150 χρόνια από την γέννηση του Κωστή Παλαμά.
Σεπτεμβρίου 18, 2009 at 10:05 πμ | In ΕΛΛΑΣ, ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ, Κωστής Παλαμάς | Comments OffTags: ποίηση, Έλληνες ποιητές, Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Κωστής Παλαμάς, Μαρία Βάλβη, Μεσολόγγι, ελληνική ποίηση
«Ηχήστε σάλπιγγες
καμπάνες βροντερές
δονείστε σύγκορμη τη χώρα
πέρα ως πέρα.
Σ’ αυτό το φέρετρο
ακουμπά η Ελλάδα.
Σημαίες της λευτεριάς
ξεδιπλωθείτε στον αέρα!».
Άγγελος Σικελιανός

Πέρασαν 66 χρόνια από κείνο το ξημέρωμα της 27ης Φεβρουαρίου 1943, που ο μεγάλος ποιητής πέταξε στην αθανασία.
Ο Κωστής Παλαμάς, γεννήθηκε στις 13 Ιανουαρίου 1859 στην Πάτρα. Στα πέντε του χρόνια χάνει την μητέρα του. Ο χαμός της πυρωμένο σίδερο στην τρυφερή παιδική ψυχή του.. λίγο αργότερα η πένα του θρηνεί αυτόν τον χαμό..
«Όταν η δόλια μάνα μου
τον κόσμο παρατούσε,
με πήγαν κι εγονάτισα
μικρό, πουλί, μπροστά της,
την τελευταία της πνοή
ο Χάρος ερροφούσε…»
Όταν έχασε και τον πατέρα του φιλοξενήθηκε από τον θείο του στο Μεσολόγγι. Βρίσκει παρηγοριά στην ποίηση, από την ηλικία των εννέα ετών. Τελείωσε το Δημοτικό και το Γυμνάσιο στο Μεσολόγγι και το 1875 γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά η αγάπη του για την ποίηση δεν τον άφησε να τελειώσει τις σπουδές του. Συνεργάστηκε με εφημερίδες και περιοδικά και από το 1886 άρχισε να εκδίδει τους στίχους του σε βιβλία.
Τον Δεκέμβρη του 1887 παντρεύτηκε τη Μαρία Βάλβη κι απέκτησαν τρία παιδιά: τον Λέανδρο, τη Ναυσικά και τον Άλκη.
Ο θάνατος του γιού του Άλκη τον βυθίζει στην θλίψη. Με τα δάκρυα της ψυχής του, συνθέτει τον θρήνο του:
“Άφκιαστο κι αστόλιστο του Χάρου δε σε δίνω.
Στάσου με τ’ ανθόνερο την όψη σου να πλύνω.
Το χρυσό το χτένισμα με τα χρυσά τα χτένια,
πάρτε απ΄τη μανούλα σας μαλλάκια μεταξένια.
Μήπως και του Χάροντα καθώς θα σε κυττάξει,
του φανείς αχάιδευτο και σε παραπετάξει!…….”
Διορίζεται γραμματεύς του Πανεπιστημίου Αθηνών. Πολλά από τα έγγραφα που συνέταξε ο Κωστής Παλαμάς κατά την διάρκεια της τριαντάχρονης θητείας του στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, σώζονται στο Ιστορικό Αρχείο του ιδρύματος.Το 1928 ο ποιητής παραιτείται από το Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Μέσα στην ποίηση του Παλαμά κυριαρχεί η αγάπη του για την Ελλάδα και προβάλλει ζωντανό κι επιτακτικό το όραμα του μέλλοντος του Ελληνικού Έθνους η «Μεγάλη Ιδέα».
Τρεις μέρες μετά την κήρυξη του πολέμου του 1940, γράφει απευθυνόμενος στα στρατευμένα νιάτα της Ελλάδος:
«.. αυτό το λόγο θα σας πω
δεν έχω άλλο κανένα
Μεθύστε με τ’ αθάνατο
κρασί του Εικοσιένα!»
Τον Φλεβάρη του 1943, χάνει την πιστή του σύντροφο και λίγες μέρες αργότερα, την ακολουθεί στο στερνό μεγάλο ταξίδι.
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ
Μόνος. Εν’ άδειο απέραντο τριγύρω μου,
και μιας πολέμιας χλαλοής ασώπαστη η φοβέρα.
Κι όταν εκείνη κατακάθεται,
μόνος, θανάσιμη σιωπή παγώνει πέρα ως πέρα.
Μόνος. Μ’ αρνήθηκαν οι σύντροφοι,
κι από το πλάι μου γνωστικά τ’ αδέρφια τραβηχτήκαν.
Μ’ έδειξε κάποιος. – Να τος! – Καταπάνω μου
γυναίκες, άντρες, γέροντες, παιδιά, σκυλιά ριχτήκαν.
Το χέρι το ακριβό της Οδηγήτρας μου,
που με κρατούσε, ανοίχτηκε προς άλλα χάϊδια … Μόνος.
Σε βάθη μυστικά περνούνε αστράφτοντας
των ασκητάδων οι χαρές, του μαρτυρίου ο θρόνος.
Φωτιά ‘βαλαν, το κάψανε το σπίτι μου,
και σύντριψαν τη λύρα μου με τη βαθιά αρμονία.
Την Πολιτεία δυο Λάμιες τη ρημάζουνε:
η λύσσα του καλόγερου, του δασκάλου η μανία.
Της Πολιτείας η πόρτα κλείστηκε,
με διώξανε, έρμος βρέθηκα στα έρμα μονοπάτια
και της Ιδέας της αστρομάτας, που έσφαξαν
από τη στράτα μάζωξα τα ολόφωτα κομμάτια.
Και τάσπερνα στο διάβα μου, και φύτρωναν
εδώ παράδεισοι, κ’ εκεί βασίλεια, κ’ εκεί πέρα
παλάτια κ’ εκκλησιές και δρακοντόκαστρα.
Κι όλα στην ίδια ευφραίνονταν ανύχτωτην ημέρα.
