστα. Κι όταν αυτά κατέφθασαν συνεχίσαμε την πεζοπορία μας για το Σχολείο. Σε λίγα λεπτά βρισκόμασταν στο εξωκλήσι του Αϊ-Νικόλα, ακριβώς απέναντι από το χωριό, οπότε άρχισε να χτυπά πένθιμα η καμπάνα του Αϊ-Δημήτρη.
Κοντοσταθήκαμε για λίγο για να σκεφτούμε ποιος χωριανός μας πέθανε . Επειδή ο καθένας μας έλεγε όποιο όνομα του κατέβαινε αντιληφθήκαμε ότι κάθε περαιτέρω σκέψη θα επιμήκυνε το χρόνο μετάβασής μας στο Σχολείο και υπήρχε πιθανότητα να φτάσουμε σ’ αυτό καθυστερημένα. Κι αν θα άρχιζε το μάθημα ο δάσκαλος θα μας μάλωνε.
Γι’ αυτό επιταχύναμε το βηματισμό μας και βρισκόμασταν στο σχολικό προαύλιο την ώρα που χτυπούσε το κουδούνι .
Παραταχθήκαμε κατά τάξη και τριάδες, έγινε η πρωινή προσευχή και με την ολοκλήρωσή της ο δάσκαλός μας δεν έδωσε εντολή να περάσουμε στην αίθουσα, αλλά μας ανακοίνωσε ότι «εν παρατάξει» θα πάμε στον Αϊ- Δημήτρη, καθεδρικό Ναό του χωριού μας .Η απόσταση του Ναού από το Σχολείο μικρή, γι’ αυτό φθάσαμε εκεί πολύ γρήγορα.
Ο Ιερέας του χωριού μας, ο σεβάσμιος παπα-Ματθαίος και η γιαγιά η Σαββούλα η εκκλησάρισσα (νεωκόρος) μας περίμεναν έξωθεν του Ναού στα πέτρινα πεζούλια καθισμένοι.
Εισήλθαμε στο Ναό. Ο δάσκαλος ανέβηκε στο στασίδι του ψάλτη και ο παπα-Ματθαίος μπήκε στο Ιερό. Φόρεσε το πετραχήλι του, είπε το «Ευλογητός ο Θεός ημών…», πήρε το θυμιατό , στάθηκε στο μέσον της Ωραίας Πύλης και άρχισε να αναπέμπει επιμνημόσυνη δέηση για ανάπαυση της ψυχής «του δούλου του Θεού Ευαγόρα».
Αντιλήφθηκα αμέσως ότι ο άνθρωπος που πέθανε λεγόταν Ευαγόρας. Για τον Ευαγόρα λοιπόν χτυπούσε πένθιμα η καμπάνα του χωριού μου. Πρώτη φορά άκουγα τέτοιο όνομα. Όσο όμως κι αν βασάνιζα το μυαλό μου δε μπορούσα να εντοπίσω συγχωριανό μου με αυτό το όνομα.
Η απορία μου έμελλε να λυθεί σε μικρό χρονικό διάστημα. Αφού λοιπόν ολοκληρώθηκε η επιμνημόσυνη δέηση και πριν ο Ιερέας πει το «Δι’ ευχών» ο δάσκαλος, σκυθρωπός και φανερά στενοχωρημένος , ανέβηκε μέχρι το δεύτερο ξύλινο σκαλοπάτι του δεσποτικού θρόνου, όπου και στάθηκε. Για δευτερόλεπτα αγκάλιασε με το βλέμμα του όλους τους μαθητές του και ύστερα άρχισε το λόγο του.
Πύρινος ο λόγος του φλογερού εκείνου δάσκαλου. Θυμάμαι, λες και ήταν χθες , πως άρχισε την ομιλία του.
« Αγαπητά μου παιδιά,
Συγκεντρωθήκαμε σήμερα στον ιερό τούτο χώρο για να προσευχηθούμε υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του 18/χρονου μαθητή του Ελληνικού Γυμνασίου της Πάφου Ευαγόρα Παλληκαρίδη., που κρέμασαν οι δόλιοι και καταχθόνιοι ‘ Αγγλοι αποικιοκράτες τα μεσάνυχτα της χθες προς σήμερον στις Κεντρικές Φυλακές της Λευκωσίας , της πρωτεύουσας της Κύπρου μας, με εντολή του αιμοσταγούς τυράννου , του ξετσίπωτου εγκληματία Χάρτιγκ..
Την εκτέλεση του μαθητή Ευαγόρα Παλληκαρίδη γνωστοποίησε στο Πανελλήνιο σήμερα το πρωί ο ραδιοφωνικός σταθμός Αθηνών»
Όταν άκουσα από το στόμα του δασκάλου μου ότι ο Χάρτιγκ είναι ξετσίπωτος εγκληματίας και ότι αυτός έδωσε εντολή για να κρεμάσουν το μαθητή Ευαγόρα Παλληκαρίδη κρύος ιδρώτας με περιέλουσε. Τα γόνατά μου λύθηκαν, οι αρμοί του σώματός μου παρέλυσαν . Ένιωσα να χάνω το έδαφος κάτω από τα πόδια μου.
Ο δάσκαλός μας συνέχιζε τον πύρινο λόγο του, αλλά εγώ δεν είχα το κουράγιο να τον παρακολουθήσω. Αποτραβήχτηκα σ΄ ένα στασίδι . Κάθισα, έσκυψα το κεφάλι , κάλυψα με τις παλάμες των χεριών μου το πρόσωπό μου και ξέσπασα σε κλάμα βουβό.
Τα συναισθήματα που πλημμύριζαν το είναι μου ανάμεικτα. Ένιωθα μεγάλο πόνο για το θάνατο του Ευαγόρα Παλληκαρίδη και ταυτόχρονα απέραντη αγάπη για το πρόσωπό του, μίσος απύθμενο για το Χάρτιγκ και τους ΄Αγγλους αποικιοκράτες, ενοχές και αηδία για τον εαυτό μου , που αβασάνιστα, χωρίς προηγούμενη πληροφόρηση και περίσκεψη, δέχτηκα να υποδυθώ το ρόλο ενός ξετσίπωτου εγκληματία.
Αυτές οι ενοχές με οδηγούσαν να σκέφτομαι πράξεις τολμηρές, αλλά δίσταζα να τις θέσω σε εφαρμογή, γιατί δεν μπορούσα να προβλέψω το είδος κα το μέγεθος των συνεπειών που θα επακολουθούσαν. Πίστευα όμως ότι αν το αποτολμούσα να υλοποιήσω τις σκέψεις, ανεξαρτήτως των όποιων συνεπειών, θα εύρισκα και πάλι την ψυχική μου ηρεμία.
Από τις σκέψεις αυτές με απάλλαξε η αλλαγή του τόνου της φωνής του δασκάλου μου, «που στεντορεία τη φωνή», έκλεινε την ομιλία του με τούτα τα λόγια:
«Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης δεν πέθανε. Ζει. Και θα ζει για πάντα στις καρδιές των Ελλήνων». Ο Ιερέας είπε το «Δι’ ευχών των Αγίων πατέρων…» και επακολούθησε το ψάλσιμο του Εθνικού μας Ύμνου..
Τέλος βγήκαμε από την εκκλησία και πήραμε το δρόμο της επιστροφής για το Σχολείο, όπου θα συνεχιζόταν κανονικά το μάθημα Μετά βίας τα πόδια μου άντεχαν τη μεταφορά του σαρκίου μου το οποίο «δίκην σορού» εναπέθεσα στο θρανίο μου.. Ο δάσκαλος με πλησίασε και με τακτ με ρώτησε γιατί είμαι πελιδνός.. Πρώτη φορά άκουγα αυτή τη λέξη ∙ δεν γνώριζα τη σημασία της και ούτε ζήτησα να τη μάθω εκείνη τη στιγμή. Προφασίστηκα , όμως, ότι είμαι άρρωστος και ζήτησα την άδεια να φύγω για το σπίτι μου , η οποία μου χορηγήθηκε χωρίς περιστροφές.
Η μάνα μου παραξενεύτηκε που με είδε να επιστρέφω τόσο νωρίς από το Σχολείο και ζήτησε να μάθει το λόγο. Δεν ξέρω τι μου ήρθε και της είπα ότι ήμουν αδιάβαστος και με έδιωξε ο δάσκαλος. Θυμωμένη μου απάντησε ότι καλά με έκανε.
Πήγα και κάθισα στην κουζίνα μας . Εκεί πήρα τη μεγάλη απόφαση και την κράτησα μυστικό επτασφράγιστο..
Οι ημέρες περνούσαν και χωρίς καλά-καλά να το καταλάβω φθάσαμε στην παραμονή της 25ης Μαρτίου. Αυτή την ημέρα δεν κάναμε μάθημα. Ασχοληθήκαμε με το σημαιοστολισμό του διδακτηρίου μας, καθαρίσαμε τα μονοπάτια του χωριού μας , ασβεστώσαμε τις τουαλέτες , φορέσαμε τις στολές εμείς που θα παίζαμε τα σκετς, να μας δει ντυμένους ο δάσκαλός μας , για να επισημάνει πιθανές ατέλειες στις φορεσιές μας , οι οποίες έπρεπε να διορθωθούν στην ώρα τους.
Στο σχολείο μας ήταν και καμιά δεκαριά νοικοκυρές. . Άλλες σφουγγάριζαν, άλλες καθάριζαν τα τζάμια, άλλες σκούπιζαν , άλλες κρεμούσαν κουρτινάκια στα παράθυρα. Αργά το μεσημέρι τα πάντα είχαν τακτοποιηθεί.
Ξημέρωσε η 25η Μαρτίου. Όλοι οι μαθητές είχαμε συγκεντρωθεί στο προαύλιο του Σχολείου την «κεκανονισμένην ώραν ». Χτύπησε το κουδούνι,. παραταχθήκαμε κατά τάξεις και σε τριάδες. Οι μαθητές της Στ΄ ξεκρέμασαν από τους τοίχους του διδακτηρίου τις εικόνες των ηρώων του 1821 . Έπρεπε να τις πάρουμε και αυτές στην εκκλησία για να λειτουργηθούνε, καθώς είπε ο δάσκαλος. Αυτό πρώτη φορά γινόταν στο χωριό μας και έκτοτε συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Προέκυψε όμως ένα πρόβλημα. Ο αριθμός των εικόνων των ηρώων ήταν μικρότερος από τον αριθμό των μαθητών της Στ. Το πρόβλημα λύθηκε δίκαια και αυτοστιγμεί από το δάσκαλό μας. Τις εικόνες θα τις έπαιρναν οι μαθητές της Στ που δεν είχαν συμμετοχή στο σκετς.
Όταν φθάσαμε στην εκκλησία μείναμε κατάπληκτοι. Τέτοια κοσμοσυρροή δεν ξαναγνώρισε το χωριό μας. Ήρθαν άνθρωποι και από τα γειτονικά χωριά, έστω και αν χρειάστηκαν δυο ώρες ποδαρόδρομο.
Όταν τελείωσε η Θεία λειτουργία ο δάσκαλός μας μίλησε στον κόσμο για την επανάσταση του 21 και έπλεξε το εγκώμιο των ηρώων μας.
Κατά τις 11.30΄ τα πάντα ήταν έτοιμα για την έναρξη της σχολικής μας γιορτής. Ο κόσμος στις θέσεις του, η αυλαία της σκηνής κλειστή, οι μαθητές της Ε΄ και Στ΄ τάξης, που θα παρουσιάζαμε τα σκετς, ντυμένοι και στα παρασκήνια.
Πέντε- έξι αγόρια , που αποφοίτησαν πριν από τρία χρόνια από το Σχολείο μας – τώρα βοσκούσαν τα κοπάδια των γονιών τους- « επιστρατεύτηκαν» από το δάσκαλό μας για βοηθητικές δουλειές ήταν κι αυτά στα πόστα τους. (δύο θα άνοιγαν την αυλαία τραβώντας κάτι σχοινιά και χωρίς να φαίνονται από τους θεατές και οι υπόλοιποι θα ανέβαζαν ή θα κατέβαζαν από τη σκηνή τα απαραίτητα κάθε φορά έπιπλα ή άλλα υλικά)
Ανακοινώθηκε στον κόσμο ότι εντός ολίγων λεπτών οι μαθητές της Ε΄ τάξης θα παρουσιάσουν ένα θεατρικό πατριωτικό δράμα για την Κύπρο και την Ε.Ο.Κ.Α..
Τα λεπτά περνούσαν και η αυλαία δεν άνοιγε παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις των συμμαθητών μου να ανέβω στη σκηνή.
Ο ρόλος μου ήταν πρωταγωνιστικός . Συμμετείχα σχεδόν σε όλες τις σκηνές του έργου. Χωρίς τη δική μου παρουσία το έργο δεν μπορούσε να παιχθεί.
Βλέποντας ο δάσκαλος ότι καθυστερεί το άνοιγμα της αυλαίας ήρθε στα παρασκήνια κι εκεί πληροφορήθηκε ότι υπαίτιος για την καθυστέρηση ήμουν εγώ. Με κοίταξε με ύφος αυστηρά και μου έδωσε εντολή να ανέβω αμέσως στη σκηνή Αφού αρνήθηκα να υπακούσω στην εντολή του, ο δάσκαλος άλλαξε τακτική. Το έριξε στα παρακάλια. Δυστυχώς όμως ήμουν αμετάπειστος.
Στα παρασκήνια ήρθε και η μάνα μου «ευθύς ως επληροφορήθη τα καθέκαστα» και άρχισε τα παρακάλια. Μόνο μετάνοιες δεν μου έκανε. η καημένη.
Με τα πολλά πείστηκα κι ανέβηκα στη σκηνή. Κάθισα στην πολυθρόνα που είχαν εκεί τοποθετήσει και για να ταιριάζει και στο βαθμό του «στρατάρχη» που έφερα την είχαν επενδύσει με μια φλοκάτη κατακίτρινη.
Η αυλαία άνοιξε. Χωρίς κανένα δισταγμό σηκώθηκα από την πολυθρόνα έκανα μερικά βήματα, προχώρησα στο μπροστινό μέρος της σκηνής και με φωνή σταθερή είπα:
«Εγώ ξετσίπωτος εγκληματίας σαν το Χάρτιγκ δε γίνομαι. Δεν θέλω να παίξω το ρόλο του Χάρτιγκ. Ο Χάρτιγκ είναι εγκληματίας. Το ακούτε; Είναι ξετσίπωτος εγκληματίας. Σκότωσε τον Κύπριο μαθητή Ευαγόρα Παλληκαρίδη».’Εκανα στροφή επί τόπου και έφυγα από τη σκηνή προς τα παρασκήνια.
Η μάνα μου και ο δάσκαλος με ακολούθησαν κατά πόδας . Ο παπα-Ματθαίος άρχισε να χειροκροτεί και κοντά σ’ αυτόν και οι συγχωριανοί μου, χωρίς να γνωρίζουν γιατί χειροκροτούν. Αγράμματοι άνθρωποι ήταν. Ίσως να σκέφτηκαν ότι αφού χειροκροτεί ο παπάς κάτι θα ξέρει αυτός .Γιατί λοιπόν να μη χειροκροτήσουμε κι εμείς;
Κι ενώ το χειροκρότημα συνεχιζόταν ακούστηκε η βραχνή φωνή του παπα-Ματθαίου που έλεγε στη μάνα μου να με αφήσει ήσυχο. ‘Υστερα από την παρέμβαση του παπά ο δάσκαλος ανέβηκε στη σκηνή και εξήγησε στους χωριανούς μου ποιος ήταν ο Χάρτιγκ. και ποιος ο Παλληκαρίδης. Στη συνέχεια ανακοίνωσε ότι η θεατρική παράσταση που θα παρουσίαζαν οι μαθητές της Ε΄ τάξης ματαιώνεται και ότι θα παρουσιασθεί μόνο το πατριωτικό δράμα «Αθανάσιος Διάκος».
Τότε ήταν που σηκώθηκε θύελλα χειροκροτημάτων. Έτσι βρήκα την ευκαιρία να φύγω από το Σχολείο , χωρίς να γίνω αντιληπτός και ντυμένος Χάρτιγκ κατευθύνθηκα στο σπίτι του μπάρμπα-Αποστόλη αναζητώντας καταφύγιο. Την αλλαξιά των ρούχων μου τη γιορτινή την εγκατέλειψα στο Σχολείο.
