Ένα Γιαννιώτ’κο σπίτι της δεκαετίας του ‘30…
Δεκεμβρίου 4, 2009 at 4:50 μμ | In Ήπειρος, ΕΛΛΑΣ, ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ | Comments OffTags: πλακοστρωμένος οβορός, τσιόκανο, τσιουρέπια, τσιούπρες, τεντζιερέδες, Γιαννιώτικο σπίτι, βελέντζες, γιορτάσι, γκαλντερίμι, γομαρολούλουδο, κρεβατίτσα, κρεβατίτσες, κατώϊ, κοκόσιες, μαχαλάς, μαγειριό, μαγκάλια
Πάμε να σας ξεναγήσω σ’ ένα Γιαννιώτικο σπίτι, της δεκαετίας του τριάντα… Μάλλον δεν απόμεινε, ούτε ένα για δείγμα από κείνα τα σπίτια, που ήταν και τότε ακόμα παμπάλαια.
Απ’ λέτε …από τον στενό δρόμο του μαχαλά εκείνου, πάταγες σε λίγο γκαλντερίμι κι ανέβαινες σ’ ένα πλατύσκαλο. Η πόρτα ήταν βαριά, ξ’λένια (ξύλινη) με δυο χοντρούς κρίκους και στα δυο φύλλα της, για να περνάει η αλυσίδα με την κλειδωνιά τη ριχτή όταν έφευγαν για όξω οι νοικοκυραίοι. Είχε κι ένα τσιόκανο –όχι εκείνο το κομψό χεράκι που βλέπουμε ακόμα σε κάποια παλιά σπίτια, αλλά ένα άλλο είδος τσιόκανο, ένα σαν …σφυρί, σαν σκεπάρι, ένα μπαντάλικο πάντως, κι από μέσα η πόρτα σφάλιζε με τις γνωστές σιδεριές, που τις σηκώνεις και τις κουμπώνεις στις θήκες τους, ξέρετε…
Μέσα από την πόρτα άρχιζε ο πλακοστρωμένος οβορός. Αριστερά, ροβόλαε πάλι γκαλντερίμι για τα κατώϊα με την δεντρογαλιά την άτιμη. Δεξιά, ήταν το όξω μαγειριό με όλες του τις …ευκολίες – εκείνης της εποχής!.. Από τον οβορό για να κατεβείς στο κατώϊ δεν υπήρχε τίποτε διαχωριστικό, παρά μια αλτάνα με καλοθρεμένες ορτάνσιες – που λύσιαζαν στην ανθοφορία, όλα τα καφόνερα εκεί τάριχναν… γιατί έκαναν καλό στο γομαρολούλουδο, που το λέω εγώ… Ορτάνσιες νταβραντισμένες, ήταν και στην απέναντι πλευρά του οβορού και μπροστά στα κάγκελα της κρεβατίτσους (κι όχι κρεβατίτσας). Αυτή η κρεβατίτσα, είχε γδαρθεί στην κυριολεξία!.. Ήταν η εξωτερική βεράντα με ξύλινο πάτωμα, που σ’ αυτή κοίταζαν τέσσερα παράθυρα του σπιτιού. Αυτή η βεράντα θα ήταν ένα υπέροχο πράγμα, από την Άνοιξη ως το Φθινόπωρο, αν είχε να κάνει με λογικούς ανθρώπους κι όχι με αποκουτριασμένους (υποχόντριους, το είπαμαν). Σε τέτοιες κρεβατίτσες οι οικογένειες οι λογικές περνούσαν ζωή χαρισάμενη που λέει ο λόγος… Είχαν αρκετό πλάτος και ο ήλιος δεν το έπιανε ως το βάθος. Εκεί έπιναν τον καφούλη τους, εκεί καθάριζαν το ζαρζαβάτι τους, εκεί μπάλωναν τα σ’κτιά τς και τα τσιουρέπια τς, εκεί σιδέρωναν με το ατάραγο σίδερο με τα κάρνα, εκεί το απογευματάκι οι τσιούπρες έπιαναν το κέντημα κι οι μανάδες κι οι κυραμάνες το τσιουρέπι για τς άντρις… μαλλίσια για το χειμώνα …βαμπακιρνά για το καλοκαίρι και τα τσιαγούλια έλεγαν-έλεγαν και ματσιάλαγαν πότε καμιά κοκόσια (καρύδα), πότε κάνα ρόϊδο από τις ροϊδιές, που ήταν σ’ ολνούς τους μπακτσιέδις …ή, στην καλύτερη περίπτωση η κυρά του σπιτιού έφκιανε τσιότσιο χαλβά στο τηγάνι με καμένο αλεύρι, λάδι και σιορόπωμα με σιορόπια από γλυκά του κουταλιού – που ποτέ δεν πετάζονταν όταν σκόλναγε το γλυκό. Εκείγια, στο μαγειριό, στα γλήγορα, έκαιγε το λάδι με το αλεύρι και σαν σκούραινε το αλεύρι έριχναν το σιορόπι και μια χούφτα κοκόσιες και έβγαζαν σ’ ένα σαγάν χοντρές κουταλιές χαλβά και τον πασπάλιζαν με τσιότσιο κανέλα και ψια γκαρούφαλο, και να ένα γλυκό τς φτήνιας και της παρέας. Αυτά, όμως, τάκαναν σ’ άλλα σπίτια –που ήξεραν γιατί ζιουν– κι όχι στο σπίτι της Αντιγόνης και του Χρήστου, που κουμάντο έκανε η Ευνομία και δεν ήξερε γιατί ζιει… το κούτσουρο!..