Α. Χ.
Σχετικά θέματα
Κωστής Παλαμάς: Η φλογέρα του βασιλιά
ΕΛΛΑΣ
ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ
Αυγούστου 31, 2009 at 7:28 μμ | In ΕΛΛΑΣ, ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ | Comments OffTags: Έλληνες ποιητές, Ελεγεία και σάτιρες, Κώστας Καρυωτάκης, Καρυωτάκης, Ο πόνος του ανθρώπου και των πραγμάτων, Πρέβεζα, ιδανικοί αυτόχειρες, Nηπενθή

Aς ανατρέξουμε για λίγο στην τρυφερή, μελαγχολική, ποίηση του μεγάλου αυτού ποιητή…..
Ας προσπαθήσουμε να μπούμε στην ψυχή του και να νοιώσουμε τα συναισθήματα ενός γεμάτου ζωή διανοητή ….
Ενός ονειροπόλου ιδανικού αυτόχειρα….
“Ο Κώστας Καρυωτάκης γεννήθηκε στην Τρίπολη το 1896 και από την εφηβική του ηλικία εκδηλώθηκε η λογοτεχνική του κλίση. Σπούδασε νομική στο πανεπιστήμιο της Αθήνας. Διορίσθηκε δημόσιος υπάλληλος στη νομαρχία Θεσσαλονίκης το 1920 κι μετά από αρκετές μεταθέσεις κατέληξε στην Πρέβεζα το 1928. Όλα αυτά τα χρόνια δεν καταφέρνει να νιώσει ευτυχισμένος απ’ την ζωή του και η κατάσταση δυσκολεύει όταν μετατίθεται στην Πρέβεζα. Δεν είναι απαισιόδοξος, αλλά αρνείται να ζεί συμβατικά. Έχει απομυθοποιήσει τα ιδανικά της ζωής και τον κυριαρχεί ο εφήμερος χαρακτήρας της. Οι λίγες χαρές της δεν του αρκούν. Η ποίηση είναι η μόνη του διέξοδος. Η σάτιρα του Kαρυωτάκη είναι λυρική, κρύβοντας στα βάθη της μιά νότα πίκρας και σαρκασμού. Ο Καρυωτάκης οραματίζεται έναν ιδεατό κόσμο, όπου ο άνθρωπος θα μπορεί να ζήσει ελεύθερος, χωρίς συμβατικότητες. Η ιδέα της αυτοκτονίας που τον απασχολεί αρκετό καιρό, αρχίζει να ωριμάζει μέσα του. Στις 20 Ιουλίου 1928 κάνει την πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας, πέφτοντας γυμνός στη θάλασσα. Δέκα περίπου ώρες προσπαθούσε να πνιγεί, αλλά τελικά δεν τα κατάφερε. Την επόμενη μέρα αγόρασε ένα πιστόλι και σημαδεύοντας την καρδιά του έδωσε τέλος στη ζωή του. Με την αυτοκτονία του, προσθέτει στην ποίησή του την δραματική σφραγίδα της ειλικρίνειάς του”.

Οι ποιητικές συλλογές του Καρυωτάκη:
“Ο πόνος του ανθρώπου και των πραγμάτων”
“Nηπενθή”
“Ελεγεία και σάτιρες”

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
Εγώ δεν επλανήθηκα σε δάση απάρθενα, βουερά,
μηδέ η ριπή μ’ εχτύπησε του ωκεάνειου ανέμου.
Σκλάβο πουλί, τ’ ανώφελα πηγαίνω σέρνοντας φτερά
και δε θα ιδώ τους ουρανούς που νοσταλγώ, ποτέ μου.
Μα πάντα, ω φύση, αλίμονο! πόσο η ψυχή μου ταπεινή
λάτρισσα στο παραμικρό γίνεται μάντεμά σου,
και πόσο, τώρα που η βραδιά θα πέσει φθινοπωρινή,
το καθετί περσότερο μου λέει την ομορφιά σου!
Με μιαν ακρούλα σύννεφου ταξιδεμένου με καλείς,
με το χρυσίο χαμόγελο του μαραμένου βρύου,
μ’ ένα χορτάρι ανάμεσα στις πλάκες όλες της αυλής,
που το σαλεύει μοναχό η πνοή του Σεπτεμβρίου.
Και τη φωνή σου ακούγοντας, τη μυστικιά, τη δυνατή,
ω φύση, θα ‘ρθω κάποτε φέρνοντας το σταυρό μου.
Θα’ ναι το χώμα σου ελαφρό, και θα ‘ναι πάντα ονειρευτή
η ώρα με τ’ αναπάντεχο τέλος του μάταιου δρόμου!
ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ (ΕΛΕΓΕΙΑ ΚΑΙ ΣΑΤΙΡΕΣ)

ΕΥΓΕΝΕΙΑ
Κάνε τον πόνο σου άρπα.
Και γίνε σαν αηδόνι,
και γίνε σα λουλούδι.
Πικροί όταν έλθουν χρόνοι,
κάνε τον πόνο σου άρπα
και πέ τονε τραγούδι.
Μη δέσεις την πληγή σου
παρά με ροδοκλώνια.
Λάγνα σου δίνω μύρα
για μπάλσαμο και αφιόνια.
Μη δέσεις την πληγή σου,
και το αίμα σου, πορφύρα.
Λέγε στους θεούς «να σβήσω!»
μα κράτα το ποτήρι.
Κλότσα τις ημέρες σου όντας
θα σου ‘ναι πανηγύρι.
Λέγε στους θεούς «να σβήσω!»
μα λέγε το γελώντας.
Κάνε τον πόνο σου άρπα.
Και δρόσισε τα χείλη
στα χείλη της πληγής σου.
Ένα πρωί, ένα δείλι,
κάνε τον πόνο σου άρπα
και γέλασε και σβήσου.
ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ (ΝΗΠΕΝΘΗ)
Α. Χ.