Επειδή το σπίτι ήταν κλειστό κατάλαβα ότι θα ήταν στο Σχολείο ο μπάρμπα-Αποστόλης και η γυναίκα του η θεια-Διαμάντω. Περίμενα στην αυλή αρκετή ώρα μέχρι που ήρθαν. Σαν με είδε η θεία μου ντυμένο στρατηγό έσκασε στα γέλια. Της είπα να αφήσει τα αστεία , γιατί εγώ πεινούσα. Με συμπόνεσε και μου έφερε ψωμί και τυρί για φαγητό. Σαν νύχτωσε ήρθε ο πατέρας μου και με πήρε στο σπίτι.
Την άλλη ημέρα παρέα με τον πατέρα μου πήγα στο Σχολείο. Ο πατέρας μου και ο δάσκαλος συζήτησαν για λίγο κατ’ ιδίαν , ενώ εγώ κάθισα στο θρανίο μου. Φεύγοντας ο πατέρας μου άρχισε κανονικά το μάθημα, χωρίς να μου κάνει καμία παρατήρηση ο δάσκαλος..
Τα χρόνια πέρασαν. ΄Εγινα και ο ίδιος δάσκαλος .Υπηρέτησα στη δημόσια εκπαίδευση για τριάντα έξι ολόκληρα χρόνια . Πέρασαν από τα χέρια μου εκατοντάδες ελληνόπουλα. Εργάστηκα σκληρά για να τα μάθω να ακουμπάνε με σεβασμό κι ανατριχίλα στα δάκρυα και τα κόκαλα των προγόνων τους. Πίστευα και εξακολουθώ να πιστεύω ότι θα πρέπει τα παιδιά μας να αποκτήσουν αίσθηση ιθαγένειας και αίσθηση συνέχειας . Να ξέρουν από πού έρχονται και πού πηγαίνουν .
Κάθε ημέρα και για 36 ολόκληρα χρόνια , μιμούμενος το δάσκαλό μου, μιλούσα στους μαθητές μου για την Κύπρο και την Ιστορία της. . Τους μιλούσα για τον Παλληκαρίδη, το Μάτση, το Λένα, το Μαυρομάτη , τον Κουτσόφτα, τον Παναγίδη, τον Αυξεντίου, τον Καραολή, το Δημητρίου, το Μάρκο Δράκο , το Ζάκο, το Μιχαήλ, τον Πατάτσο, το Μακάριο, το Διγενή,
Ως Διευθυντής του 2ου Δημοτικού Σχολείου Κιάτου κίνησα τη διαδικασία και δόθηκε σ’ αυτό το όνομα του Ευαγόρα Παλληκαρίδη ..Στο δε προαύλιο του Σχολείου, με ενέργειές μου, η Βουλή των Ελλήνων έστησε την προτομή του
Τον Παλληκαρίδη τον ευγνωμονώ , γιατί από το περιστατικό που καταγράφω συνάγεται ότι αυτός ήταν ο υπαίτιος που αγάπησα το νησί του με όλη τη δύναμη της ψυχής μου
Ο Παλληκαρίδης με παρώθησε να επισκεφτώ την Κύπρο πολλές φορές. Αυτός οδήγησε τα βήματά μου στα σπιτικά των αδελφών του και στη γενέθλια γη του την Τσάδα.. Αυτός με παρώθησε να γνωρίσω συμμαθητές και φίλους του, συναγωνιστές και συντρόφους του. Ο Ευαγόρας με παρακίνησε να επισκεφτώ τα κρησφύγετα και τα λημέρια του. στα βουνά της Πάφο. Αυτός μου υπαγόρευσε να καταγράψω το περιστατικό της πρώτης γνωριμίας μας. Μιας γνωριμίας οπωσδήποτε φανταστικής, αλλά για μένα βιωματικής
Ευαγόρα ! , Αδελφέ μου Ευαγόρα, σε ευγνωμονώ. Σε διαβεβαιώνω ότι όσο οι δυνάμεις μου, φυσικές και πνευματικές, το επιτρέπουν θα αγωνίζομαι για να παραμείνει άσβεστο το καντήλι της μνήμης σου.-
Το Φεβρουάριο του 1957, το κακουργιοδικείο των Άγγλων αποικιοκρατών στη Λευκωσία καταδίκασε σε θάνατο τον έφηβο αγωνιστή της ΕΟΚΑ Ευαγόρα Παλληκαρίδη. Το παράπτωμα στο οποίο υπέπεσε ο Παλληκαρίδης ήταν η συνειδητή άρνησή του να αναγνωρίσει τη δεσποτεία των Άγγλων στο νησί του, την οποία και πολέμησε με τη γραφίδα και το όπλο. ΄Οσον αφορά στο ότι ο Παλληκαρίδης κατά τη σύλληψή του μετέφερε ένα γρασαρισμένο οπλοπολυβόλο Μπρεν, γύρω από το οποίο στοιχειοθετήθηκε το σε βάρος του κατηγορητήριο από τους αποικιοκράτες, είναι θέμα που δεν αντέχει στη βάσανο της κριτικής και είναι καταγέλαστο το γεγονός ότι αυτό στάθηκε αφορμή και αιτία για να σταλεί στο θάνατο ένας έφηβος, που δεν πρόλαβε καν να λογιστεί νέος. Και ο μεν νόμος παρά την παγκόσμια κατακραυγή-”ακολούθησε την πορεία του” και ο Παλληκαρίδης απαγχονίστηκε τα μεσάνυχτα της 13ης προς την 14η Μαρτίου του 1957 στις Κεντρικές Φυλακές της Λευκωσίας.
Σημαιοφόρος της παγκόσμιας κατακραυγής για την καταδίκη του Παλληκαρίδη σε θάνατο, αλλά και της οικουμενικής εκστρατείας για να δοθεί χάρη στον έφηβο επαναστάτη ήταν ο Αμερικανός Βουλευτής της πολιτείας Πενσυλβάνια των Η.Π.Α. Foulton. Δυστυχώς τις εκκλήσεις της Βουλής των Ελλήνων, αλλά και προσωπικοτήτων διεθνούς κύρους από όλο τον κόσμο, καθώς και την έκκληση σαράντα βουλευτών του Εργατικού Κόμματος της Αγγλίας, η βασίλισσα Ελισάβετ τις προσπέρασε ασυγκίνητη. Και για να φανταστείτε το μέγεθος της αναλγησίας, όχι μόνο αρνήθηκε να δώσει χάρη στον έφηβο αγωνιστή, αλλά αρνήθηκε να ικανοποιήσει το αίτημα του πατέρα του εθνομάρτυρα ΕΥΑΓΟΡΑ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗ, να του παραδοθεί η σορός του παιδιού του, για να ταφεί σύμφωνα με τις παραδόσεις του λαού μας και της πίστης μας. Και αφού ο «άνομος νόμος» της αγγλοκρατίας έπρεπε να πάρει το δρόμο του ο ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗΣ τον βάδισε όρθιος και περήφανος, ανυποχώρητος και αταλάντευτος από τις αρχές του πατριωτικού του καθήκοντος. Στάθηκε απτόητος κι ατάραχος κάτω από το ικρίωμα. Κοίταξε κατάματα το θάνατο κι εκείνος χαμήλωσε το βλέμμα του.
Ο ΕΥΑΓΟΡΑΣ πέρασε στο πάνθεο των ηρώων, των αθανάτων του Έθνους των Ελλήνων ψάλλοντας τον Εθνικό μας Ύμνο και έκτοτε παραμένει και θα παραμείνει στο διηνεκές παγκόσμιο σύμβολο λευτεριάς. Σύμβολο κάθε ελευθερόφρονα ανθρώπου και κάθε καταπιεζόμενου λαού. Η αγχόνη του Παλληκαρίδη έγινε σταυρός και σημάδι που θα καθοδηγεί όχι μόνο την ελληνική, αλλά την παγκόσμια νεολαία στο δρόμο του καθήκοντος, στο δρόμο του χρέους προς την Πατρίδα. Κι αν οι Άγγλοι αποικιοκράτες έχουν τη σφαλερή εντύπωση ότι με τη φυσική εξόντωση του ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗ πέτυχαν και το θάνατό του «πλανώνται πλάνην οικτράν». Ο ΈΥΑΓΟΡΑΣ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗΣ ζει και θα ζει στον αιώνα τον άπαντα στην καρδιά κάθε Έλληνα, στην καρδιά κάθε πατριώτη όπου γης.
Συμπληρώθηκαν κιόλας πενήντα τρία ολόκληρα χρόνια από τον απαγχονισμό του Παλληκαρίδη. Κι όμως ο μεγάλος στην ψυχή και στο φρόνημα ΕΚΕΙΝΟΣ έφηβος, ο οραματιστής και τραγουδιστής της λευτεριάς της Κύπρου, ζει ανάμεσά μας. Πολλά από τα επαναστατικά και λυρικά του ποιήματα έχουν μελοποιηθεί, έγιναν τραγούδια, έγιναν πατριωτικά θούρια. Σχολεία, Στρατόπεδα, Πολιτιστικοί Σύλλογοι, Αθλητικά Σωματεία, Δρόμοι, Πλατείες, σε Ελλάδα και Κύπρο, αλλά και σε ελληνικές παροικίες του εξωτερικού φέρουν το όνομά του. Για την προσωπικότητά του έχουν γραφτεί χιλιάδες σελίδες. Ο Παλληκαρίδης πέρασε στην αθανασία. Αποτελεί το σέμνωμα ενός ολόκληρου λαού. Παρέμεινε για πάντα έφηβος. Τι λένε λοιπόν πέθανε; Ο Παλληκαρίδης δεν πέθανε. Δεν πέθανε ο αετός. ΖΕΙ, ΖΕΙ, και θα ΖΕΙ για να μας καθοδηγεί .
Τα χρόνια πέρασαν. Και ως αδυσώπητος που είναι ο χρόνος άφησε τα χνάρια του αυλακώνοντας και το πρόσωπο της «μεγάλης άνασσας», της Ελισάβετ, η οποία διάγει ήδη την όγδοη δεκαετία της ζωής της και οσονούπω θα κληθεί και η ίδια από τον Παντεπόπτη Κύριο να πληρώσει “το κοινόν για όλους τους ανθρώπους χρέος”. Πώς θα παρουσιαστεί ενώπιον του Θεού και τι είδους απολογία θα δώσει, για το πώς και γιατί δεν έστερξε να δοθεί χάρη στον Παλληκαρίδη, αλλά συναίνεσε να κοπεί το νήμα της ζωής του πάνω στο άνθος της ηλικίας του, είναι δική της υπόθεση. Και ούτε γράφεται τούτο το άρθρο γι’ αυτό το λόγο. Αλλού αποσκοπεί και καταγράφω το πού.
Σύμφωνα με την ειδησεογραφία των ημερών μας, που δεν έχω λόγους να πιστεύω ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, το φετινό καλοκαίρι θα γίνουν στο Πόρτο Χέλι οι γάμοι του Νικόλαου, γιου του έκπτωτου βασιλιά της Ελλάδας Κωνσταντίνου, και σ΄ αυτούς θα παραβρεθεί και η βασίλισσα της Αγγλίας Ελισάβετ. Το γεγονός ότι η Βασίλισσα των Άγγλων αρνήθηκε να χαρίσει τη ζωή σε ένα δεκαεννιάχρονο παιδί του Λαού μας ( κομμάτι του λαού μας είναι ο Κυπριακός Ελληνισμός), που αγωνιζόταν “παντί σθένει” για τη λευτεριά της Πατρίδας του, και λαμβανομένου υπόψη ότι ο θάνατος αυτού του παιδιού στέρησε από τα Ελληνικά Γράμματα, αλλά και την παγκόσμια λογοτεχνία, μια πολλά υποσχόμενη ποιητική προσωπικότητα, γνωστού δε όντως ότι το Πόρτο Χέλι, αλλά και η ευρύτερη περιοχή της Ερμιονίδας συγκαταλέγεται στις περιοχές της Πατρίδας μας με ανεκτίμητη προσφορά στον υπέρ της Ελευθερίας της Ελλάδας Αγώνα και αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού, θα πρέπει να οδηγήσει τον κ. Δήμαρχο Κρανιδίου, Δημοτικό Διαμέρισμα του οποίου αποτελεί το Πόρτο Χέλι, στην άμεση σύγκληση του Δημοτικού Συμβουλίου του και για τους ανωτέρω λόγους να κηρύξει τη βασίλισσα των Άγγλων ανεπιθύμητο πρόσωπο στο Δήμο Κρανιδίου.
Ειρήσθω εν παρόδω ότι στην ανωτέρω απόφαση θα πρέπει να δοθεί ευρεία δημοσιότητα για να καταδειχτεί για μια ακόμα φορά ότι “ο πολύπαθος λαός μας ακουμπά με δέος και σεβασμό στα κόκαλα και τα δάκρυα των εθνομαρτύρων μας και των ηρώων μας” και σε καμία των περιπτώσεων δεν αναγνωρίζει το δικαίωμα σε βέβηλους λεηλάτες των Ιερών και Οσίων της Φυλής μας , όποιοι κι αν είναι αυτοί, να οδηγούν στην αγχόνη αμούστακα παλικάρια μας, που το μόνο τους έγκλημα ήταν ο αγώνας για την αποτίναξη του δυνάστη «για τη χιλιάκριβη τη λευτεριά».
«Θέλω να είμαι ωραίο δείγμα ανθρώπου Έλληνος. Να σκοπός μιας ζωής! Δουλεύοντας για τον Ελληνισμό, δουλεύω για τον εαυτό μου. Θέλω να ξοδέψω την ψυχή μου μέσα στο έθνος μου, σε μια αλληλεγγύη με τους ομοφύλους μου».
Ίων Δραγούμης
« Το κινηματογραφικό έργο ΑΚΑΜΑΣ και η επαναπροσέγγιση με εύθυμη
προσέγγιση»
Του Δημήτρη Στεργιούλη
Επίτιμου Διευθυντή
του 2ου Δημοτικού Σχολείου Κιάτου
«ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗΣ»
( Tο άρθρο που ακολουθεί γράφτηκε προ τετραετίας περίπου με αφορμή την προβολή της πολύφερνης κινηματογραφικής ταινίας ΑΚΑΜΑΣ, στην οποία φωτογραφιζόταν ο εθνομάρτυρας ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗΣ ως στυγερός δολοφόνος. Προσωπικά ανήκω στους πολέμιους αυτού του κινηματογραφικού έργου και στις σελίδες των Κυπριακών εφημερίδων σχετική αρθρογραφία μου είδε το φως της δημοσιότητας.
Όταν τελικά το εν λόγω έργο άρχισε να προβάλλεται στις κινηματογραφικές αίθουσες της Λευκωσίας , έγραψα το άρθρο που παραθέτω και το έστειλα για δημοσίευση σε εφημερίδες της Κύπρου μέσω του αδελφικού μου φίλου Δήμου Βρυωνίδη, γαμβρού επ’ αδελφή, του αείμνηστου Ευαγόρα Παλληκαρίδη. Η έκταση του άρθρου στάθηκε εμπόδιο στη δημοσίευσή του.
Σήμερα ψάχνοντας τα χαρτιά μου το βρήκα ανάμεσα τους και έκρινα σκόπιμο να το αναρτήσω στο διαδίκτυο. Αν έπραξα σωστά οι αναγνώστες του θα το κρίνουν).
Επιτέλους! Ύστερα από τόσα χρόνια περιπλάνησης στα σταυροδρόμια της Ιστορίας μας εδέησε και «είδομεν το φως το αληθινόν».