Σχετικά θέματα
Κώστας Κρυστάλλης
Μανώλης Καλομοίρης
Κωστής Παλαμάς: Η φλογέρα του βασιλιά
ΕΛΛΑΣ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ
Αυγούστου 1, 2009 at 8:30 πμ | In ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ, ΕΛΛΑΣ, ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ | Comments OffTags: ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ, ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ, ΣΑΤΙΡΑ
Ένας νέος Αριστοφάνης
“Ο Γεώργιος Σουρής γεννήθηκε στη Σύρο το 1852. Όνειρο του πατέρα του ήταν να τον κάνει παπά, αλλά η οικονομική του κατάσταση δεν το επέτρεψε. Έτσι όταν τελείωσε το Γυμνάσιο πήγε στο Ταγκαρόγκ της Ρωσίας για να εργαστεί ως υπάλληλος στο μαγαζί του θείου του, επειδή όμως δεν του ταίριαζε το εμπόριο, μετά από δύο μήνες επιστρέφει στην Αθήνα κι εργάζεται, ως αντιγραφέας συμβολαίων. Παίρνει μέρος σ’ ερασιτεχνικές θεατρικές παραστάσεις, ενώ παράλληλα φοιτεί στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου. Δεν κατόρθωσε όμως να πάρει πτυχίο. Για να βγάλει τα προς το ζην παρέδιδε μαθήματα και δημοσιογραφούσε στα περιοδικά της εποχής Ραμπαγά, Ασμοδαίο, Άστυ και Μη χάνεσαι.

Το 1873 γνώρισε κι ερωτεύθηκε την Μαρία Κωνσταντινίδου, με την οποία παντρεύτηκε το 1881 κι απέκτησαν 5 παιδιά! Στις 2 Απριλίου 1883 βγάζει το πρώτο φύλλο του Ρωμηού, που κυκλοφορεί για σχεδόν 37 ολόκληρα χρόνια. Η απόρριψή του μετά πολλών επαίνων απ’ το Πανεπιστήμιο τον έκαμε ν’ αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στη σάτιρα. Ο Σουρής αγαπήθηκε απ’ όλους ακόμη κι απ’ όσους σατίριζε κι αναγνωρίστηκε ως ο πρώτος κορυφαίος νεοέλληνας σατιρικός ποιητής. Το 1908, προτάθηκε για το Νόμπελ και το 1911 τιμήθηκε με τον Χρυσούν Σταυρό Του Σωτήρος. Πέθανε στις 26 Αυγούστου 1919 και κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη με τιμές στρατηγού. Η πολιτεία τον βράβευσε μετά θάνατον με τον Ταξιάρχη Του Σωτήρος.
Η αλλαγή της Αθήνας στις αρχές του 19ου αιώνος σατιρίζεται με μια δόση πικρίας από τον Σουρή…… κι όλως παραδόξως είναι σαν έχει μπροστά του, εκατό χρόνια πριν, την σημερινή Αθήνα…..
«Καινούργια Αθήνα και πλούτος και πείνα»
Απ’ την παλιά σου εποχή τίποτε δεν σου μένει
και κάθε μέρα κι από μια ανάμνηση σου σβήνει
οι πιο αρχαίοι σου κάτοικοι περνούνε πια για ξένοι
και θαύμα πως εσώθηκαν μέσα στα τόσα νέα
οι Άγιοι Θεόδωροι και η Καπνικαρέα.
Φαντάζομαι τον πληθυσμόν δεκαπλασιασμένον,
τον σύμπαντα ελληνισμόν εδώ συγκεντρωμένον,
και ούτε ένας κάτοικος εις την λοιπήν Ελλάδα.
Να μην υπάρχουν Θεσσαλοί, Κρήτες, Μυτιληναίοι,
και να γενούμε όλοι μας πολίται Αθηναίοι.
Με εκλογές εν όψη
Βάρδα να δράσωμε κι εμείς
για τα…συμφεροντάκια μας,
Βάρδα να διορίσωμε
και τα …. πατριωτάκια μας,
Βάρδα κι εμείς να κόψωμε,
Βάρδα κι εμείς να ράψωμε,
Κι αυτούς που δεν χωνεύομε
με μιας να τους προγράψωμε!
Και …κίτρινα υβριστικά
«πανιά» να ξεδιπλώσωμε,
Κι έπειτα τις αρίδες μας
στον… ίσκιο τους ν απλώσωμε!
Μ αυτά δεν θα προκόψει …
Με χαιρετάς στον δρόμο,
Και με χτυπάς στον ώμο,
Μα εγώ θα σε μαυρίσω,
Στο λέω μπρός και πίσω!
Και αν άμαξα μου δώσεις
Με ολόχρυσο λακέ,
Κι αν όλον με χρυσώσεις,
Θα φάς τον … τενεκέ.
Μαύρο λοιπόν κι ο μασκαράς,
O … τάδε και ο ….δείνας!
Παρά την πλάνη και τη ζάλη…
Τα πάντα πλάνη και ψευτιά και
…λόγια, λόγια, λόγια!
Μα οι τρελλοί κι οι φρόνιμοι
τα δένουν …κομπολόγια! …
Νομίζω πως ευρίσκομαι
εις κόσμον … εξ?αγγέλων,
Και θλίβομαι για το παρόν,
μα ελπίζω για το μέλλον!…
Και επίλογο…στο χάλι!
Πάνε πονηριές και δόλοι,
Και σωφρώνως λένε όλοι,
Πως θα βάλουν πλέον παύλα,
Στα σημερινά τα φαύλα!
Σκατά εδώ, σκατά εκεί, σκατά κι ο κόσμος όλος
κι απ΄τα πολλά πια τα σκατά μου πιάστηκε κι ο κώλος.
Έρχεται ο ένας ο σκατάς, θαρρούμε πως σωθήκαμε,
σαν φύγει όμως βλέπουμε πως αποσκατωθήκαμε.
Ειλικρινά υμέτερος,
Γ. Σουρής

Γραμμένο από τον Σουρή για τον Έλληνα της εποχής του, που όμως παραμένει ο ίδιος στο διάβα του χρόνου…….