Και καλά οι πολλοί . Όμως εγώ , τριάντα έξι χρόνια δάσκαλος δικαιολογούμαι να οδηγώ τους μαθητές μου στα καλντερίμια της ιστορικής πλάνης και της ειδωλοποίησης του αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α , που απελευθερωτικό τον ανέβαζα και επικό τον κατέβαζα;
Ευτυχώς που ο μεγαλοδύναμος φώτισε τον κ. Πανίκο Χρυσάνθου και με ένα «συγκλονιστικό σε ιστορική αποκάλυψη σενάριο», απευθύνθηκε στη «Φιλελληνική και εξόχως Φιλοκυπριακή οργάνωση UNOPS, στην φίλα προς τον Κυπριακό Ελληνισμό Τουρκοκυπριακή, αν θυμάμαι καλά, Τηλεόραση, στο Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου, καθώς και στην Ελληνική Τηλεόραση ζητώντας την οικονομική συνδρομή τους προκειμένου το σενάριό του να «μετουσιωθεί» (υπάρχουν κι άλλες λέξεις, αλλά θαρρώ πως αυτή ταιριάζει στην περίπτωση) σε κινηματογραφικό έργο, προκειμένου οι όπου γης «ανιστόρητοι»Έλληνες να βγουν από το έρεβος της ιστορικής πλάνης.
Το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου ανταποκρίθηκε γενναιόδωρα στο αίτημα του κ. Χρυσάνθου. Η Ελληνική Τηλεόραση έδωσε κι αυτή κάτι ψιλά. Υποθέτω πως και η UNOPS και η Τουρκοκυπριακή πλευρά δεν έμειναν ασυγκίνητες.
Κι ενώ όλα ήταν έτοιμα το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου , τελευταία, αρνήθηκε να καταβάλλει στον κ. Χρυσάνθου κάτι μικροποσά , για να ταξιδέψει το έργο στη Βενετία (στο ομώνυμο φεστιβάλ) και αλλαχού.
Τι να πει κανείς! Εμένα πάντως δεν μου το βγάζει κανείς από το νου ότι πίσω από την άρνηση του Υπουργείου, κρύβεται εκείνος ο «παγκάκιστος» Τάσσος Παπαδόπουλος, που θήτευσε στις τάξεις της Ε.Ο.Κ.Α και τώρα είναι Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτός, καλέ, τορπίλισε το σχέδιο ΑΝΑΝ , στον ΑΚΑΜΑ θα έδινε πανωπροίκι , που ευαγγελίζεται την επαναπροσέγγιση; Πάλι καλά που δεν ήταν από την αρχή ενήμερος για την υπόθεση και τους στόχους του σεναρίου, γιατί τσακιστή δεκάρα δεν θα έπαιρνε ο κ. Χρυσάνθου.
Φημολογείται ότι μερικοί «Φιλίστορες Ελληνοκύπριοι έκαναν έρανο μεταξύ τους και συγκέντρωσαν το απαραίτητο χρηματικό ποσό και έτσι το κινηματογραφικό έργο ΑΚΑΜΑΣ και στη Βενετία ταξίδεψε και τις ημέρες αυτές προβάλλεται σε κινηματογράφο της Λευκωσίας.
Έτσι ο μύθος της Ε.Ο.Κ.Α καταρρίφθηκε. Βέβαια οι αντιδραστικοί κύκλοι σε Ελλάδα και Κύπρο σφόδρα δυσανασχετούν. Αλλά τι να περιμένει κανείς από «πορωμένους ακροδεξιούς, φανατικούς εθνικιστές, οπισθοδρομικούς, ξεροκέφαλους ρατσιστές, εχθρούς της παγκοσμιοποίησης, αντιεπαναπροσεγγιστές και γενικά από σκουριασμένα και ιστορικά αναλφάβητα μυαλά»;
Ε.Ο.Κ.Α ! Τι ήταν η Ε.Ο.Κ.Α; Μια «άκρως συντηρητική, εθνικιστική οργάνωση ήταν», που στους κόλπους της φιλοξενούσε «δολοφόνους ων ουκ έστι αριθμός», δολοφόνους «τύπου Βαγορή».
Μερικοί θαυμαστές της Ε.Ο.Κ.Α – ακούς εκεί να υπάρχουν και την σήμερον ημέραν τέτοιοι άνθρωποι- ισχυρίζονται ότι πίσω από τον κινηματογραφικό Βαγορή φωτογραφίζεται ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης.
‘Ελα όμως που ο κ. Πανίκος Χρυσάνθου τους διαψεύδει ρητά και κατηγορηματικά δηλώνοντας ότι τον αρχαίο βασιλιά της Σαλαμίνας Ευαγόρα είχε υπόψη του , όταν ονοματοδοτούσε τον ομώνυμο κινηματογραφικό του ήρωα.
Και πράγματι έτσι είναι . Δεν είναι δυνατόν να είναι διαφορετικά. Μόνον ο δοξασμένος βασιλιάς της αρχαιότητας Ευαγόρας μπορούσε να σταθεί, κάπως ανεκτά, δίπλα στον Τουρκοκύπριο Ομέρη. Η παροιμία «Κι η κοσκινού τον άντρα της με τους πραματευτάδες» δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση . Άστοχη είναι επίσης και εν προκειμένω και η παροιμία «Εκεί που κρέμαγαν οι καπεταναίοι τ’ άρματα σήμερα κρεμάνε οι γύφτοι τα νταούλια».
Ας επανέλθω όμως στο θέμα. Παιδί μάλαμα αυτός ο Ομέρης. Εκλεπτυσμένος χαρακτήρας και λίαν επιλεκτικός στις συναναστροφές του. Μόνο με αρχαίους βασιλιάδες συναγελαζόταν. Και βασιλιάδες όχι όποιους κι όποιους, αλλά με βασιλιάδες ξέχωρους, με βασιλιάδες περιωπής, με βασιλιάδες δοξασμένους.
Άκου ο Ομέρης με τον Παλληκαρίδη; Δεν λέω. Καλό παιδί ήταν ο Παλληκαρίδης. Φαίνεται , όμως , ότι από μικρός έμπλεξε με εθνικιστικούς και συντηρητικούς εκκλησιαστικούς κύκλους. Ο παππούς του , απ΄ τη μεριά της μητέρας του, ήταν ιερέας, ο παπα-Δανιήλ με τ’ όνομα. Ο πατέρας , ο Μιλτής, εθνικιστής πατενταρισμένος. Είχε το παιδί τις κληρονομικές του καταβολές, «έπεσε και στα δίχτυα της ακροδεξιάς προπαγάνδας » και το γύρισε τέρτσο. Εντάχθηκε στην Ε.Ο.Κ.Α και ορκίστηκε , λέει, να δώσει και τη ζωή του ακόμα για τη λευτεριά της Κύπρου.
Πού ξανακούστηκε από μικρό παιδί ακόμα να ξεσηκώσει το μαθητόκοσμο της Πάφου και να ματαιώσει τις λαμπρές εκδηλώσεις για τη στέψη της βασίλισσάς μας, της Ελισάβετ. Αν ήταν συνετός ο Ευαγόρας θα το εκμεταλλευόταν στο έπακρο το ποιητικό του ταλέντο. Θα έγραφε ένα
ποίημα –ύμνο για τη μεγάλη μας άνασσα επ’ ευκαιρία της ανάρρησής της στο θρόνο της γηραιάς Αλβιόνος.
Για φανταστείτε τον Ευαγόρα με τη ευθυτενή και αθλητική κορμοστασιά του να εισέρχεται στο Ιακώβειο Γυμναστήριο μ’ εκείνο το λεβέντικο διασκελισμό του, να ανεβαίνει στο βάθρο και με την επιβλητική προφορά του να απαγγέλει το ποίημά του-ύμνο για τη βασίλισσα ! Το Γυμναστήριο θα εσείετο από τα χειροκροτήματα . Χαλασμός Κυρίου θα γινόταν.
Τι λέτε ύστερα από μια τέτοια ενέργεια η βασίλισσα δεν θα τον παρασημοφορούσε; Εγώ βάζω το κεφάλι μου στο κούτσουρο ότι θα τον έκανε και λόρδο. Αλλά πού μυαλό ο Ευαγόρας. Αντί να εξυμνεί τη βασίλισσα και το Χάρτιγκ αυτός έγραφε ύμνους για την Κύπρο και τη λευτεριά της και σκαρφάλωνε στα ψηλά κοντάρια και κατέβαζε τις αγγλικές σημαίες και αναρτούσε ελληνικές.
Μα την αλήθεια παράξενο παιδί ο Παλληκαρίδης. Ο ανήφορος τον ενθουσίαζε. Τον επιζητούσε τον ανήφορο. Ήταν στο αίμα του ο ανήφορος. «Θα πάρω μιαν ανηφοριά/ θα πάρω μονοπάτια να βρω τα σκαλοπάτια/ που παν στη λευτεριά», γράφει σε κάποιο ποίημά του.
Παιδί μου , Ευαγόρα, τι τον ήθελες τον ανήφορο; Άλλοι λένε να βρουν ίσιωμα για να περπατήσουν κι εσύ επιζητούσες τον ανήφορο; Ανεξήγητο φαινόμενο. Όμως δεν αντιλέγω ότι ο ανήφορος οδηγεί στα ψηλώματα και στις κορφές κι όσο πιο ψηλά ανεβαίνει κανείς τόσο πιο μακριά αγναντεύει. Πάλι είναι γνωστό ότι στις κορφές ανεβαίνουν οι αετοί . Δεν μπορώ όμως να παραβλέψω και μια άλλη αλήθεια : ότι δηλαδή εκτός από τους αετούς στις κορφές ανεβαίνουν και οι γυμνοσάλιαγκες , γλείφοντας και με τα κέρατά τους. Ούτε φτεροκόπημα , ούτε κούραση.
Τι σου έλλειπε, Ευαγόρα μου , και παράτησες το Σχολείο σου και βγήκες αντάρτης στα βουνά; Μια χαρά ήσουν στο σπιτάκι σου. Στα καλά του καθουμένου παρατάει κανείς την οικογενειακή θαλπωρή για να ξεχειμάσει στα κρησφύγετα , να τουρτουρίζει απ’ το κρύο και η κοιλιά του να παίζει ταμπούρλο από την πείνα ; Είπαμε. Ας όψονται «οι σκοτεινοί κύκλοι της αντίδρασης».
Το άλλο; Αυτό κι αν είναι ανήκουστο ! Ευαγόρα μου, όταν οδηγήθηκες στο Κακουργιοδικείο της Λευκωσίας , τι στάση ήταν αυτή που κράτησες; Αντί να πέσεις γονυπετής στα πόδια του «αδέκαστου δικαστή» κ. Σω και «εν κλαυθμώ και οδυρμώ και εν ειλικρινή μετανοία» να ζητήσεις έλεος αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα , χαρτί και καλαμάρι, τα κρησφύγετα της «παλιοπαρέας των τρομοκρατών» της επαρχίας Πάφου και τους κρυψώνες του οπλισμού σας , σηκώθηκες αγέρωχος κι ατάραχος και κοιτώντας κατάματα το δικαστή μας Σω μ’ εκείνο το σπινθηροβόλο, το αετήσιο βλέμμα σου, του είπες ορθά κοφτά «πως ό,τι έκανες το έκανες ως Έλλην Κύπριος, που ζητά τη λευτεριά του».
Τι λόγια ήταν αυτά , παιδί μου Ευαγόρα ; Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο στενοχώρησες τον κ. Σω. Κι όμως εκείνος ο «υπέροχος άνθρωπος» φάνηκε πολύ επιεικής απέναντί σου. Αντί να σε καταδικάσει σε ισόβια κάθειρξη και να σαπίσεις στη φυλακή σε καταδίκασε σε θάνατο. Γνώριζε , φαίνεται, και μάλιστα πολύ καλά, ότι ο Ζάκος , ο Πατάτσος, και « η λοιπή παρέα», είχαν ακλόνητη πίστη στο Θεό. Υπέθεσε, και σ’ αυτό μη μου πεις ότι είχε άδικο, ότι κι εσύ είσαι του ίδιου φυράματος. Και λογικά σκεπτόμενος σε καταδίκασε , εξαντλώντας όλα τα περιθώρια της επιείκειάς του , σε θάνατο , για να σε στείλει πιο γρήγορα κοντά στο Θεό. Είδες, Ευαγόρα μου, τι «καλός άνθρωπος ήταν ο κ. Σω» ; Βέβαια εκεί στο Κιάτο υπάρχει ένας δάσκαλος Στεργιούλης, κάθαρμα δε λέω καλύτερα, που σκυλοβρίζει το δικαστή μας Σω και όπου συναπαντηθεί με Άγγλο τον φτύνει κατάμουτρα.
Τώρα τι κάθομαι και εξιστορώ. Είναι γνωστό ότι εσύ, παρά την καλή σου ανατροφή, το Σω , το Χάρτιγκ, την Ελισάβετ , το Μακμίλλαν και γενικά την αγγλοκρατία την είχες κανονικά γραμμένη. Όμως εκείνο που δύσκολα ξεχνιέται, Ευαγόρα μου, είναι η στάση σου κάτω από το ικρίωμα. Μα παιδάκι μου τι σου ήρθε και άρχισες να ψάλλεις τον Εθνικό μας Ύμνο; Δεν σκέφτηκες την υστεροφημία σου; Για σκέψου, τι ωραία που θα ήταν, ανεβαίνοντας στην αγχόνη, να τραγουδούσες το «ο θεός σώζοι τη βασίλισσα» ! Θα έπλεε σε πελάγη ευτυχίας , αν έπαιρνε τέτοια χαρμόσυνη είδηση η μεγάλη μας άνασσα. Απ’ τη μεγάλη της χαρά καθόλου απίθανο να ξεχνούσε να κάνει ιππασία την ημέρα που θα έφτανε το καλό μαντάτο στο Μπάκιγχαμ. Κι αν τύχαινε να έχει και κατσαρόλα στη φωτιά σίγουρα θα της καιγόταν το φαγητό.
Και να ήσουν μόνο εσύ «άσκεφτος» , Ευαγόρα μου, ! «Άσκεφτος» ήταν και ο Κυριάκος ο Μάτσης. Εκείνος, καλέ μου, «δεν έβλεπε πέντε πόντους πέρα από τη μύτη του» . Δεν έβλεπε το συμφέρον του. Ακούς εκεί να του δίνει ο Χάρτιγκ πεντακόσιες χιλιάδες λίρες για να αποκαλύψει το κρησφύγετο του Διγενή κι εκείνος να του λέει: «Ου περί χρημάτων τον αγώνα ποιούμεθα, αλλά περί αρετής»; Γιατί , Κυριάκο μου, δεν τσέπωνες τα λεφτά και να έλεγες «ψυχή μου έχεις πολλά αγαθά κείμενα εις έτη πολλά . Φάγε, πίε , ευφραίνου»; Καλά , όλο με τη φιλοσοφία ασχολιόσουν; Θεοφοβούμενος άνθρωπος εσύ, επιτρέπεται να μην είχες διαβάσει το Ευαγγέλιο;
Και καλά ο Παλληκαρίδης και ο Μάτσης , ο Αυξεντίου και ο Λένας, ο Καραολής και ο Δημητρίου, ο Πατάτσος και ο Κουτσόφτας, ο Μαυρομμάτης και ο Μιχαήλ, ο Ζάκος και ο Παναγίδης, ο Μάρκος Δράκος και τόσα «άλλα παλιόπαιδα» ! Εδώ που τα λέμε, τη δεκαετία του πενήντα, έπεσε κατάρα στα κεφάλια των Ελλήνων της Κύπρου. Για καλοσκεφτείτε το πράγμα; Ως και ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος ο Γ΄ «είχε παλαβώσει». Αντί, ο ευλογημένος, να πολυχρονίζει τη βασίλισσά μας «από όρθρου βαθέως μέχρι νυκτός» και να δώσει εντολή σ’ όλους τους ιερείς της Κύπρου να τη μνημονεύουν στην Προσκομιδή, εντάχτηκε στην Ε.Ο.Κ.Α , συμπαρασύροντας κι όλο το «παπαδαριό». Τι να πει κανείς και για το Δεσπότη της Κερύνειας, τον Κυπριανό ! Εκείνος, μάτια μου, σίγουρα είχε φωλιασμένο το «σατανά» κάτω από τη μήτρα του. Άλλο πράγμα άνθρωπος. Με το που άκουγε τις λέξεις Άγγλος-αγγλοκρατία σκατζάρωνε η γενειάδα του. Ξέχωρη περίπτωση αποτελεί εκείνος ο παπα-Σταύρος ο Παπααγαθαγγέλου. Εκείνος ήταν που «είχε πρωτοπαλαβώσει» και μας πήρε στο λαιμό του.