Ο Ρωμηός
Στον καφενέ από έξω σαν μπέης ξαπλωμένος,
του ηλίου τις ακτίνες αχόρταγα ρουφώ,
και στων εφημερίδων τα νέα βυθισμένος,
κανέναν δεν κοιτάζω, κανέναν δεν ψηφώ.
Σε μία καρέκλα τονα ποδάρι μου τεντώνω,
το άλλο σε μίαν άλλη, κι ολίγο παρεκεί
Αφήνω το καπέλο, και αρχινώ με τόνο
τους υπουργούς να βρίζω και την πολιτική.
Ψυχή μου! τί λιακάδα! τί ουρανός ! τί φύσις !
αχνίζει εμπροστά μου ο καϊμακλής καφές,
κι εγώ κατεμπνευσμένος για όλα φέρνω κρίσεις,
και μόνος μου τις βρίσκω μεγάλες και σοφές.
Βρίζω Εγγλέζους, Ρώσους, και όποιους άλλους θέλω,
και στρίβω το μουστάκι με αγέρωχο πολύ,
και μέσα στο θυμό μου κατά διαόλου στέλλω
τον ιδιον εαυτό μου, και γίνομαι σκυλί.
Φέρνω τον νούν στον Διάκο και εις τον Καραΐσκο,
κατενθουσιασμένος τα γένια μου μαδώ,
τον Ελληνα εις όλα ανώτερο τον βρίσκω,
κι επάνω στην καρέκλα χαρούμενος πηδώ.
Την φίλη μας Ευρώπη με πέντε φασκελώνω,
επάνω στο τραπέζι τον γρόθο μου κτυπώ…
εχύθη ο καφές μου , τα ρούχα μου λερώνω,
κι όσες βλαστήμιες ξέρω αρχίζω να τις πω.
Στον καφετζή ξεσπάω… φωτιά κι εκείνος παίρνει.
Αμέσως άνω κάτω του κάνω τον μπουφέ,
τον βρίζω και με βρίζει, τον δέρνω και με δέρνει,
και τέλος… δεν πληρώνω δεκάρα τον καφέ.
Ίδιος και απαράλλαχτος!!!!
Ο Έλλην δύο δίκαια
ασκεί φιλελευθέρως:
Ουρείν τε και συνέρχεσθαι,
εις όποιο θέλει μέρος.

ΠΡΟΤΟΜΗ ΤΟΥ ΣΤΟ ΖΑΠΠΕΙΟ
Την ημέρα της παρουσίασης της προτομής του Ιωάννη Βαπτιστή Σερπιέρη (ιδιοκτήτη των μεταλλείων της Λαυρεωτικής και γνωστού για την σκληρότητά του προς τους εργάτες των μεταλλείων), όταν οι επίσημοι τράβηξαν το σεντόνι εμφανίστηκε το άγαλμα σκαταλειμμένο και με το εξής ποίημα του Σουρή από κάτω:
Τι μας θωρείς ακίνητος
και δεν μας κατουράς
αφού και ανδριάντα
σε αξίωσε η Ελλάς
Δέξου λοιπόν ω Βαπτιστά
ευγνωμοσύνης δώρο
ξερό σκατό κοπανιστό
και από Λαυριώτη κώλο.

Πόσες φορές το σκεφθήκαμε, αλλά δεν τολμήσαμε να το πούμε;
Τεμπελιά
Δεν έχω κέφι για δουλειά,
πάλι με δέρνει τεμπελιά
και κάθομαι στο στρώμα…
Βρίσκω το σώμα μου βαρύ
και ολ’ η γη δε με χωρεί
κι ο ουρανός ακόμα.
Κακά νομίζω τα καλά
και βλέπω μια στα χαμηλά
και μια κοιτώ επάνω…
Σ’ αυτό τον κόσμο τον χαζό
ας ημπορούσα να μη ζω
μα …δίχως να πεθάνω.
Όλοι φοβούνται το γήρας!!! Λίγοι το σατιρίζουν κιόλας ………
Το παραπαίον γήρας
Τας τρίχας άσπρης κεφαλής
σκοπόν τας έχουν προσβολής
κι ειν’ εμπαιγμός της μοίρας
το παραπαίον γήρας.
Όπου το πόδι μου σταθεί
και όπου περπατήσω
σιγά-σιγά μ’ ακολουθεί
ο χάρος από πίσω.
Αυτό το έρημο κορμί
το τριγυρίζουν σκύλοι
και “χόρτασες κι εσύ ψωμί“
μου λεν εχθροί και φίλοι.
Ως φάσμα τρέχω της νυκτός
μακράν του δρώντος κόσμου
και όπου τάφος ανοικτός
μου φαίνεται δικός μου.
Και όμως!
Και όμως ενώ πλέον
εσάπισα παλαίων
εις της ζωής τη πάλη
το γήρας το μισώ
και θέλω και λυσσώ
να γίνω νέος πάλι.
Η μυωπία του ήταν τόση, που οι γκάφες του εξ’ αιτίας της ήταν παροιμιώδεις :
Στον στρατό απαλλάχτηκε, γιατί κάνοντας μεταβολή, παρά λίγο να βγάλει το μάτι του αξιωματικού του με τη ξιφολόγχη.
Χαιρετούσε απ’ τα ανοιχτά του παράθυρα αιγινήτικα κανάτια, νομίζοντας ότι είναι οι γειτόνισσές του.
Κάποτε πέρασε τη γάτα του που κοιμόταν στον καναπέ για εφημερίδα και την άρπαξε να την διαβάσει. Την γλύτωσε με λίγες γρατζουνιές.
Ούτε ο ίδιος δεν γλυτώνει από την καυστική του σάτιρα……..
Η Ζωγραφιά Μου
Μπόι δυο πήχες,
κόψη κακή,
γένια με τρίχες
εδώ κι εκεί.
Κούτελο θείο,
λίγο πλατύ,
τρανό σημείο
του ποιητή.
Δυο μάτια μαύρα
χωρίς κακία
γεμάτα λαύρα
μα και βλακεία.
Μακρύ ρουθούνι
πολύ σχιστό,
κι ένα πηγούνι
σα το Χριστό.
Πηγάδι στόμα,
μαλλιά χυτά
γεμίζεις στρώμα
μόνο μ’ αυτά.
Μούρη αγρία
και ζαρωμένη,
χλωμή και κρύα
σα πεθαμένη.
Κανένα χρώμα
δε της ταιριάζει
και τώρ’ ακόμα
βαφές αλλάζει.
Δόντια φαφούτη
όλο σχισμάδες,
ύφος τσιφούτη
για μαστραπάδες.
Κάποτε ο Σκουλούδης έχοντας υπ’ όψη του την μεγάλη κυκλοφορία του “ΡΩΜΗΟΥ” που πουλιότανε όμως φτηνά του είπε: “Άν είχατε γεννηθεί Γάλλος, θα ήσαστε εκατομμυριούχος“. Κι εκείνος απάντησε:”Καλύτερα θα ήταν αν οι Γάλλοι είχανε γεννηθεί Έλληνες“.
Για τον Σουρή, έρωτας δίχως πείσματα δεν έχει νοστιμάδα………
Στη Γυναίκα Μου
Προσφιλές μου ταίρι, δίχως να στο πω,
το καταλαβαίνεις ότι σ’ αγαπώ.
Κι αν με σε κακιώνω στη κακή μου ώρα
κι αρχινά μουρμούρα και κακογλωσσιά,
μου αρέσει να ‘χω και ολίγη μπόρα,
μου αρέσει λίγη φουσκοθαλασσιά.
Δίχως πείσμ’ αγάπη, δίχως λίγη πίκρα,
δεν αξίζει διόλου και δεν έχει γλύκα.
Βάστα μου, γυναίκα, μούτρα σοβαρά
και κλωστή σου κόβω, κάκια σου κρατώ,
επειδή νομίζω πως καμμιά φορά
κι η πολλή μπουνάτσα φέρνει εμετό.
Προσφιλές μου ταίρι, δίχως να στο πω,
το καταλαβαίνεις ότι σ’ αγαπώ.
Σ’ αγαπώ με γέλια, μα και θυμωμένη
κι αν ποτέ γυρίζω να ιδώ καμμιά,
πάντα όμως κτήμα ιδικό σου μένει
η καρδιά μου όλη και …η ασχημιά.
Δεν γράφει όμως μόνον σάτιρα …..
Οι Ήρωες
Μέσα σε βόλια κι οβίδων κρότους
έπεσαν νιάτα μες στον ανθό τους.
Πάνε λεβέντες, πάνε κορμιά
κι άγνωστα τα ‘θαψαν στην ερημιά.
Κανείς δε ξέρει που τα ‘χουν θάψει,
κανείς δε πήγε για να τα κλάψει,
κανείς δεν έκαψε γι’ αυτά λιβάνι,
κανείς δεν έπλεξε γι’ αυτά στεφάνι.
Ανώνυμ’ ήρωες, άγνωστοι τάφοι,
κανένας όνομα σ’ αυτούς δε γράφει,
μήτε το χώμα τους φιλούνε χείλη,
σταυρό δεν έχουνε μήτε καντήλι.
Μόνο μιας κόρης μαργαριτάρια
κυλούν σε τάφους που κάποια μέρα
θα γίνουν κόσμου προσκυνητάρια
και φάροι Νίκης για μια μητέρα.
Τα έργα του: Ρωμηός, τα τραγούδια μου, λόγοι Φιλιππικοί, τα αποκριάτικα, η κυανή βίβλος της Ελλάδας, 4 τόμοι ποιημάτων, Φασουλής φιλόσοφος, ημερολόγια, από γαμπρός, παράνυφος, άλλα αντ` άλλων, αναπαραδιάρης, δεν έχει τα προσόντα, Νεφέλες (έμμετρη μετάφραση) όσο δε ζούσε ο Σουρής, εκδόθηκαν δυο τόμοι από τα «Απαντά» του.
Αφιερώνεται σ’ αυτούς, που σήμερα διαχειρίζονται τις τύχες μας και την τύχη της Ελλάδας.
Ου! να χαθής, κηφηναριό… στων μελισσών το σμήνος
εσύ ζηλεύεις μοναχά την θέσιν του κηφήνος,
και θέλεις πάντα χάρισμα να τρώγης στην κυψέλην,
οπόταν είσαι μάλιστα γιγαντομάχος Έλλην.
ΕΛΛΑΣ
Γεώργιος Βιζυηνός 1849 – 1896
Ιουλίου 30, 2009 at 6:00 μμ | In Γεώργιος Βιζυηνός, ΕΛΛΑΣ, ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ | Comments OffTags: Γεώργιος Βιζυηνός, ΕΛΛΑΣ, ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ, Μεταμέλεια, Το όνειρον, Το Μπαλουκλί
Μεταμέλεια
Aνάθεμα την πρώτ’ αρχή,
που μ’ είπαν να πιστέψω,
πως δεν μου σώζετ’ η ψυχή,
σαν δεν καλογερέψω!
Απ’ την ζωής την Πασχαλιά
μ’ έκαμαν να ξεπέσω·
ν’ αφήσω μακριά μαλλιά
και ράσο να φορέσω.
Να ζω με το ξερό ψωμί,
με το νερό μονάχα
για να παιδέψω το κορμί,
και για ν’ αγιάσω τάχα!…
Καλόγεροι, σας προσκυνώ,
και σας φιλώ τα χέρια.
Και σας πετώ τον ουρανό
και τα χρυσά τ’ αστέρια.
Πετώ τον σκούφο στο κελί,
το ράσο στο ντουλάπι
τον νου μου μόνο στο φιλί
και μόνο στην αγάπη.
Θωρώ πουλάκια στην αυλή,
που παίζουν ταίρι ταίρι,
και λέγω: Nάμουνα πουλί!
Να ήμουν περιστέρι!