Και να ήταν μονάχα αυτοί το κακό θα ήταν λίγο. Εδώ ξεσηκώθηκε όλος ο κόσμος. Νέοι, γέροι, παιδιά, όλοι στο αγώνα. Ακόμα και οι κοπελούδες ξεσηκώθηκαν. «Είχαν πάρει τα μυαλά τους αέρα». Αν και πέρασαν τόσα χρόνια από τότε εκείνη η Ελένη η Χριστοφορίδου έχει ακόμα στο μυαλό της το αντάρτικο.
Ευτυχώς μας «λυπήθηκε ο Θεός» και φώτισε εκείνον τον Αμερικανοεβραίο , «τον άγιο άνθρωπο», τον Κίσιγγερ, που έπεισε και τους «ευεργέτες μας τους Άγγλους» και ομού παρακαλούσαν γονυκλινείς ημέρες επί ημερών τους μεμέτηδες να στείλουν στην Κύπρο τον «εκπολιτιστικό όμιλο Αττίλας» μήπως και ανθρωπεύαμε κομμάτι.
«Και εδέησε και ήλθε ο Αττίλας στο νησί μας» τη συνδρομή βεβαίως-βεβαίως της χούντας των Αθηνών κι εδώ και τριάντα εφτά χρόνια «αναμορφώνει πολιτιστικά» το βόρειο μέρος της Κύπρου. Το έκανε αγνώριστο. «Το έργο που επιτέλεσε και εξακολουθεί να επιτελεί ο Αττίλας είναι όντως αξιοθαύμαστο». Έργα να δουν τα μάτια σου . Ο πολιτισμός περπατάει στο δρόμο. Πρώτα-πρώτα ο Αττίλας άλλαξε τη χρήση των χριστιανικών ναών. Πολλές εικόνες τις έστειλε στο εξωτερικό για να διαπιστώσουν οι Ευρωπαίοι, ιδίοις όμμασι, « πόσο άξεστοι είναι οι Ελληνοκύπριοι και από καλλιτεχνικής απόψεως». Βέβαια οι Ελληνοκύπριοι διαμαρτύρονται και ενάγουν τον Αττίλα για ιεροσυλία και αρχαιοκαπηλία. Μου φαίνεται ότι δεν ξέρουν τι λένε ,ενώ εξηγήθηκε επαρκώς γιατί εστάλησαν στο εξωτερικό εικόνες ναών και λοιπά αρχαιολογικά ευρήματα». Και συνεχίζω. Άλλους ναούς «ες γην έφερεν» ο Αττίλας. Βλέπεις οι ναοί έχουν ως αναπόσπαστο κομμάτι στο όλο οικοδόμημά τους τα κωδωνοστάσια , που δημιουργούν μεγάλη ηχορύπανση . «Ησύχασαν τ’ αυτιά μας από τις κωδωνοκρουσίες , βρε αδερφέ» ! Τώρα μέσα στη σιγαλιά ακούγεται πιο καθαρά η μελωδική φωνή του μουεζίνη.
Και βέβαια «ο εκπολιτιστικός όμιλος του Αττίλα» εκ των πραγμάτων αναγκάστηκε να καταστρέψει τα χριστιανικά νεκροταφεία. Δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Αφού οι χριστιανικοί τάφοι είχαν σταυρούς ήταν ποτέ μπορετό να μείνουν ως έχουν τη στιγμή που είναι γνωστό ότι «ο αρχιτρομοκράτης» ο Παλληκαρίδης παράγγειλε στη μάμα του να του φέρει το σταυρό του, γιατί χωρίς αυτόν δεν ήταν διατεθειμένος ν’ ανέβει στην αγχόνη; Δεν πρέπει να ξεχνάμε ,άλλωστε , ότι όλοι «οι τρομοκράτες της Ε.Ο.Κ.Α» είχαν για χόμπι τους τα όπλα, τους σταυρούς, τα πετραχήλια και τα τετραβάγγελα.
Θα αποτελούσε παράλειψή μας αν δεν τονίζαμε το έκδηλο και αμέριστο ενδιαφέρον που επέδειξε ο Αττίλας και για θέματα υγείας και αναψυχής πλείστων όσων Ελληνοκυπρίων που διέμειναν στο Βόρειο μέρος της Κύπρου. Αυτοί οι καημένοι κουράζονταν πολύ καλλιεργώντας τα χωράφια τους, ξέχωρα από τις σκοτούρες που είχαν για τη συντήρηση των σπιτιών τους (επισκευές στέγης, βαψίματα, αντικατάσταση και αποκατάσταση υδραυλικών και ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων κτλ). Οπότε «σοφά σκεπτόμενος» ο Αττίλας τους πήρε σπίτια και χωράφια και τους έστειλε να ζήσουν ξέγνοιαστα στο νότιο μέρος της Κύπρου. Απαλλάχτηκαν οι άνθρωποι από τη χειρωνακτική εργασία.
Κι αν υπάρχουν και μερικοί «ανεγκέφαλοι», που διεκδικούν δικαστικά , και σήμερα ακόμα, τις περιουσίες τους , αυτοί στα σίγουρα ήταν μέλη της Ε.Ο.Κ.Α και υποκινούνται από εθνικιστικούς , αντιδραστικούς και εκκλησιαστικούς κύκλους. Κατά βάθος όμως απεύχονται επιστροφή των περιουσιών τους , γιατί η αξίνα είναι δύσκολη υπόθεση. Είναι ποτέ δυνατόν να αφήσει κανείς το γάμο και να πάει για παλιούρια;
Τι να πει κανείς και για τα «ευαγή ιδρύματα» που ανήγειρε ο Αττίλας στο Βόρειο μέρος της Κύπρου. Μικρή υπόθεση είναι αυτή; Ιδρύματα να δουν τα μάτια σας. Παρέχουν ενδιαίτηση σ’ όλους ανεξαίρετα με ψυχαγωγία εξασφαλισμένη, χάρις στις ρουλέτες που εγκατέστησε σ’ αυτά. «Ψυχαγωγία και πολιτισμός πάνε αντάμα σήμερα». Άλλαξαν οι καιροί. Για σκέψου ! Οι Έλληνες διαμαρτύρονταν που οι Άγγλοι έστειλαν το Μακάριο και «την κουστωδία του» στις Σεϋχέλλες. Ενώ σήμερα όλοι μας τραγουδάμε «πάμε για τρέλες στις Σεϋχέλλες» .
Το ευτύχημα είναι ότι πάρα πολλοί Ελληνοκύπριοι , πραγματική στρατιά, επισκέπτονται καθημερινά τα ευαγή ιδρύματα του Αττίλα, τις «σύγχρονες κολυμπήθρες του Σιλωάμ», «που οι εναπομείναντες νοσταλγοί της Ε.Ο.Κ.Α ανερυθρίαστα , ανενδοίαστα και ξεδιάντροπα» αποκαλούν καζίνο. Εκεί συντελείται η μεταμόρφωσή τους και ο πλέριος εξανθρωπισμός τους, γιατί απαλλάσσονται από το κατ΄εξοχήν καπιταλιστικό επινόημα, το χρήμα. Έτσι μένουν απερίσπαστοι για να επαναπροσδιορίσουν στάσεις ζωής και να επαναπροσανατολιστούν προς τη σωστή προοδευτική κατεύθυνση. Και πασιχαρείς επιστρέφουν στις οικίες τους άδοντες το λαϊκό άσμα «θα τα κάψω τα ρημάδια τα λεφτά μου».
Ο Αττίλας προσφέρθηκε να επεκτείνει την πολιτιστική του δραστηριότητα και προς το νότιο μέρος της Κύπρου. Είχε κατά νου μια επέκταση καλοζυγισμένη και ορθολογιστικά προγραμματισμένη. Ο κ. Ανάν ανέλαβε το σχεδιασμό του όλου εγχειρήματος. Ενεργό και συνάμα σημαντικό ρόλο ανέθεσε στον Άγγλο «φιλέλληνα» κ. Χάνεϊ. Η UNOPS, σε ρόλο Ιωάννη Πρόδρομου, ανέλαβε να προλειάνει το έδαφος και να καλύψει τα έξοδα της επαναπροσέγγισης των δύο πλευρών. Στο πλαίσιο της επαναπροσέγγισης χρηματοδοτήθηκε και η κινηματογραφική ταινία ΑΚΑΜΑΣ.
Κι ενώ η δουλειά ήταν σιαγμένη, τελικά, σκόνταψε στον «οξαποδώ», στον Τάσσο Παπαδόπουλο. Αυτός ανέτρεψε όλους τους σχεδιασμούς , χωρίς να λάβει υπόψη του τη μεγάλη θλίψη που προξένησε με τις όλες ενέργειές του στον Ερντογάν, στον Μπλερ, στον Μπους και στον Ανάν. Ακόμη και τη δήλωση του κ. Παπανδρέου «ότι πρόκειται για ένα καλό σχέδιο» έγραψε στα παλιά του παπούτσια. Μας πήρε στο λαιμό του ο «τρισκατάρατος». Αλλά τι να περιμένει κανείς από κάποιον που θήτευσε στην «τρομοκρατική οργάνωση της Ε.Ο.Κ.Α»; «Εκ κακού κόρακος κακόν ωόν τέξεται».
Έτσι που εξελίχθηκαν τα πράγματα πάλι καλά που προβάλλεται η κινηματογραφική ταινία ΑΚΑΜΑΣ. Όσοι διαθέτουν κουκούτσι μυαλό θα «βγάλουν το γράσο» από τα μάτια τους και, έστω και αργά, θα αντιληφθούν τη μεγάλη ιστορική τους πλάνη και θα αναθεωρήσουν τις απόψεις τους για την Ε.Ο.Κ.Α. Πάντως αποκλείεται να ανανήψει εκείνος ο δάσκαλος στο Κιάτο. Είναι να απορεί κανείς , γιατί το Υπουργείο Παιδείας της Ελλάδας δεν τον απολύει.
«Εμπρός λοιπόν να πυκνώσουμε τις τάξεις των επαναπροσεγγιστών. Ένα πρέπει να είναι το σύνθημά μας. Επαναπροσέγγιση και πάλι επαναπροσέγγιση. Άνευ όρων επαναπροσέγγιση, χωρίς να προηγηθεί οικοδόμηση μέτρων εμπιστοσύνης που λέει «ο επικατάρατος’ , ο Πρόεδρος Τάσσος Παπαδόπουλος.»
Βλέπεις ,Ευαγόρα μου, πώς σκεφτόμαστε την σήμερον αρκετοί Ελλαδίτες και Ελληνοκύπριοι; Υπάρχουν , βέβαια , και μερικοί που χλευάζουν τους αγωνιστές της Ε.Ο.Κ.Α , και καθυβρίζουν τον αγώνα που διεξήγαγαν, άσχετα αν στο αγώνα εκείνο και στο δικό σου αίμα και στο αίμα των συναγωνιστών και συντρόφων σου είναι θεμελιωμένη η Κυπριακή Δημοκρατία, τα αγαθά της οποίας, πρώτοι και καλύτεροι, γεύονται οι υβριστές σας. Θα μου πεις βέβαια ότι αυτό είναι ίδιο της ράτσας μας. ‘Άλλοι να σκάβουν και να κλαδεύουν κι άλλοι να πίνουν και να χορεύουν».
Τι λες τώρα Ευαγόρα μου; Θέλουμε η δε θέλουμε κυνήγημα; Αλλά ποιος να μας κυνηγήσει ;
Ευαγόρα, λυπήσου μας. Σήκω , Ευαγόρα ! Ευαγόρα σήκω και πάρε μας στο κυνηγητό με τις πέτρες μήπως ξυπνήσουμε απ’ το λήθαργο. Και συνέλθουμε . Διαφορετικά είμαστε χαμένοι.
ΜΑΤΑΙΩΣΗ ΘΕΑΤΡΙΚΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Του Δημήτρη Στεργιούλη
Επίτιμου Διευθυντή
2ου Δημοτικού Σχολείου Κιάτου
«ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗΣ»
Γεννήθηκα και έζησα τα παιδικά μου χρόνια στα Βραγκιανά των Θεσσαλικών Αγράφων, χωριό κακοτράχαλο και άγονο , δύσβατο και δυσπρόσιτο με τα σπίτια του σκορπισμένα σε πλαγιές και γούπατα, σε ραχούλες και ισιώματα, σε λαγκαδιές και ξέφωτα, σε λογγές και διάσελα.
Στο Σχολείο του χωριού μου έμαθα και τα πρώτα γράμματα σε καιρούς δύσκολους και χαλεπούς. Όταν γράφτηκα στην Πρώτη Δημοτικού , το Σεπτέμβρη του 1952, δεν είχαν συμπληρωθεί ούτε δύο χρόνια από τη λήξη του εμφύλιου σπαραγμού. Η φτώχεια και η δυστυχία μάστιζε το χωριό μου.
Κι όμως εκείνα τα δύσκολα , αλλά όμορφα μαθητικά χρόνια, τα αναπολώ με βαθιά συγκίνηση σήμερα. Νοσταλγικά θυμάμαι τη σχολική χρονιά 1956-1957, που ήμουν μαθητής της Πέμπτης τάξης στο Σχολείο της γενέτειράς μου. Ήταν η χρονιά που ήρθε νεοδιόριστος δάσκαλος στο χωριό μας, νεαρός στην ηλικία, λιγνός , καλοσυνάτος με βλέμμα σπινθηροβόλο και διαπεραστικό.
Εκείνος ο δάσκαλος μάς συνέπαιρνε με τη διδασκαλία του. Μιλούσε κατ’ ευθείαν στην ψυχή μας.. Κάθε ημέρα εύρισκε το χρόνο να μας κάνει Ιστορία και μας μιλούσε για τους προγόνους μας , τους ήρωες και τους μάρτυρες του έθνους μας. Μας μιλούσε με πάθος για τον Ελληνικό Κυπριακό Λαό που αγωνιζόταν ηρωικά την εποχή εκείνη μέσα από τις τάξεις της θρυλικής Ε.Ο.Κ.Α. για να αποτινάξει το ζυγό της αγγλοκρατίας.
Μας μιλούσε για το Μακάριο και τον Κυπριανό και τα μάτια του σπίθιζαν Τους προσομοίαζε με τον Παπαφλέσσα , τον Παλαιών Πατρών Γερμανό και το Γερμανό Καραβαγγέλη. Μας έκανε λόγο για το Διγενή και τα στήθη του φούσκωναν από περηφάνια. Ανδρούτσο της Κύπρου τον αποκαλούσε. Τα παλληκάρια της Ε.Ο.Κ.Α. τα παρομοίαζε με εκείνα του Κατσαντώνη, του Καραϊσκάκη και του Μπουκουβάλα, περίσημων και θρασυκάρδιων κλεφτών, που στα χρόνια της τουρκοκρατίας έδρασαν και στην περιοχή του χωριού μας.
Εκείνος ο δάσκαλος έφερε και το πρώτο ραδιόφωνο στο χωριό μας, που λειτουργούσε με μια μεγάλη μπαταρία . Το ραδιόφωνο το είχε εγκατεστημένο στο δωματιάκι που είχε το διδακτήριο του Σχολείου μας από κατασκευής προορισμένου για κατοικία του δασκάλου.
Το ραδιόφωνο εκείνο έσπασε την απομόνωση του χωριού μου. Μαθαίναμε τι γινόταν στον «έξω κόσμο», όπως έλεγαν οι συγχωριανοί μου. Αλλά δεν ήταν και λίγες οι φορές που χρησιμοποιήθηκε το ραδιόφωνο και ως ψυχαγωγικό μέσο για εμάς τα σχολιαρούδια.
Ο δάσκαλός μας γνώριζε τις ημέρες της εβδομάδας, αλλά και τις ώρες που το ραδιόφωνο θα έβαζε δημοτικά τραγούδια .Τότε άνοιγε το παράθυρο του δωματίου του, μεγάλωνε την ένταση του ραδιόφωνου , βγαίναμε στο προαύλιο πιανόμασταν χέρι-χέρι κι ο δάσκαλος μας μάθαινε να χορεύουμε στους ρυθμούς του Τσάμικου, του Καλαματιανού και του Συρτού.