Θωρώ κοπέλες που περνούν
να παν στο περιβόλι
κι αυτού που κοντοπροσκυνούν
με παίρνουν οι Διαβόλοι!…

Ο Γεώργιος Βιζυηνός (Γεώργιος Μιχαηλίδης) γεννήθηκε το 1849 στη Βιζύη της Θράκης. Πέντε ετών έμεινε ορφανός από πατέρα και στα δέκα του τον έστειλαν στην Πόλη, για να μάθει ραπτική κοντά στον αρχιράφτη της Βαλιδέ Σουλτάνας. Αργότερα βρίσκεται καλογεροπαίδι στην Κύπρο, σπουδαστής στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, με καθηγητή, τον τυφλό ποιητή Ηλία Τανταλίδη, μαθητής στο Α΄ Γυμνάσιο της Πλάκας στην Αθήνα κι έπειτα φοιτητής στη Γερμανία με λαμπρές σπουδές και διδακτορική διατριβή στην παιδοψυχολογία.
Από την τρυφερή του ηλικία γνώρισε το σκληρό κι απάνθρωπο πρόσωπο της ζωής. Τα διηγήματά του, εμπνευσμένα από επεισόδια της προσωπικής και οικογενειακής του ζωής, τον ανέδειξαν θεμελιωτή του ψυχογραφικού αφηγήματος στην Ελλάδα. Η πεζογραφία του είναι ένας σπαραχτικός ύμνος στη μάνα. Γνώστης και λάτρης της Ελληνικής παράδοσης, διατηρεί στο έργο του το Ελληνικό ύφος και την Ελληνική γραμμή. Τα έργα του είναι εικόνες της Ελληνικής ζωής και της λαογραφίας στη Θράκη και την Mικρά Aσία. Eκτός από τη λογοτεχνική του δραστηριότητα, ο Bιζυηνός ασχολήθηκε και με την παιδαγωγική, με μια σειρά συγγραμάτων. Tο γράψιμο και το πάθος για μάθηση τον κράτησαν ζωντανό, ως την ημέρα που σάλεψε ο νους του, από σοβαρή ψυχική ασθένεια. Στις λίγες αναλαμπές λογικής που έχει συνεχίζει να γράφει. Μένει κλεισμένος στο Δρομοκαϊτειο ψυχιατρείο της Αθήνας τέσσερα ολόκληρα χρόνια κι αφήνει την τελευταία του πνοή εκεί, σε ηλικία 47 ετών.

Το όνειρον
Εψές είδα στον ύπνο μου
ένα βαθύ ποτάμι
Θεός να μην το κάμη
να γίνη αληθινό!
Στην όχθη του στεκόντανε
γνωστό μου παλικάρι,
χλωμό σαν το φεγγάρι,
σαν νύχτα σιγανό.
Αγέρας το παράσπρωχνε
με δύναμη μεγάλη,
σαν νάθε’ να το βγάλη
απ’ της ζωής την μέση.
Και το νερό, π’ αχόρταγα
τα πόδια του φιλούσε,
θαρρείς το προσκαλούσε
στ’ αγκάλια του να πέση.
Δεν είν’ αγέρας, σκέφθηκα,
και σένα που σε δέρνει.
Η απελπισιά σε παίρνει
κι η απονιά του κόσμου!
Κι εχύθηκ’ απ’ τον θάνατο
τον δύστυχο ν’ αρπάξω…
Ωιμέ! Πριν ή προφθάξω
εχάθηκ’ απ’ εμπρός μου!
Στα ρέματα παράσκυψα,
να τον ευρώ γυρεύω.
Στα ρέματ’ αγναντεύω–
Το λείψανό μ’ αχνό!…
Εψές είδα στον ύπνο μου
ένα βαθύ ποτάμι
Θεός να μην το κάμη
να γίν’ αληθινό!

Το Μπαλουκλί (Τα ψάρια της Ζωοδόχου Πηγής)
Σαράντα μέρες πολεμά ο Μωχαμέτ να πάρη
την Πόλη την μεγάλη.
Σαράντα μέρες έκαμεν ο ‘γούμενος το ψάρι
στα χείλη του να βάλη.
Απ’ τες σαράντα κι ύστερα, πεθύμησε να φάγη
τηγανισμένο ψάρι.
Αν μας φυλάγ’ η Παναγιά καθώς μας’ εφυλάγει,
την Πόλη ποιος θα πάρη;
Ρίχτει τα δίχτυα στον γιαλό, τρία ψαράκια πιάνει,
Θεός να τα βλογήση!
Το λάδι βάλλει στην φωτιά μες στ’ αργυρό τηγάνι,
για να τα τηγανίση.
Τα τηγανίζ’ από την μια, και πά’ να τα γυρίση
κι από το άλλο μέρος.
Ο παραγιός του βιαστικά πετά να του μιλήση,
και τάχασεν ο γέρος!
Μην τηγανίζης, γέροντα, και μόσχισε το ψάρι
στην Πόλη την μεγάλη!
Την Πόλη την εξακουστή οι Τούρκοι έχουν πάρει,
μας κόβουν το κεφάλι!
Στην Πόλη Τούρκου δεν πατούν κι Αγαρηνού ποδάρια!
Με φαίνεται σαν ψεύμα!
Μ’ αν είν’ αλήθεια το κακό, να σηκωθούν τα ψάρια
να πέσουν μες στο ρεύμα!
Ακόμ’ ο λόγος βάσταγε, τα ψάρι’ απ’ το τηγάνι,
την μια μεριά ψημένα,
πηδήξανε κι επέσανε στης λίμνης την λεκάνη,
γερά, ζωντανεμένα.
Ακόμ’ ώς τώρα πλέουνε, κόκκιν’ από το μέρος,
όπου τα είχε ψήσει.
Φυλάγουν το Βυζάντιο ν’ αναστηθή κι ο γέρος
να τ’ αποτηγανίση.