Τα κλέφτικα τραγούδια συνέπαιρναν το δάσκαλό μας. «Είναι τραγούδια της λεβεντιάς και της παλικαριάς» μας έλεγε ∙ «είναι τραγούδια ηρωικά». Και δεν παρέλειπε να μας τονίζει κάθε φορά ότι ο τόπος μας γέννησε πολλούς ήρωες κι αν χρειαστεί θα ξαναγεννήσει άλλους τόσους κι ακόμα περισσότερους . .
Κάθε φορά που μιλούσε ο δάσκαλός για την Ιστορία μας, τους ήρωές μας και τους μάρτυρες της πίστης μας κρεμόμουν από τα χείλη του. Τα πατριωτικά του κηρύγματα με έθελγαν, τα απομνημόνευα με καταπληκτική ευχέρεια και εβδομάδες αργότερα ήμουν σε θέση να τα ανασύρω αυτολεξεί από τη μνήμη μου.
Και σήμερα ακόμη θυμάμαι αυτούσια ολόκληρα κομμάτια από τα πατριωτικά κηρύγματα του δασκάλου μου. Φαίνεται ότι η παρέλευση πενήντα δυο χρόνων δεν μπόρεσε να τα εξαλείψει από τη μνήμη μου.
Στις αρχές του Δεκέμβρη του ΄56 ο δάσκαλος μάς ανακοίνωσε ότι θα πρέπει το Σχολείο μας να γιορτάσει τη φετινή χρονιά την Εθνική Επέτειο της 25ης Μαρτίου 1821 μεγαλοπρεπώς. Γι’ αυτό επιβάλλεται από τώρα να αρχίσουμε την προετοιμασία.
Θα ανεβάσουμε επί σκηνής δύο πατριωτικά θεατρικά έργα Το ένα έχει σχέση με τη μάχη της Αλαμάνας και το άλλο με το αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α. Και χωρίς να χάσει χρόνο κάλεσε στην έδρα του το μαθητή της Στ΄ τάξης Σ.Μ. και του είπε. «Πάρε αυτό το βιβλίο και όπου συναντάς το όνομα «Διάκος» θα γράφεις στο τετράδιό σου το κείμενο που ακολουθεί. Θα σταματάς το γράψιμο όταν συναντάς άλλο όνομα και θα ξαναρχίζεις να γράφεις όταν συναντάς πάλι το όνομα «Διάκος» . Αυτόν τον τρόπο γραψίματος θα ακολουθήσεις από την αρχή μέχρι το τέλος του βιβλίου. Κάθισε τώρα και μέχρι αύριο το πρωί θα πρέπει να έχεις τελειώσει το γράψιμο και να φέρεις το βιβλίο στο Σχολείο».
Μετά ο δάσκαλος φώναξε το όνομά μου. Σηκώθηκα από το θρανίο και τον πλησίασα. « Εσύ θα υποδυθείς το Χάρτιγκ. Ό,τι είπα στο Σωτήρη. ισχύουν και για σένα . Εξηγήσεις και διευκρινίσεις δε χρειάζεσαι. Πάρε τώρα το βιβλίο και κάθισε»..
Σε δυο εβδομάδες είχαμε γράψει τους ρόλους μας. Στους μαθητές της Ε΄ και Στ΄ τάξης που δεν θα συμμετείχαν στα θεατρικά έργα ο δάσκαλος ανάθεσε ποιήματα. Η εντολή που μας έδωσε ρητή , άγραφος νόμος θα μπορούσε να πει κανείς. Θα έπρεπε μέσα στις διακοπές των Χριστουγέννων να μάθουμε «απ’ έξω και ανακατωτά» τους ρόλους μας.
Οι χριστουγεννιάτικες διακοπές τελείωσαν, το σχολείο άρχισε την επαναλειτουργία του, ο δάσκαλος μάς ανακοίνωσε ότι κάθε Δευτέρα-Τετάρτη και Παρασκευή και με το πέρας των μαθημάτων οι μαθητές της Ε΄ τάξης θα παραμένουν στο διδακτήριο για να κάνουμε τις πρόβα. Τις υπόλοιπες ημέρες της εβδομάδας θα παρέμειναν για πρόβα οι μαθητές της Στ΄.
Οι ημέρες περνούσαν. Φθάσαμε στα τέλη Φεβρουαρίου και με το δάσκαλό μας σε θέση σκηνοθέτη η θεατρική μας απόδοση ήταν καταπληκτική. Μπήκαμε στο Μάρτη και στην όλη διαδικασία είχαν εμπλακεί και οι γονείς μας, που έπρεπε να φροντίσουν για τις στολές που θα φορέσουμε.
Ξημέρωσε η 14η Μαρτίου 1957. Ξύπνησα πρωί και ετοιμάστηκα για το Σχολείο. Το σπίτι μου ήταν έξω από το χωριό στην τοποθεσία Μάντζερες και για να φτάσω στο Σχολείο χρειαζόμουν μισή και πλέον ώρα.
Πέρασα από την τοποθεσία Σταυρός κι εκεί περίμενα τα παιδιά που έμειναν στο συνοικισμό Ραΐνιστα. Κι όταν αυτά κατέφθασαν συνεχίσαμε την πεζοπορία μας για το Σχολείο. Σε λίγα λεπτά βρισκόμασταν στο εξωκλήσι του Αϊ-Νικόλα, ακριβώς απέναντι από το χωριό, οπότε άρχισε να χτυπά πένθιμα η καμπάνα του Αϊ-Δημήτρη.
Κοντοσταθήκαμε για λίγο για να σκεφτούμε ποιος χωριανός μας πέθανε . Επειδή ο καθένας μας έλεγε όποιο όνομα του κατέβαινε αντιληφθήκαμε ότι κάθε περαιτέρω σκέψη θα επιμήκυνε το χρόνο μετάβασής μας στο Σχολείο και υπήρχε πιθανότητα να φτάσουμε σ’ αυτό καθυστερημένα. Κι αν θα άρχιζε το μάθημα ο δάσκαλος θα μας μάλωνε.
Γι’ αυτό επιταχύναμε το βηματισμό μας και βρισκόμασταν στο σχολικό προαύλιο την ώρα που χτυπούσε το κουδούνι .
Παραταχθήκαμε κατά τάξη και τριάδες, έγινε η πρωινή προσευχή και με την ολοκλήρωσή της ο δάσκαλός μας δεν έδωσε εντολή να περάσουμε στην αίθουσα, αλλά μας ανακοίνωσε ότι «εν παρατάξει» θα πάμε στον Αϊ- Δημήτρη, καθεδρικό Ναό του χωριού μας .Η απόσταση του Ναού από το Σχολείο μικρή, γι’ αυτό φθάσαμε εκεί πολύ γρήγορα.
Ο Ιερέας του χωριού μας, ο σεβάσμιος παπα-Ματθαίος και η γιαγιά η Σαββούλα η εκκλησάρισσα (νεωκόρος) μας περίμεναν έξωθεν του Ναού στα πέτρινα πεζούλια καθισμένοι.
Εισήλθαμε στο Ναό. Ο δάσκαλος ανέβηκε στο στασίδι του ψάλτη και ο παπα-Ματθαίος μπήκε στο Ιερό. Φόρεσε το πετραχήλι του, είπε το «Ευλογητός ο Θεός ημών…», πήρε το θυμιατό , στάθηκε στο μέσον της Ωραίας Πύλης και άρχισε να αναπέμπει επιμνημόσυνη δέηση για ανάπαυση της ψυχής «του δούλου του Θεού Ευαγόρα».
Αντιλήφθηκα αμέσως ότι ο άνθρωπος που πέθανε λεγόταν Ευαγόρας. Για τον Ευαγόρα λοιπόν χτυπούσε πένθιμα η καμπάνα του χωριού μου. Πρώτη φορά άκουγα τέτοιο όνομα. Όσο όμως κι αν βασάνιζα το μυαλό μου δε μπορούσα να εντοπίσω συγχωριανό μου με αυτό το όνομα.
Η απορία μου έμελλε να λυθεί σε μικρό χρονικό διάστημα. Αφού λοιπόν ολοκληρώθηκε η επιμνημόσυνη δέηση και πριν ο Ιερέας πει το «Δι’ ευχών» ο δάσκαλος, σκυθρωπός και φανερά στενοχωρημένος , ανέβηκε μέχρι το δεύτερο ξύλινο σκαλοπάτι του δεσποτικού θρόνου, όπου και στάθηκε. Για δευτερόλεπτα αγκάλιασε με το βλέμμα του όλους τους μαθητές του και ύστερα άρχισε το λόγο του.
Πύρινος ο λόγος του φλογερού εκείνου δάσκαλου. Θυμάμαι, λες και ήταν χθες , πως άρχισε την ομιλία του.
« Αγαπητά μου παιδιά,
Συγκεντρωθήκαμε σήμερα στον ιερό τούτο χώρο για να προσευχηθούμε υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του 18/χρονου μαθητή του Ελληνικού Γυμνασίου της Πάφου Ευαγόρα Παλληκαρίδη., που κρέμασαν οι δόλιοι και καταχθόνιοι ‘ Αγγλοι αποικιοκράτες τα μεσάνυχτα της χθες προς σήμερον στις Κεντρικές Φυλακές της Λευκωσίας , της πρωτεύουσας της Κύπρου μας, με εντολή του αιμοσταγούς τυράννου , του ξετσίπωτου εγκληματία Χάρτιγκ..
Την εκτέλεση του μαθητή Ευαγόρα Παλληκαρίδη γνωστοποίησε στο Πανελλήνιο σήμερα το πρωί ο ραδιοφωνικός σταθμός Αθηνών»
Όταν άκουσα από το στόμα του δασκάλου μου ότι ο Χάρτιγκ είναι ξετσίπωτος εγκληματίας και ότι αυτός έδωσε εντολή για να κρεμάσουν το μαθητή Ευαγόρα Παλληκαρίδη κρύος ιδρώτας με περιέλουσε. Τα γόνατά μου λύθηκαν, οι αρμοί του σώματός μου παρέλυσαν . Ένιωσα να χάνω το έδαφος κάτω από τα πόδια μου.
Ο δάσκαλός μας συνέχιζε τον πύρινο λόγο του, αλλά εγώ δεν είχα το κουράγιο να τον παρακολουθήσω. Αποτραβήχτηκα σ΄ ένα στασίδι . Κάθισα, έσκυψα το κεφάλι , κάλυψα με τις παλάμες των χεριών μου το πρόσωπό μου και ξέσπασα σε κλάμα βουβό.
Τα συναισθήματα που πλημμύριζαν το είναι μου ανάμεικτα. Ένιωθα μεγάλο πόνο για το θάνατο του Ευαγόρα Παλληκαρίδη και ταυτόχρονα απέραντη αγάπη για το πρόσωπό του, μίσος απύθμενο για το Χάρτιγκ και τους ΄Αγγλους αποικιοκράτες, ενοχές και αηδία για τον εαυτό μου , που αβασάνιστα, χωρίς προηγούμενη πληροφόρηση και περίσκεψη, δέχτηκα να υποδυθώ το ρόλο ενός ξετσίπωτου εγκληματία.
Αυτές οι ενοχές με οδηγούσαν να σκέφτομαι πράξεις τολμηρές, αλλά δίσταζα να τις θέσω σε εφαρμογή, γιατί δεν μπορούσα να προβλέψω το είδος κα το μέγεθος των συνεπειών που θα επακολουθούσαν. Πίστευα όμως ότι αν το αποτολμούσα να υλοποιήσω τις σκέψεις, ανεξαρτήτως των όποιων συνεπειών, θα εύρισκα και πάλι την ψυχική μου ηρεμία.
Από τις σκέψεις αυτές με απάλλαξε η αλλαγή του τόνου της φωνής του δασκάλου μου, «που στεντορεία τη φωνή», έκλεινε την ομιλία του με τούτα τα λόγια:
«Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης δεν πέθανε. Ζει. Και θα ζει για πάντα στις καρδιές των Ελλήνων». Ο Ιερέας είπε το «Δι’ ευχών των Αγίων πατέρων…» και επακολούθησε το ψάλσιμο του Εθνικού μας Ύμνου..
Τέλος βγήκαμε από την εκκλησία και πήραμε το δρόμο της επιστροφής για το Σχολείο, όπου θα συνεχιζόταν κανονικά το μάθημα Μετά βίας τα πόδια μου άντεχαν τη μεταφορά του σαρκίου μου το οποίο «δίκην σορού» εναπέθεσα στο θρανίο μου.. Ο δάσκαλος με πλησίασε και με τακτ με ρώτησε γιατί είμαι πελιδνός.. Πρώτη φορά άκουγα αυτή τη λέξη ∙ δεν γνώριζα τη σημασία της και ούτε ζήτησα να τη μάθω εκείνη τη στιγμή. Προφασίστηκα , όμως, ότι είμαι άρρωστος και ζήτησα την άδεια να φύγω για το σπίτι μου , η οποία μου χορηγήθηκε χωρίς περιστροφές.
Η μάνα μου παραξενεύτηκε που με είδε να επιστρέφω τόσο νωρίς από το Σχολείο και ζήτησε να μάθει το λόγο. Δεν ξέρω τι μου ήρθε και της είπα ότι ήμουν αδιάβαστος και με έδιωξε ο δάσκαλος. Θυμωμένη μου απάντησε ότι καλά με έκανε.
Πήγα και κάθισα στην κουζίνα μας . Εκεί πήρα τη μεγάλη απόφαση και την κράτησα μυστικό επτασφράγιστο..
Οι ημέρες περνούσαν και χωρίς καλά-καλά να το καταλάβω φθάσαμε στην παραμονή της 25ης Μαρτίου. Αυτή την ημέρα δεν κάναμε μάθημα. Ασχοληθήκαμε με το σημαιοστολισμό του διδακτηρίου μας, καθαρίσαμε τα μονοπάτια του χωριού μας , ασβεστώσαμε τις τουαλέτες , φορέσαμε τις στολές εμείς που θα παίζαμε τα σκετς, να μας δει ντυμένους ο δάσκαλός μας , για να επισημάνει πιθανές ατέλειες στις φορεσιές μας , οι οποίες έπρεπε να διορθωθούν στην ώρα τους.
Στο σχολείο μας ήταν και καμιά δεκαριά νοικοκυρές. . Άλλες σφουγγάριζαν, άλλες καθάριζαν τα τζάμια, άλλες σκούπιζαν , άλλες κρεμούσαν κουρτινάκια στα παράθυρα. Αργά το μεσημέρι τα πάντα είχαν τακτοποιηθεί.
Ξημέρωσε η 25η Μαρτίου. Όλοι οι μαθητές είχαμε συγκεντρωθεί στο προαύλιο του Σχολείου την «κεκανονισμένην ώραν ». Χτύπησε το κουδούνι,. παραταχθήκαμε κατά τάξεις και σε τριάδες. Οι μαθητές της Στ΄ ξεκρέμασαν από τους τοίχους του διδακτηρίου τις εικόνες των ηρώων του 1821 . Έπρεπε να τις πάρουμε και αυτές στην εκκλησία για να λειτουργηθούνε, καθώς είπε ο δάσκαλος. Αυτό πρώτη φορά γινόταν στο χωριό μας και έκτοτε συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Προέκυψε όμως ένα πρόβλημα. Ο αριθμός των εικόνων των ηρώων ήταν μικρότερος από τον αριθμό των μαθητών της Στ. Το πρόβλημα λύθηκε δίκαια και αυτοστιγμεί από το δάσκαλό μας. Τις εικόνες θα τις έπαιρναν οι μαθητές της Στ που δεν είχαν συμμετοχή στο σκετς.
Όταν φθάσαμε στην εκκλησία μείναμε κατάπληκτοι. Τέτοια κοσμοσυρροή δεν ξαναγνώρισε το χωριό μας. Ήρθαν άνθρωποι και από τα γειτονικά χωριά, έστω και αν χρειάστηκαν δυο ώρες ποδαρόδρομο.
Όταν τελείωσε η Θεία λειτουργία ο δάσκαλός μας μίλησε στον κόσμο για την επανάσταση του 21 και έπλεξε το εγκώμιο των ηρώων μας.