ΕΛΛΑΣ
ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ
Μαΐου 5, 2009 at 5:45 μμ | In ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ | Comments OffTags: ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ, ΔΕΛΦΙΚΗ ΙΔΕΑ, Δελφικές Εορτές, Εύα Σικελιανού, ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ
“Ακούστε, ακούστε με! Αν ετρέμανε
στην κούνια τα βυζασταρούδια,
εμένα με νανούρισαν,
των αντρειωμένων τα τραγούδια.
Εμέ, λεχώνα η μάνα μου,
στην μπόρα τη μαρτιάτικη
που ‘χε τα ουράνια ανοίξει,
εσκώθη και με πήρε στην αγκάλη της
τον πρώτο κεραυνό για να μου δείξει!
Μάνα φωτιά με βύζαξες
κ’ είναι η καρδιά μου αστέρι;”
Από τον Αλαφροϊσκιωτο

«Γεννήθηκε στη Λευκάδα στις 15 Μαρτίου του 1884, από πατέρα Κεφαλονίτη και μητέρα Ηπειρώτισσα. Από μικρός έγραφε υπέροχους στίχους. Ο γάμος του με την Εύα Πάλμερ έδωσε μια μεγάλη ώθηση στην ζωή και στην καριέρα του, γιατί εκείνη υπήρξε η αγαπημένη του μούσα, που μοιραζόταν μαζί της όλα τα όνειρα και τις ανησυχίες του. Λόγω της αγάπης τους για την Ελληνική φύση, μένουν κατά καιρούς σε διάφορα μέρη της Ελλάδας. Εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα το 1908 και το 1909 δημοσίευσε τον Αλαφροϊσκιωτο, που απετέλεσε το φιλολογικό γεγονός της χρονιάς. Αργότερα γνωρίζεται με τον Νίκο Kαζαντζάκη και ξεκινούν μαζί την περιήγηση της Ελλάδας, αναζητώντας τη συνείδηση της γής και της φυλής τους. Τα έργα του είναι : “Λυρικός Λόγος Α΄,Β΄,Γ΄,Δ΄,Ε΄,ΣΤ΄, Πεζός Λόγος Α΄,Β΄,Γ΄,Δ΄,Ε΄, Θυμέλη Α΄,Β΄,Γ΄”. Είχε προταθεί για το Νόμπελ Λογοτεχνίας από τήν Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών. Έφυγε από την ζωή στις 19 Ιουνίου 1951, σ’ ηλικία 67 ετών».
ΓΙΑΤΙ ΒΑΘΕΙΑ ΜΟΥ ΔΟΞΑΣΑ
Γιατί βαθιά μου δόξασα και πίστεψα τη γη
και στη φυγή δεν άπλωσα τα μυστικά φτερά μου,
μα ολάκερον ερίζωσα το νου μου στη σιγή,
νά που και πάλι αναπηδά στη δίψα μου η πηγή,
πηγή ζωής, χορευτική πηγή, πηγή χαρά μου…
Γιατί ποτέ δε λόγιασα το πότε και το πώς,
μα εβύθισα τη σκέψη μου μέσα στην πάσαν ώρα,
σα μέσα της να κρύβονταν ο αμέτρητος σκοπός,
νά τώρα που, ή καλοκαιριά τριγύρα μου είτε μπόρα,
λάμπ’ η στιγμή ολοστρόγγυλη στο νου μου σαν οπώρα,
βρέχει απ’ τα βάθη τ’ ουρανού και μέσα μου ο καρπός!…
Γιατί δεν είπα: «εδώ η ζωή αρχίζει, εδώ τελειώνει…»
μα «αν είν’ η μέρα βροχερή, σέρνει πιο πλούσιο φως…
μα κι ο σεισμός βαθύτερη τη χτίση θεμελιώνει,
τι ο ζωντανός παλμός της γης που πλάθει είναι κρυφός…»
νά που, ό,τι στάθη εφήμερο, σα σύγνεφο αναλιώνει, νά που ο μέγας Θάνατος μου γίνηκε αδερφός!…
Από τον Λυρικό Βίο Β΄
Ο Άγγελος Σικελιανός ήταν ένας μεγάλος τεχνίτης του λόγου, ορμητικός και δυναμικός στους στίχους του, στις ιδέες και στην γλώσσα. Ανάστησε με τα γραφόμενά του την ιστορία, τις ηθικές αξίες, τους Ελληνικούς μύθους, τις ιδέες, τα οράματα και τα όνειρα των Ελλήνων. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Άγγελος Σικελιανός ήταν οραματιστής και ρομαντικός, απόκρυφος και συμβολιστής, φυσιολάτρης και λυρικός, βαθυστόχαστος, αλλά και μεγαλόσχημος. Βαθειά ΕΛΛΗΝΑΣ. Κάλπαζε η φαντασία του. Ήταν μπροστά από την εποχή του, με τα μάτια στραμμένα στις Ελληνικές του ρίζες και στον Ελληνικό πολιτισμό. Ένιωθε να τον κυριαρχούν οι γενετικές καταβολές τής αρχαίας, αλλά και της νεώτερης Ελλάδας. Η ψυχή του ήταν γνήσια Ελληνική, και φλεγόταν από αγάπη για τον τόπο του. Δύναμή του, οι ρίζες του!!! Η ποίησή του κουβαλά στα φτερά της το μεγαλείο του Ελληνισμού. Ποιητής Ελληνολάτρης ονειροπόλος συνεχιστής μιας ιστορίας αιώνων.
Μελετά τα θεία μηνύματα της αρχαίας Ελληνικής θρησκείας μέσα από τα Ορφικά, τα Ελευσίνια και τ΄ άλλα Μυστήρια τής Ελληνικής αρχαιότητας. Η ψυχή του ταξιδεύει νοερά στα ιερά της Δωδώνης, των Δελφών, της Δήλου και της Σαμοθράκης. Αγγίζει μ’ ευλάβεια τα μυστικά σύμβολα τής Λατρείας ( το Στάχυ (άρτια ζωή), το Κλήμα (άρτια τέχνη) και το Εκατόφυλλο Ρόδο (άρτια γνώση). Στην Ελευσίνα, προσεγγίζει ευλαβικά το ιερό τής θεάς Δήμητρας και τα μυστήριά της! Γίνεται μύστης κι ιεροφάντης!