Κατά τις 11.30΄ τα πάντα ήταν έτοιμα για την έναρξη της σχολικής μας γιορτής. Ο κόσμος στις θέσεις του, η αυλαία της σκηνής κλειστή, οι μαθητές της Ε΄ και Στ΄ τάξης, που θα παρουσιάζαμε τα σκετς, ντυμένοι και στα παρασκήνια.
Πέντε- έξι αγόρια , που αποφοίτησαν πριν από τρία χρόνια από το Σχολείο μας – τώρα βοσκούσαν τα κοπάδια των γονιών τους- « επιστρατεύτηκαν» από το δάσκαλό μας για βοηθητικές δουλειές ήταν κι αυτά στα πόστα τους. (δύο θα άνοιγαν την αυλαία τραβώντας κάτι σχοινιά και χωρίς να φαίνονται από τους θεατές και οι υπόλοιποι θα ανέβαζαν ή θα κατέβαζαν από τη σκηνή τα απαραίτητα κάθε φορά έπιπλα ή άλλα υλικά)
Ανακοινώθηκε στον κόσμο ότι εντός ολίγων λεπτών οι μαθητές της Ε΄ τάξης θα παρουσιάσουν ένα θεατρικό πατριωτικό δράμα για την Κύπρο και την Ε.Ο.Κ.Α..
Τα λεπτά περνούσαν και η αυλαία δεν άνοιγε παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις των συμμαθητών μου να ανέβω στη σκηνή.
Ο ρόλος μου ήταν πρωταγωνιστικός . Συμμετείχα σχεδόν σε όλες τις σκηνές του έργου. Χωρίς τη δική μου παρουσία το έργο δεν μπορούσε να παιχθεί.
Βλέποντας ο δάσκαλος ότι καθυστερεί το άνοιγμα της αυλαίας ήρθε στα παρασκήνια κι εκεί πληροφορήθηκε ότι υπαίτιος για την καθυστέρηση ήμουν εγώ. Με κοίταξε με ύφος αυστηρά και μου έδωσε εντολή να ανέβω αμέσως στη σκηνή Αφού αρνήθηκα να υπακούσω στην εντολή του, ο δάσκαλος άλλαξε τακτική. Το έριξε στα παρακάλια. Δυστυχώς όμως ήμουν αμετάπειστος.
Στα παρασκήνια ήρθε και η μάνα μου «ευθύς ως επληροφορήθη τα καθέκαστα» και άρχισε τα παρακάλια. Μόνο μετάνοιες δεν μου έκανε. η καημένη.
Με τα πολλά πείστηκα κι ανέβηκα στη σκηνή. Κάθισα στην πολυθρόνα που είχαν εκεί τοποθετήσει και για να ταιριάζει και στο βαθμό του «στρατάρχη» που έφερα την είχαν επενδύσει με μια φλοκάτη κατακίτρινη.
Η αυλαία άνοιξε. Χωρίς κανένα δισταγμό σηκώθηκα από την πολυθρόνα έκανα μερικά βήματα, προχώρησα στο μπροστινό μέρος της σκηνής και με φωνή σταθερή είπα:
«Εγώ ξετσίπωτος εγκληματίας σαν το Χάρτιγκ δε γίνομαι. Δεν θέλω να παίξω το ρόλο του Χάρτιγκ. Ο Χάρτιγκ είναι εγκληματίας. Το ακούτε; Είναι ξετσίπωτος εγκληματίας. Σκότωσε τον Κύπριο μαθητή Ευαγόρα Παλληκαρίδη».’Εκανα στροφή επί τόπου και έφυγα από τη σκηνή προς τα παρασκήνια.
Η μάνα μου και ο δάσκαλος με ακολούθησαν κατά πόδας . Ο παπα-Ματθαίος άρχισε να χειροκροτεί και κοντά σ’ αυτόν και οι συγχωριανοί μου, χωρίς να γνωρίζουν γιατί χειροκροτούν. Αγράμματοι άνθρωποι ήταν. Ίσως να σκέφτηκαν ότι αφού χειροκροτεί ο παπάς κάτι θα ξέρει αυτός .Γιατί λοιπόν να μη χειροκροτήσουμε κι εμείς;
Κι ενώ το χειροκρότημα συνεχιζόταν ακούστηκε η βραχνή φωνή του παπα-Ματθαίου που έλεγε στη μάνα μου να με αφήσει ήσυχο. ‘Υστερα από την παρέμβαση του παπά ο δάσκαλος ανέβηκε στη σκηνή και εξήγησε στους χωριανούς μου ποιος ήταν ο Χάρτιγκ. και ποιος ο Παλληκαρίδης. Στη συνέχεια ανακοίνωσε ότι η θεατρική παράσταση που θα παρουσίαζαν οι μαθητές της Ε΄ τάξης ματαιώνεται και ότι θα παρουσιασθεί μόνο το πατριωτικό δράμα «Αθανάσιος Διάκος».
Τότε ήταν που σηκώθηκε θύελλα χειροκροτημάτων. Έτσι βρήκα την ευκαιρία να φύγω από το Σχολείο , χωρίς να γίνω αντιληπτός και ντυμένος Χάρτιγκ κατευθύνθηκα στο σπίτι του μπάρμπα-Αποστόλη αναζητώντας καταφύγιο. Την αλλαξιά των ρούχων μου τη γιορτινή την εγκατέλειψα στο Σχολείο.
Επειδή το σπίτι ήταν κλειστό κατάλαβα ότι θα ήταν στο Σχολείο ο μπάρμπα-Αποστόλης και η γυναίκα του η θεια-Διαμάντω. Περίμενα στην αυλή αρκετή ώρα μέχρι που ήρθαν. Σαν με είδε η θεία μου ντυμένο στρατηγό έσκασε στα γέλια. Της είπα να αφήσει τα αστεία , γιατί εγώ πεινούσα. Με συμπόνεσε και μου έφερε ψωμί και τυρί για φαγητό. Σαν νύχτωσε ήρθε ο πατέρας μου και με πήρε στο σπίτι.
Την άλλη ημέρα παρέα με τον πατέρα μου πήγα στο Σχολείο. Ο πατέρας μου και ο δάσκαλος συζήτησαν για λίγο κατ’ ιδίαν , ενώ εγώ κάθισα στο θρανίο μου. Φεύγοντας ο πατέρας μου άρχισε κανονικά το μάθημα, χωρίς να μου κάνει καμία παρατήρηση ο δάσκαλος..
Τα χρόνια πέρασαν. ΄Εγινα και ο ίδιος δάσκαλος .Υπηρέτησα στη δημόσια εκπαίδευση για τριάντα έξι ολόκληρα χρόνια . Πέρασαν από τα χέρια μου εκατοντάδες ελληνόπουλα. Εργάστηκα σκληρά για να τα μάθω να ακουμπάνε με σεβασμό κι ανατριχίλα στα δάκρυα και τα κόκαλα των προγόνων τους. Πίστευα και εξακολουθώ να πιστεύω ότι θα πρέπει τα παιδιά μας να αποκτήσουν αίσθηση ιθαγένειας και αίσθηση συνέχειας . Να ξέρουν από πού έρχονται και πού πηγαίνουν .
Κάθε ημέρα και για 36 ολόκληρα χρόνια , μιμούμενος το δάσκαλό μου, μιλούσα στους μαθητές μου για την Κύπρο και την Ιστορία της. . Τους μιλούσα για τον Παλληκαρίδη, το Μάτση, το Λένα, το Μαυρομάτη , τον Κουτσόφτα, τον Παναγίδη, τον Αυξεντίου, τον Καραολή, το Δημητρίου, το Μάρκο Δράκο , το Ζάκο, το Μιχαήλ, τον Πατάτσο, το Μακάριο, το Διγενή,
Ως Διευθυντής του 2ου Δημοτικού Σχολείου Κιάτου κίνησα τη διαδικασία και δόθηκε σ’ αυτό το όνομα του Ευαγόρα Παλληκαρίδη ..Στο δε προαύλιο του Σχολείου, με ενέργειές μου, η Βουλή των Ελλήνων έστησε την προτομή του
Τον Παλληκαρίδη τον ευγνωμονώ , γιατί από το περιστατικό που καταγράφω συνάγεται ότι αυτός ήταν ο υπαίτιος που αγάπησα το νησί του με όλη τη δύναμη της ψυχής μου
Ο Παλληκαρίδης με παρώθησε να επισκεφτώ την Κύπρο πολλές φορές. Αυτός οδήγησε τα βήματά μου στα σπιτικά των αδελφών του και στη γενέθλια γη του την Τσάδα.. Αυτός με παρώθησε να γνωρίσω συμμαθητές και φίλους του, συναγωνιστές και συντρόφους του. Ο Ευαγόρας με παρακίνησε να επισκεφτώ τα κρησφύγετα και τα λημέρια του. στα βουνά της Πάφο. Αυτός μου υπαγόρευσε να καταγράψω το περιστατικό της πρώτης γνωριμίας μας. Μιας γνωριμίας οπωσδήποτε φανταστικής, αλλά για μένα βιωματικής
Ευαγόρα ! , Αδελφέ μου Ευαγόρα, σε ευγνωμονώ. Σε διαβεβαιώνω ότι όσο οι δυνάμεις μου, φυσικές και πνευματικές, το επιτρέπουν θα αγωνίζομαι για να παραμείνει άσβεστο το καντήλι της μνήμης σου.-
ΜΑΤΑΙΩΣΗ ΘΕΑΤΡΙΚΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Του Δημήτρη Στεργιούλη
Επίτιμου Διευθυντή
2ου Δημοτικού Σχολείου Κιάτου
«ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗΣ»
Γεννήθηκα και έζησα τα παιδικά μου χρόνια στα Βραγκιανά των Θεσσαλικών Αγράφων, χωριό κακοτράχαλο και άγονο , δύσβατο και δυσπρόσιτο με τα σπίτια του σκορπισμένα σε πλαγιές και γούπατα, σε ραχούλες και ισιώματα, σε λαγκαδιές και ξέφωτα, σε λογγές και διάσελα.
Στο Σχολείο του χωριού μου έμαθα και τα πρώτα γράμματα σε καιρούς δύσκολους και χαλεπούς. Όταν γράφτηκα στην Πρώτη Δημοτικού , το Σεπτέμβρη του 1952, δεν είχαν συμπληρωθεί ούτε δύο χρόνια από τη λήξη του εμφύλιου σπαραγμού. Η φτώχεια και η δυστυχία μάστιζε το χωριό μου.
Κι όμως εκείνα τα δύσκολα , αλλά όμορφα μαθητικά χρόνια, τα αναπολώ με βαθιά συγκίνηση σήμερα. Νοσταλγικά θυμάμαι τη σχολική χρονιά 1956-1957, που ήμουν μαθητής της Πέμπτης τάξης στο Σχολείο της γενέτειράς μου. Ήταν η χρονιά που ήρθε νεοδιόριστος δάσκαλος στο χωριό μας, νεαρός στην ηλικία, λιγνός , καλοσυνάτος με βλέμμα σπινθηροβόλο και διαπεραστικό.
Εκείνος ο δάσκαλος μάς συνέπαιρνε με τη διδασκαλία του. Μιλούσε κατ’ ευθείαν στην ψυχή μας.. Κάθε ημέρα εύρισκε το χρόνο να μας κάνει Ιστορία και μας μιλούσε για τους προγόνους μας , τους ήρωες και τους μάρτυρες του έθνους μας. Μας μιλούσε με πάθος για τον Ελληνικό Κυπριακό Λαό που αγωνιζόταν ηρωικά την εποχή εκείνη μέσα από τις τάξεις της θρυλικής Ε.Ο.Κ.Α. για να αποτινάξει το ζυγό της αγγλοκρατίας.
Μας μιλούσε για το Μακάριο και τον Κυπριανό και τα μάτια του σπίθιζαν Τους προσομοίαζε με τον Παπαφλέσσα , τον Παλαιών Πατρών Γερμανό και το Γερμανό Καραβαγγέλη. Μας έκανε λόγο για το Διγενή και τα στήθη του φούσκωναν από περηφάνια. Ανδρούτσο της Κύπρου τον αποκαλούσε. Τα παλληκάρια της Ε.Ο.Κ.Α. τα παρομοίαζε με εκείνα του Κατσαντώνη, του Καραϊσκάκη και του Μπουκουβάλα, περίσημων και θρασυκάρδιων κλεφτών, που στα χρόνια της τουρκοκρατίας έδρασαν και στην περιοχή του χωριού μας.
Εκείνος ο δάσκαλος έφερε και το πρώτο ραδιόφωνο στο χωριό μας, που λειτουργούσε με μια μεγάλη μπαταρία . Το ραδιόφωνο το είχε εγκατεστημένο στο δωματιάκι που είχε το διδακτήριο του Σχολείου μας από κατασκευής προορισμένου για κατοικία του δασκάλου.
Το ραδιόφωνο εκείνο έσπασε την απομόνωση του χωριού μου. Μαθαίναμε τι γινόταν στον «έξω κόσμο», όπως έλεγαν οι συγχωριανοί μου. Αλλά δεν ήταν και λίγες οι φορές που χρησιμοποιήθηκε το ραδιόφωνο και ως ψυχαγωγικό μέσο για εμάς τα σχολιαρούδια.
Ο δάσκαλός μας γνώριζε τις ημέρες της εβδομάδας, αλλά και τις ώρες που το ραδιόφωνο θα έβαζε δημοτικά τραγούδια .Τότε άνοιγε το παράθυρο του δωματίου του, μεγάλωνε την ένταση του ραδιόφωνου , βγαίναμε στο προαύλιο πιανόμασταν χέρι-χέρι κι ο δάσκαλος μας μάθαινε να χορεύουμε στους ρυθμούς του Τσάμικου, του Καλαματιανού και του Συρτού.
Τα κλέφτικα τραγούδια συνέπαιρναν το δάσκαλό μας. «Είναι τραγούδια της λεβεντιάς και της παλικαριάς» μας έλεγε ∙ «είναι τραγούδια ηρωικά». Και δεν παρέλειπε να μας τονίζει κάθε φορά ότι ο τόπος μας γέννησε πολλούς ήρωες κι αν χρειαστεί θα ξαναγεννήσει άλλους τόσους κι ακόμα περισσότερους . .
Κάθε φορά που μιλούσε ο δάσκαλός για την Ιστορία μας, τους ήρωές μας και τους μάρτυρες της πίστης μας κρεμόμουν από τα χείλη του. Τα πατριωτικά του κηρύγματα με έθελγαν, τα απομνημόνευα με καταπληκτική ευχέρεια και εβδομάδες αργότερα ήμουν σε θέση να τα ανασύρω αυτολεξεί από τη μνήμη μου.
Και σήμερα ακόμη θυμάμαι αυτούσια ολόκληρα κομμάτια από τα πατριωτικά κηρύγματα του δασκάλου μου. Φαίνεται ότι η παρέλευση πενήντα δυο χρόνων δεν μπόρεσε να τα εξαλείψει από τη μνήμη μου.
Στις αρχές του Δεκέμβρη του ΄56 ο δάσκαλος μάς ανακοίνωσε ότι θα πρέπει το Σχολείο μας να γιορτάσει τη φετινή χρονιά την Εθνική Επέτειο της 25ης Μαρτίου 1821 μεγαλοπρεπώς. Γι’ αυτό επιβάλλεται από τώρα να αρχίσουμε την προετοιμασία.
Θα ανεβάσουμε επί σκηνής δύο πατριωτικά θεατρικά έργα Το ένα έχει σχέση με τη μάχη της Αλαμάνας και το άλλο με το αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α. Και χωρίς να χάσει χρόνο κάλεσε στην έδρα του το μαθητή της Στ΄ τάξης Σ.Μ. και του είπε. «Πάρε αυτό το βιβλίο και όπου συναντάς το όνομα «Διάκος» θα γράφεις στο τετράδιό σου το κείμενο που ακολουθεί. Θα σταματάς το γράψιμο όταν συναντάς άλλο όνομα και θα ξαναρχίζεις να γράφεις όταν συναντάς πάλι το όνομα «Διάκος» . Αυτόν τον τρόπο γραψίματος θα ακολουθήσεις από την αρχή μέχρι το τέλος του βιβλίου. Κάθισε τώρα και μέχρι αύριο το πρωί θα πρέπει να έχεις τελειώσει το γράψιμο και να φέρεις το βιβλίο στο Σχολείο».
Μετά ο δάσκαλος φώναξε το όνομά μου. Σηκώθηκα από το θρανίο και τον πλησίασα. « Εσύ θα υποδυθείς το Χάρτιγκ. Ό,τι είπα στο Σωτήρη. ισχύουν και για σένα . Εξηγήσεις και διευκρινίσεις δε χρειάζεσαι. Πάρε τώρα το βιβλίο και κάθισε»..
Σε δυο εβδομάδες είχαμε γράψει τους ρόλους μας. Στους μαθητές της Ε΄ και Στ΄ τάξης που δεν θα συμμετείχαν στα θεατρικά έργα ο δάσκαλος ανάθεσε ποιήματα. Η εντολή που μας έδωσε ρητή , άγραφος νόμος θα μπορούσε να πει κανείς. Θα έπρεπε μέσα στις διακοπές των Χριστουγέννων να μάθουμε «απ’ έξω και ανακατωτά» τους ρόλους μας.
Οι χριστουγεννιάτικες διακοπές τελείωσαν, το σχολείο άρχισε την επαναλειτουργία του, ο δάσκαλος μάς ανακοίνωσε ότι κάθε Δευτέρα-Τετάρτη και Παρασκευή και με το πέρας των μαθημάτων οι μαθητές της Ε΄ τάξης θα παραμένουν στο διδακτήριο για να κάνουμε τις πρόβα. Τις υπόλοιπες ημέρες της εβδομάδας θα παρέμειναν για πρόβα οι μαθητές της Στ΄.
Οι ημέρες περνούσαν. Φθάσαμε στα τέλη Φεβρουαρίου και με το δάσκαλό μας σε θέση σκηνοθέτη η θεατρική μας απόδοση ήταν καταπληκτική. Μπήκαμε στο Μάρτη και στην όλη διαδικασία είχαν εμπλακεί και οι γονείς μας, που έπρεπε να φροντίσουν για τις στολές που θα φορέσουμε.
Ξημέρωσε η 14η Μαρτίου 1957. Ξύπνησα πρωί και ετοιμάστηκα για το Σχολείο. Το σπίτι μου ήταν έξω από το χωριό στην τοποθεσία Μάντζερες και για να φτάσω στο Σχολείο χρειαζόμουν μισή και πλέον ώρα.
Πέρασα από την τοποθεσία Σταυρός κι εκεί περίμενα τα παιδιά που έμειναν στο συνοικισμό Ραΐνιστα. Κι όταν αυτά κατέφθασαν συνεχίσαμε την πεζοπορία μας για το Σχολείο. Σε λίγα λεπτά βρισκόμασταν στο εξωκλήσι του Αϊ-Νικόλα, ακριβώς απέναντι από το χωριό, οπότε άρχισε να χτυπά πένθιμα η καμπάνα του Αϊ-Δημήτρη.
Κοντοσταθήκαμε για λίγο για να σκεφτούμε ποιος χωριανός μας πέθανε . Επειδή ο καθένας μας έλεγε όποιο όνομα του κατέβαινε αντιληφθήκαμε ότι κάθε περαιτέρω σκέψη θα επιμήκυνε το χρόνο μετάβασής μας στο Σχολείο και υπήρχε πιθανότητα να φτάσουμε σ’ αυτό καθυστερημένα. Κι αν θα άρχιζε το μάθημα ο δάσκαλος θα μας μάλωνε.
Γι’ αυτό επιταχύναμε το βηματισμό μας και βρισκόμασταν στο σχολικό προαύλιο την ώρα που χτυπούσε το κουδούνι .
Παραταχθήκαμε κατά τάξη και τριάδες, έγινε η πρωινή προσευχή και με την ολοκλήρωσή της ο δάσκαλός μας δεν έδωσε εντολή να περάσουμε στην αίθουσα, αλλά μας ανακοίνωσε ότι «εν παρατάξει» θα πάμε στον Αϊ- Δημήτρη, καθεδρικό Ναό του χωριού μας .Η απόσταση του Ναού από το Σχολείο μικρή, γι’ αυτό φθάσαμε εκεί πολύ γρήγορα.
Ο Ιερέας του χωριού μας, ο σεβάσμιος παπα-Ματθαίος και η γιαγιά η Σαββούλα η εκκλησάρισσα (νεωκόρος) μας περίμεναν έξωθεν του Ναού στα πέτρινα πεζούλια καθισμένοι.
Εισήλθαμε στο Ναό. Ο δάσκαλος ανέβηκε στο στασίδι του ψάλτη και ο παπα-Ματθαίος μπήκε στο Ιερό. Φόρεσε το πετραχήλι του, είπε το «Ευλογητός ο Θεός ημών…», πήρε το θυμιατό , στάθηκε στο μέσον της Ωραίας Πύλης και άρχισε να αναπέμπει επιμνημόσυνη δέηση για ανάπαυση της ψυχής «του δούλου του Θεού Ευαγόρα».
Αντιλήφθηκα αμέσως ότι ο άνθρωπος που πέθανε λεγόταν Ευαγόρας. Για τον Ευαγόρα λοιπόν χτυπούσε πένθιμα η καμπάνα του χωριού μου. Πρώτη φορά άκουγα τέτοιο όνομα. Όσο όμως κι αν βασάνιζα το μυαλό μου δε μπορούσα να εντοπίσω συγχωριανό μου με αυτό το όνομα.
Η απορία μου έμελλε να λυθεί σε μικρό χρονικό διάστημα. Αφού λοιπόν ολοκληρώθηκε η επιμνημόσυνη δέηση και πριν ο Ιερέας πει το «Δι’ ευχών» ο δάσκαλος, σκυθρωπός και φανερά στενοχωρημένος , ανέβηκε μέχρι το δεύτερο ξύλινο σκαλοπάτι του δεσποτικού θρόνου, όπου και στάθηκε. Για δευτερόλεπτα αγκάλιασε με το βλέμμα του όλους τους μαθητές του και ύστερα άρχισε το λόγο του.
Πύρινος ο λόγος του φλογερού εκείνου δάσκαλου. Θυμάμαι, λες και ήταν χθες , πως άρχισε την ομιλία του.
« Αγαπητά μου παιδιά,
Συγκεντρωθήκαμε σήμερα στον ιερό τούτο χώρο για να προσευχηθούμε υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του 18/χρονου μαθητή του Ελληνικού Γυμνασίου της Πάφου Ευαγόρα Παλληκαρίδη., που κρέμασαν οι δόλιοι και καταχθόνιοι ‘ Αγγλοι αποικιοκράτες τα μεσάνυχτα της χθες προς σήμερον στις Κεντρικές Φυλακές της Λευκωσίας , της πρωτεύουσας της Κύπρου μας, με εντολή του αιμοσταγούς τυράννου , του ξετσίπωτου εγκληματία Χάρτιγκ..
Την εκτέλεση του μαθητή Ευαγόρα Παλληκαρίδη γνωστοποίησε στο Πανελλήνιο σήμερα το πρωί ο ραδιοφωνικός σταθμός Αθηνών»
Όταν άκουσα από το στόμα του δασκάλου μου ότι ο Χάρτιγκ είναι ξετσίπωτος εγκληματίας και ότι αυτός έδωσε εντολή για να κρεμάσουν το μαθητή Ευαγόρα Παλληκαρίδη κρύος ιδρώτας με περιέλουσε. Τα γόνατά μου λύθηκαν, οι αρμοί του σώματός μου παρέλυσαν . Ένιωσα να χάνω το έδαφος κάτω από τα πόδια μου.
Ο δάσκαλός μας συνέχιζε τον πύρινο λόγο του, αλλά εγώ δεν είχα το κουράγιο να τον παρακολουθήσω. Αποτραβήχτηκα σ΄ ένα στασίδι . Κάθισα, έσκυψα το κεφάλι , κάλυψα με τις παλάμες των χεριών μου το πρόσωπό μου και ξέσπασα σε κλάμα βουβό.
Τα συναισθήματα που πλημμύριζαν το είναι μου ανάμεικτα. Ένιωθα μεγάλο πόνο για το θάνατο του Ευαγόρα Παλληκαρίδη και ταυτόχρονα απέραντη αγάπη για το πρόσωπό του, μίσος απύθμενο για το Χάρτιγκ και τους ΄Αγγλους αποικιοκράτες, ενοχές και αηδία για τον εαυτό μου , που αβασάνιστα, χωρίς προηγούμενη πληροφόρηση και περίσκεψη, δέχτηκα να υποδυθώ το ρόλο ενός ξετσίπωτου εγκληματία.
Αυτές οι ενοχές με οδηγούσαν να σκέφτομαι πράξεις τολμηρές, αλλά δίσταζα να τις θέσω σε εφαρμογή, γιατί δεν μπορούσα να προβλέψω το είδος κα το μέγεθος των συνεπειών που θα επακολουθούσαν. Πίστευα όμως ότι αν το αποτολμούσα να υλοποιήσω τις σκέψεις, ανεξαρτήτως των όποιων συνεπειών, θα εύρισκα και πάλι την ψυχική μου ηρεμία.
Από τις σκέψεις αυτές με απάλλαξε η αλλαγή του τόνου της φωνής του δασκάλου μου, «που στεντορεία τη φωνή», έκλεινε την ομιλία του με τούτα τα λόγια:
«Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης δεν πέθανε. Ζει. Και θα ζει για πάντα στις καρδιές των Ελλήνων». Ο Ιερέας είπε το «Δι’ ευχών των Αγίων πατέρων…» και επακολούθησε το ψάλσιμο του Εθνικού μας Ύμνου..
Τέλος βγήκαμε από την εκκλησία και πήραμε το δρόμο της επιστροφής για το Σχολείο, όπου θα συνεχιζόταν κανονικά το μάθημα Μετά βίας τα πόδια μου άντεχαν τη μεταφορά του σαρκίου μου το οποίο «δίκην σορού» εναπέθεσα στο θρανίο μου.. Ο δάσκαλος με πλησίασε και με τακτ με ρώτησε γιατί είμαι πελιδνός.. Πρώτη φορά άκουγα αυτή τη λέξη ∙ δεν γνώριζα τη σημασία της και ούτε ζήτησα να τη μάθω εκείνη τη στιγμή. Προφασίστηκα , όμως, ότι είμαι άρρωστος και ζήτησα την άδεια να φύγω για το σπίτι μου , η οποία μου χορηγήθηκε χωρίς περιστροφές.
Η μάνα μου παραξενεύτηκε που με είδε να επιστρέφω τόσο νωρίς από το Σχολείο και ζήτησε να μάθει το λόγο. Δεν ξέρω τι μου ήρθε και της είπα ότι ήμουν αδιάβαστος και με έδιωξε ο δάσκαλος. Θυμωμένη μου απάντησε ότι καλά με έκανε.
Πήγα και κάθισα στην κουζίνα μας . Εκεί πήρα τη μεγάλη απόφαση και την κράτησα μυστικό επτασφράγιστο..
Οι ημέρες περνούσαν και χωρίς καλά-καλά να το καταλάβω φθάσαμε στην παραμονή της 25ης Μαρτίου. Αυτή την ημέρα δεν κάναμε μάθημα. Ασχοληθήκαμε με το σημαιοστολισμό του διδακτηρίου μας, καθαρίσαμε τα μονοπάτια του χωριού μας , ασβεστώσαμε τις τουαλέτες , φορέσαμε τις στολές εμείς που θα παίζαμε τα σκετς, να μας δει ντυμένους ο δάσκαλός μας , για να επισημάνει πιθανές ατέλειες στις φορεσιές μας , οι οποίες έπρεπε να διορθωθούν στην ώρα τους.
Στο σχολείο μας ήταν και καμιά δεκαριά νοικοκυρές. . Άλλες σφουγγάριζαν, άλλες καθάριζαν τα τζάμια, άλλες σκούπιζαν , άλλες κρεμούσαν κουρτινάκια στα παράθυρα. Αργά το μεσημέρι τα πάντα είχαν τακτοποιηθεί.
Ξημέρωσε η 25η Μαρτίου. Όλοι οι μαθητές είχαμε συγκεντρωθεί στο προαύλιο του Σχολείου την «κεκανονισμένην ώραν ». Χτύπησε το κουδούνι,. παραταχθήκαμε κατά τάξεις και σε τριάδες. Οι μαθητές της Στ΄ ξεκρέμασαν από τους τοίχους του διδακτηρίου τις εικόνες των ηρώων του 1821 . Έπρεπε να τις πάρουμε και αυτές στην εκκλησία για να λειτουργηθούνε, καθώς είπε ο δάσκαλος. Αυτό πρώτη φορά γινόταν στο χωριό μας και έκτοτε συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Προέκυψε όμως ένα πρόβλημα. Ο αριθμός των εικόνων των ηρώων ήταν μικρότερος από τον αριθμό των μαθητών της Στ. Το πρόβλημα λύθηκε δίκαια και αυτοστιγμεί από το δάσκαλό μας. Τις εικόνες θα τις έπαιρναν οι μαθητές της Στ που δεν είχαν συμμετοχή στο σκετς.
Όταν φθάσαμε στην εκκλησία μείναμε κατάπληκτοι. Τέτοια κοσμοσυρροή δεν ξαναγνώρισε το χωριό μας. Ήρθαν άνθρωποι και από τα γειτονικά χωριά, έστω και αν χρειάστηκαν δυο ώρες ποδαρόδρομο.
Όταν τελείωσε η Θεία λειτουργία ο δάσκαλός μας μίλησε στον κόσμο για την επανάσταση του 21 και έπλεξε το εγκώμιο των ηρώων μας.
Κατά τις 11.30΄ τα πάντα ήταν έτοιμα για την έναρξη της σχολικής μας γιορτής. Ο κόσμος στις θέσεις του, η αυλαία της σκηνής κλειστή, οι μαθητές της Ε΄ και Στ΄ τάξης, που θα παρουσιάζαμε τα σκετς, ντυμένοι και στα παρασκήνια.
Πέντε- έξι αγόρια , που αποφοίτησαν πριν από τρία χρόνια από το Σχολείο μας – τώρα βοσκούσαν τα κοπάδια των γονιών τους- « επιστρατεύτηκαν» από το δάσκαλό μας για βοηθητικές δουλειές ήταν κι αυτά στα πόστα τους. (δύο θα άνοιγαν την αυλαία τραβώντας κάτι σχοινιά και χωρίς να φαίνονται από τους θεατές και οι υπόλοιποι θα ανέβαζαν ή θα κατέβαζαν από τη σκηνή τα απαραίτητα κάθε φορά έπιπλα ή άλλα υλικά)
Ανακοινώθηκε στον κόσμο ότι εντός ολίγων λεπτών οι μαθητές της Ε΄ τάξης θα παρουσιάσουν ένα θεατρικό πατριωτικό δράμα για την Κύπρο και την Ε.Ο.Κ.Α..
Τα λεπτά περνούσαν και η αυλαία δεν άνοιγε παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις των συμμαθητών μου να ανέβω στη σκηνή.
Ο ρόλος μου ήταν πρωταγωνιστικός . Συμμετείχα σχεδόν σε όλες τις σκηνές του έργου. Χωρίς τη δική μου παρουσία το έργο δεν μπορούσε να παιχθεί.
Βλέποντας ο δάσκαλος ότι καθυστερεί το άνοιγμα της αυλαίας ήρθε στα παρασκήνια κι εκεί πληροφορήθηκε ότι υπαίτιος για την καθυστέρηση ήμουν εγώ. Με κοίταξε με ύφος αυστηρά και μου έδωσε εντολή να ανέβω αμέσως στη σκηνή Αφού αρνήθηκα να υπακούσω στην εντολή του, ο δάσκαλος άλλαξε τακτική. Το έριξε στα παρακάλια. Δυστυχώς όμως ήμουν αμετάπειστος.
Στα παρασκήνια ήρθε και η μάνα μου «ευθύς ως επληροφορήθη τα καθέκαστα» και άρχισε τα παρακάλια. Μόνο μετάνοιες δεν μου έκανε. η καημένη.
Με τα πολλά πείστηκα κι ανέβηκα στη σκηνή. Κάθισα στην πολυθρόνα που είχαν εκεί τοποθετήσει και για να ταιριάζει και στο βαθμό του «στρατάρχη» που έφερα την είχαν επενδύσει με μια φλοκάτη κατακίτρινη.