Ο Άγγελος Σικελιανός δεν είναι προσιτός σ΄ όσους δεν είναι κοινωνοί του αρχαίου Ελληνικού πνεύματος. Γράφει, λες και δεν θέλει να απευθυνθεί σε αμύητους. Το μεγάλο όραμα του Άγγελου Σικελιανού μα και της συζύγου του Εύας Πάλμερ, ήταν η αναβίωση της Δελφικής Ιδέας. Ήθελαν να ξαναγίνουν οι Δελφοί «ομφαλός της γης», κέντρο μιας παγκόσμιας αμφικτυονίας, όπου το πνεύμα του αρχαίου Ελληνισμού μέσα από την αναβίωσή του θα μπορούσε ν’ αποτελέσει τη βάση της ενότητας του παγκόσμιου πνεύματος, οδηγώντας την ανθρωπότητα σε ψυχική και πνευματική λύτρωση.
Στο πλευρό του εργάσθηκε άοκνα για την Δελφική Ιδέα η σύζυγός του Εύα Πάλμερ, η οποία πέρα από την οικονομική εισφορά της, φρόντισε η ίδια προσωπικά τα πάντα μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια.
Οι Πρώτες Δελφικές Εορτές (1927) διήρκεσαν δύο ημέρες και περιελάμβαναν παράσταση του Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου, γυμνικούς αγώνες, λαϊκούς χορούς κι έκθεση λαϊκής τέχνης. Το 1930 έγιναν και Δεύτερες Δελφικές Εορτές. Οι παραστάσεις αυτές είχαν σκοπό τους την αναβίωση του αρχαίου τρόπου διδασκαλίας. Η μουσική, που συνόδευε τα χορικά, βασιζόταν στο βυζαντινό μέλος. Τις ενδυμασίες είχε υφάνει η ίδια η Εύα Σικελιανού πάνω σε πρότυπα λαϊκής τέχνης.
Η απήχηση των Δελφικών Εορτών ήταν μεγάλη. Έγιναν δεκτές με ενθουσιασμό από διανοούμενους και λάτρεις του Ελληνικού πνεύματος. Υπήρξαν, όμως αρκετοί που αμφισβήτησαν την όλη προσπάθεια και τα κίνητρά της και κάποιοι που δεν πίστεψαν ότι θα μπορούσε να είναι εφικτή μια τέτοια προσπάθεια. Οι κριτικές που ασκήθηκαν ήταν ή ενθουσιώδεις ή εντελώς αρνητικές εναντίον της όλης ιδέας και της οργάνωσης. Οι Δελφικές Εορτές δεν μπόρεσαν να συνεχιστούν. Παρά τη λαμπρή τους επιτυχία το ζεύγος Σικελιανού καταστράφηκε οικονομικά. Το 1933 η Εύα, αφού έκανε απεγνωσμένες προσπάθειες για να πετύχει οικονομική ενίσχυση από το κράτος για τη συνέχιση των Δελφικών Εορτών, έφυγε για την Αμερική με σκοπό να διαδώσει κι εκεί τη Δελφική Ιδέα. Δεν τα κατάφερε όμως! Γύρισε στην Ελλάδα όταν έμαθε για το θάνατο του Σικελιανού, με τον οποίο είχε χωρίσει από το 1934. Η υποδοχή που της επιφυλάχθηκε, όταν επισκέφτηκε τους Δελφούς ήταν θερμή. Ενώ παρακολουθούσε παράσταση στο θέατρο των Δελφών, η καρδιά της την πρόδωσε κι ετάφη εκεί στους Δελφούς πλάϊ στον Σικελιανό. Το μεγαλόπνοο όραμά τους δεν μπόρεσε να συνεχιστεί, κατάφεραν όμως έστω και για λίγο να προβάλλουν με τον τρόπο που πρέπει το Ελληνικό πνεύμα και τον Ελληνικό Πολιτισμό.
ΔΕΛΦΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ (απόσπασμα)
Μ’ εν’ άσβηστο χαμόγελο ήρτα ως σ’ εσάς, Δελφοί!
Ο πετρωτός ανήφορος, που μόφεγγε στα σκότη της νύχτας
οπού ανέβαινα την τρομερή κορφή,
δεν είδε, απ’ ότε εσώριασε η αυλή σας, τέτοια νιότη!
Σαν πλάτανος εσειόντανε με τ’άστρα ο ουρανός’
κι άστραφτε απάνου ο Παρνασσός ώσμε το πέλαο κάτου,
κι απ’ τ’ άστρα κι από τ’ άστραμμα ο νους μου ο φωτεινός
έβλεπε πέρα απ’ της ζωής τη μοίρα ή του θανάτου…
Κι απ’ την κραυγή του γερακιού στην άγρια λαγκαδιά
που εχύμα από τα πετρωτά στο πρώτο χαραμέρι,
ώσμε της γης και του έλατου την τρίσβαθη ευωδιά
που πλήθαινεν απόβροχο το αυγερινόν αγέρι,
ώσμε το νέφι πούβρεξε περαστικό,
σα δρυ που στάει σ’ αιφνίδιο ανέμισμα την αυγινή δροσιά του,
το νου μου στον ανήφορο γητέψαν, για να βρει, γαλήνιος,
την αληθινή, θεϊκή κορμοστασιά του
και να σταθεί προσμένοντας να δει μες στη σιγή
τον ίδιο Απόλλωνα άξαφνα στον Παρνασσό να βγαίνει,
κι όλος ο αγέρας να σειστεί στην πλάση
ως μια πηγή που της ταράζει τα νερά μια Νύφη διψασμένη!
Πηγές: Βιβλιογραφία Άγγελου Σικελιανού, Σπουδαστήρι Νέου Ελληνισμού
Α. Χ.
ΕΛΛΑΣ
Blog στο WordPress.com. | Theme: Pool by Borja Fernandez.
Entries and comments feeds.