Η αυλαία άνοιξε. Χωρίς κανένα δισταγμό σηκώθηκα από την πολυθρόνα έκανα μερικά βήματα, προχώρησα στο μπροστινό μέρος της σκηνής και με φωνή σταθερή είπα:
«Εγώ ξετσίπωτος εγκληματίας σαν το Χάρτιγκ δε γίνομαι. Δεν θέλω να παίξω το ρόλο του Χάρτιγκ. Ο Χάρτιγκ είναι εγκληματίας. Το ακούτε; Είναι ξετσίπωτος εγκληματίας. Σκότωσε τον Κύπριο μαθητή Ευαγόρα Παλληκαρίδη».’Εκανα στροφή επί τόπου και έφυγα από τη σκηνή προς τα παρασκήνια.
Η μάνα μου και ο δάσκαλος με ακολούθησαν κατά πόδας . Ο παπα-Ματθαίος άρχισε να χειροκροτεί και κοντά σ’ αυτόν και οι συγχωριανοί μου, χωρίς να γνωρίζουν γιατί χειροκροτούν. Αγράμματοι άνθρωποι ήταν. Ίσως να σκέφτηκαν ότι αφού χειροκροτεί ο παπάς κάτι θα ξέρει αυτός .Γιατί λοιπόν να μη χειροκροτήσουμε κι εμείς;
Κι ενώ το χειροκρότημα συνεχιζόταν ακούστηκε η βραχνή φωνή του παπα-Ματθαίου που έλεγε στη μάνα μου να με αφήσει ήσυχο. ‘Υστερα από την παρέμβαση του παπά ο δάσκαλος ανέβηκε στη σκηνή και εξήγησε στους χωριανούς μου ποιος ήταν ο Χάρτιγκ. και ποιος ο Παλληκαρίδης. Στη συνέχεια ανακοίνωσε ότι η θεατρική παράσταση που θα παρουσίαζαν οι μαθητές της Ε΄ τάξης ματαιώνεται και ότι θα παρουσιασθεί μόνο το πατριωτικό δράμα «Αθανάσιος Διάκος».
Τότε ήταν που σηκώθηκε θύελλα χειροκροτημάτων. Έτσι βρήκα την ευκαιρία να φύγω από το Σχολείο , χωρίς να γίνω αντιληπτός και ντυμένος Χάρτιγκ κατευθύνθηκα στο σπίτι του μπάρμπα-Αποστόλη αναζητώντας καταφύγιο. Την αλλαξιά των ρούχων μου τη γιορτινή την εγκατέλειψα στο Σχολείο.
Επειδή το σπίτι ήταν κλειστό κατάλαβα ότι θα ήταν στο Σχολείο ο μπάρμπα-Αποστόλης και η γυναίκα του η θεια-Διαμάντω. Περίμενα στην αυλή αρκετή ώρα μέχρι που ήρθαν. Σαν με είδε η θεία μου ντυμένο στρατηγό έσκασε στα γέλια. Της είπα να αφήσει τα αστεία , γιατί εγώ πεινούσα. Με συμπόνεσε και μου έφερε ψωμί και τυρί για φαγητό. Σαν νύχτωσε ήρθε ο πατέρας μου και με πήρε στο σπίτι.
Την άλλη ημέρα παρέα με τον πατέρα μου πήγα στο Σχολείο. Ο πατέρας μου και ο δάσκαλος συζήτησαν για λίγο κατ’ ιδίαν , ενώ εγώ κάθισα στο θρανίο μου. Φεύγοντας ο πατέρας μου άρχισε κανονικά το μάθημα, χωρίς να μου κάνει καμία παρατήρηση ο δάσκαλος..
Τα χρόνια πέρασαν. ΄Εγινα και ο ίδιος δάσκαλος .Υπηρέτησα στη δημόσια εκπαίδευση για τριάντα έξι ολόκληρα χρόνια . Πέρασαν από τα χέρια μου εκατοντάδες ελληνόπουλα. Εργάστηκα σκληρά για να τα μάθω να ακουμπάνε με σεβασμό κι ανατριχίλα στα δάκρυα και τα κόκαλα των προγόνων τους. Πίστευα και εξακολουθώ να πιστεύω ότι θα πρέπει τα παιδιά μας να αποκτήσουν αίσθηση ιθαγένειας και αίσθηση συνέχειας . Να ξέρουν από πού έρχονται και πού πηγαίνουν .
Κάθε ημέρα και για 36 ολόκληρα χρόνια , μιμούμενος το δάσκαλό μου, μιλούσα στους μαθητές μου για την Κύπρο και την Ιστορία της. . Τους μιλούσα για τον Παλληκαρίδη, το Μάτση, το Λένα, το Μαυρομάτη , τον Κουτσόφτα, τον Παναγίδη, τον Αυξεντίου, τον Καραολή, το Δημητρίου, το Μάρκο Δράκο , το Ζάκο, το Μιχαήλ, τον Πατάτσο, το Μακάριο, το Διγενή,
Ως Διευθυντής του 2ου Δημοτικού Σχολείου Κιάτου κίνησα τη διαδικασία και δόθηκε σ’ αυτό το όνομα του Ευαγόρα Παλληκαρίδη ..Στο δε προαύλιο του Σχολείου, με ενέργειές μου, η Βουλή των Ελλήνων έστησε την προτομή του
Τον Παλληκαρίδη τον ευγνωμονώ , γιατί από το περιστατικό που καταγράφω συνάγεται ότι αυτός ήταν ο υπαίτιος που αγάπησα το νησί του με όλη τη δύναμη της ψυχής μου
Ο Παλληκαρίδης με παρώθησε να επισκεφτώ την Κύπρο πολλές φορές. Αυτός οδήγησε τα βήματά μου στα σπιτικά των αδελφών του και στη γενέθλια γη του την Τσάδα.. Αυτός με παρώθησε να γνωρίσω συμμαθητές και φίλους του, συναγωνιστές και συντρόφους του. Ο Ευαγόρας με παρακίνησε να επισκεφτώ τα κρησφύγετα και τα λημέρια του. στα βουνά της Πάφο. Αυτός μου υπαγόρευσε να καταγράψω το περιστατικό της πρώτης γνωριμίας μας. Μιας γνωριμίας οπωσδήποτε φανταστικής, αλλά για μένα βιωματικής
Ευαγόρα ! , Αδελφέ μου Ευαγόρα, σε ευγνωμονώ. Σε διαβεβαιώνω ότι όσο οι δυνάμεις μου, φυσικές και πνευματικές, το επιτρέπουν θα αγωνίζομαι για να παραμείνει άσβεστο το καντήλι της μνήμης σου.-
Δημήτριος Στεργιούλης
Δευτέρα, 12 Ιουλίου 2010 6:21 μμ
PERSONA NON GRATA
του Δημήτρη Στεργιούλη Επίτιμου Διευθυντή 2ου Δημοτικού Σχολείου Κιάτου «ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗΣ»
Το Φεβρουάριο του 1957, το κακουργιοδικείο των Άγγλων αποικιοκρατών στη Λευκωσία καταδίκασε σε θάνατο τον έφηβο αγωνιστή της ΕΟΚΑ Ευαγόρα Παλληκαρίδη. Το παράπτωμα στο οποίο υπέπεσε ο Παλληκαρίδης ήταν η συνειδητή άρνησή του να αναγνωρίσει τη δεσποτεία των Άγγλων στο νησί του, την οποία και πολέμησε με τη γραφίδα και το όπλο. ΄Οσον αφορά στο ότι ο Παλληκαρίδης κατά τη σύλληψή του μετέφερε ένα γρασαρισμένο οπλοπολυβόλο Μπρεν, γύρω από το οποίο στοιχειοθετήθηκε το σε βάρος του κατηγορητήριο από τους αποικιοκράτες, είναι θέμα που δεν αντέχει στη βάσανο της κριτικής και είναι καταγέλαστο το γεγονός ότι αυτό στάθηκε αφορμή και αιτία για να σταλεί στο θάνατο ένας έφηβος, που δεν πρόλαβε καν να λογιστεί νέος. Και ο μεν νόμος παρά την παγκόσμια κατακραυγή-”ακολούθησε την πορεία του” και ο Παλληκαρίδης απαγχονίστηκε τα μεσάνυχτα της 13ης προς την 14η Μαρτίου του 1957 στις Κεντρικές Φυλακές της Λευκωσίας.
Σημαιοφόρος της παγκόσμιας κατακραυγής για την καταδίκη του Παλληκαρίδη σε θάνατο, αλλά και της οικουμενικής εκστρατείας για να δοθεί χάρη στον έφηβο επαναστάτη ήταν ο Αμερικανός Βουλευτής της πολιτείας Πενσυλβάνια των Η.Π.Α. Foulton. Δυστυχώς τις εκκλήσεις της Βουλής των Ελλήνων, αλλά και προσωπικοτήτων διεθνούς κύρους από όλο τον κόσμο, καθώς και την έκκληση σαράντα βουλευτών του Εργατικού Κόμματος της Αγγλίας, η βασίλισσα Ελισάβετ τις προσπέρασε ασυγκίνητη. Και για να φανταστείτε το μέγεθος της αναλγησίας, όχι μόνο αρνήθηκε να δώσει χάρη στον έφηβο αγωνιστή, αλλά αρνήθηκε να ικανοποιήσει το αίτημα του πατέρα του εθνομάρτυρα ΕΥΑΓΟΡΑ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗ, να του παραδοθεί η σορός του παιδιού του, για να ταφεί σύμφωνα με τις παραδόσεις του λαού μας και της πίστης μας. Και αφού ο «άνομος νόμος» της αγγλοκρατίας έπρεπε να πάρει το δρόμο του ο ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗΣ τον βάδισε όρθιος και περήφανος, ανυποχώρητος και αταλάντευτος από τις αρχές του πατριωτικού του καθήκοντος. Στάθηκε απτόητος κι ατάραχος κάτω από το ικρίωμα. Κοίταξε κατάματα το θάνατο κι εκείνος χαμήλωσε το βλέμμα του.
Ο ΕΥΑΓΟΡΑΣ πέρασε στο πάνθεο των ηρώων, των αθανάτων του Έθνους των Ελλήνων ψάλλοντας τον Εθνικό μας Ύμνο και έκτοτε παραμένει και θα παραμείνει στο διηνεκές παγκόσμιο σύμβολο λευτεριάς. Σύμβολο κάθε ελευθερόφρονα ανθρώπου και κάθε καταπιεζόμενου λαού. Η αγχόνη του Παλληκαρίδη έγινε σταυρός και σημάδι που θα καθοδηγεί όχι μόνο την ελληνική, αλλά την παγκόσμια νεολαία στο δρόμο του καθήκοντος, στο δρόμο του χρέους προς την Πατρίδα. Κι αν οι Άγγλοι αποικιοκράτες έχουν τη σφαλερή εντύπωση ότι με τη φυσική εξόντωση του ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗ πέτυχαν και το θάνατό του «πλανώνται πλάνην οικτράν». Ο ΈΥΑΓΟΡΑΣ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗΣ ζει και θα ζει στον αιώνα τον άπαντα στην καρδιά κάθε Έλληνα, στην καρδιά κάθε πατριώτη όπου γης.
Συμπληρώθηκαν κιόλας πενήντα τρία ολόκληρα χρόνια από τον απαγχονισμό του Παλληκαρίδη. Κι όμως ο μεγάλος στην ψυχή και στο φρόνημα ΕΚΕΙΝΟΣ έφηβος, ο οραματιστής και τραγουδιστής της λευτεριάς της Κύπρου, ζει ανάμεσά μας. Πολλά από τα επαναστατικά και λυρικά του ποιήματα έχουν μελοποιηθεί, έγιναν τραγούδια, έγιναν πατριωτικά θούρια. Σχολεία, Στρατόπεδα, Πολιτιστικοί Σύλλογοι, Αθλητικά Σωματεία, Δρόμοι, Πλατείες, σε Ελλάδα και Κύπρο, αλλά και σε ελληνικές παροικίες του εξωτερικού φέρουν το όνομά του. Για την προσωπικότητά του έχουν γραφτεί χιλιάδες σελίδες. Ο Παλληκαρίδης πέρασε στην αθανασία. Αποτελεί το σέμνωμα ενός ολόκληρου λαού. Παρέμεινε για πάντα έφηβος. Τι λένε λοιπόν πέθανε; Ο Παλληκαρίδης δεν πέθανε. Δεν πέθανε ο αετός. ΖΕΙ, ΖΕΙ, και θα ΖΕΙ για να μας καθοδηγεί .
Τα χρόνια πέρασαν. Και ως αδυσώπητος που είναι ο χρόνος άφησε τα χνάρια του αυλακώνοντας και το πρόσωπο της «μεγάλης άνασσας», της Ελισάβετ, η οποία διάγει ήδη την όγδοη δεκαετία της ζωής της και οσονούπω θα κληθεί και η ίδια από τον Παντεπόπτη Κύριο να πληρώσει “το κοινόν για όλους τους ανθρώπους χρέος”. Πώς θα παρουσιαστεί ενώπιον του Θεού και τι είδους απολογία θα δώσει, για το πώς και γιατί δεν έστερξε να δοθεί χάρη στον Παλληκαρίδη, αλλά συναίνεσε να κοπεί το νήμα της ζωής του πάνω στο άνθος της ηλικίας του, είναι δική της υπόθεση. Και ούτε γράφεται τούτο το άρθρο γι’ αυτό το λόγο. Αλλού αποσκοπεί και καταγράφω το πού.
Σύμφωνα με την ειδησεογραφία των ημερών μας, που δεν έχω λόγους να πιστεύω ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, το φετινό καλοκαίρι θα γίνουν στο Πόρτο Χέλι οι γάμοι του Νικόλαου, γιου του έκπτωτου βασιλιά της Ελλάδας Κωνσταντίνου, και σ΄ αυτούς θα παραβρεθεί και η βασίλισσα της Αγγλίας Ελισάβετ. Το γεγονός ότι η Βασίλισσα των Άγγλων αρνήθηκε να χαρίσει τη ζωή σε ένα δεκαεννιάχρονο παιδί του Λαού μας ( κομμάτι του λαού μας είναι ο Κυπριακός Ελληνισμός), που αγωνιζόταν “παντί σθένει” για τη λευτεριά της Πατρίδας του, και λαμβανομένου υπόψη ότι ο θάνατος αυτού του παιδιού στέρησε από τα Ελληνικά Γράμματα, αλλά και την παγκόσμια λογοτεχνία, μια πολλά υποσχόμενη ποιητική προσωπικότητα, γνωστού δε όντως ότι το Πόρτο Χέλι, αλλά και η ευρύτερη περιοχή της Ερμιονίδας συγκαταλέγεται στις περιοχές της Πατρίδας μας με ανεκτίμητη προσφορά στον υπέρ της Ελευθερίας της Ελλάδας Αγώνα και αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού, θα πρέπει να οδηγήσει τον κ. Δήμαρχο Κρανιδίου, Δημοτικό Διαμέρισμα του οποίου αποτελεί το Πόρτο Χέλι, στην άμεση σύγκληση του Δημοτικού Συμβουλίου του και για τους ανωτέρω λόγους να κηρύξει τη βασίλισσα των Άγγλων ανεπιθύμητο πρόσωπο στο Δήμο Κρανιδίου.
Ειρήσθω εν παρόδω ότι στην ανωτέρω απόφαση θα πρέπει να δοθεί ευρεία δημοσιότητα για να καταδειχτεί για μια ακόμα φορά ότι “ο πολύπαθος λαός μας ακουμπά με δέος και σεβασμό στα κόκαλα και τα δάκρυα των εθνομαρτύρων μας και των ηρώων μας” και σε καμία των περιπτώσεων δεν αναγνωρίζει το δικαίωμα σε βέβηλους λεηλάτες των Ιερών και Οσίων της Φυλής μας , όποιοι κι αν είναι αυτοί, να οδηγούν στην αγχόνη αμούστακα παλικάρια μας, που το μόνο τους έγκλημα ήταν ο αγώνας για την αποτίναξη του δυνάστη «για τη χιλιάκριβη τη λευτεριά».
Μακάρι και σήμερα να είχαμε τέτοια παλικάρια…