Αυτά γένονταν στις κρεβάτες άλλων ανθρώπων, φυσιολογικών που λέμε. Το χειμώνα αυτές οι κρεβατίτσες χόρταιναν ρούχα για στέγνωμα κι οι νοικοκυρές που είχαν αυτή την ευκολία ήταν …αξιοζήλευτες. Ετούτη η φαμίλια, που σας μολογάω, δεν ήθελε και πολλές ευκολίες, ήθελε να παιδεύεται, σαν να ήταν κάτι το τιμητικό, σα να τους έδιναν βραβείο… Εδώ που τα λέμε …μόνο μούντζες τους έδιναν από πίσω τους!.. «Να …ξουπάρματα, να γομάρια, να σπαγγοραμέν’ π’ δε ξέριτι να ζήσετε…». Είπαμαν, ήταν και η ζήλεια για την προκοπή που είχαν, αλλά το …παράχεζαν που λέγαμαν εδώ. Κάθονταν και τουρτούριζαν στο όξω μαγειριό, ως τα Χριστούγεννα για νάναι καθαρά τα σπίτια ως το γιορτάσι του πατέρα…. Μ’ αυτή τη μεγάλη γιορτή άνοιγε και το σπίτι τους διάπλατα, γιατί όλα τα σιρκά της φαμίλιας ήταν αρχαίοι Έλληνες … δηλαδή είχαν ονόματα αρχαίων μας, που δεν υπήρχαν άγιοι με τέτοια ονόματα. Άμα ήθελαν να γιορτάσουν μπορούσαν να γιορτάσουν των Αγίων Πάντων… (δεν ήταν μπανταλή η θρησκεία μας να μη βρει ονομαστική και για τα ονόματα των ξακουστών αρχαίων μας!..) Γι’ αυτό και η οικογένεια τούτων που σας μολογάω… τόκαιγαν τα Χριστούγεννα… Μη φανταστείτε τίποτα οικονομικά ξεβρακώματα …Τόκαιγαν, απλώς, στις ετοιμασίες.
Αυτή η κρεβατίτσου, που δεν άφηναν ούτε τη γάτα να πατήσει – όλο τσιτ και τσιτ της φώναζαν – γένονταν ένα μισοϋπαίθριο καταχειμωνιάτικο σαλόνι!.. Εκεί να γλέπαταν ζούρλια και δώστε βάση: Το ξύλινο πάτωμα είχε βουρτσιστεί πάλι με τη σκληρή βούρτσα μέχρι που ξεπετάγονταν οι πρόκες. Οι δύο ξύλινοι καναπέδες, που ήταν πάντα στρωμένοι με κλάρες το καλοκαίρι και χράμια το χειμώνα… αλλά πρόχειρα στρωσίδια – που έλεγαν τα μανοθυγάτερα. Τώρα ήταν στρωμένοι με βελέντζες ροδί χρώμα και στο πάτωμα καρπέτα μπαχτή και μαξιλαράκια πλουμπιστά και στη μέση τραπέζι με το τραπεζομάντηλο το κάμποτ και την βυζαντινή βελονιά και το περιθώριο με μαύρο μουλινέ…
Πραγματικά φάνταζε όμορφη η κρεβατίτσου, άσχετο αν μάζευαν ένα κάρο υγρασία τα καψαρά τα στρωσίδια και τα κεντήματα. Έπρεπε όμως να φανούν τα προικιά της τσιούπρας – έστω και μια μέρα το χρόνο!.. Και σαν έκανες και έμπαινες μέσα… Τάχανες από τα χρώματα και τα πλουμπούδια και τα εργόχειρα… τόσο, που νόμιζες πως αυτά ήταν σε ώρα γάμου και όχι η Ευνομία η δόλια!
Η μέσα κρεβάτα που ήταν και το σαλόνι, ας πούμε ήταν κάτι το φανταστικό. Γύρω-γύρω ήταν πόρτες δωματίων και στη μια της πλευρά που κοίταζε σε πλαϊνό σοκάκι, ήταν μπαλκονόπορτα και δυο μεγάλα παραθύρια, όλα με άσπρες κουρτίνες με βαρύ ασπροκέντι της μηχανής και στο πλάι τους άλλες κουρτίνες υφαντές, που σου ζέσταιναν το μάτι. Δυο αστραφτερά μαγκάλια έκαναν μια γλυκιά ζεστασιά με τα κάρβουνα σα βουνά και καλοχωνεμένα. Δεν ήταν κάρβουνα αγορασμένα, ήταν από ξύλα πουρναρίσια που έκαιγαν στο μεγάλο τζιάκι του παλιού μέσα μαγειριού. Εκεί να γλέπαταν μαγειριό παλιοκαιρίτικο!.. Ένας τεράστιος χώρος με τους τοίχους όλους ντουλάπια, γιομάτα με σκαφίδια για ζύμωμα και πλύσης …λιγένια διάφορα μπακιρένια …πλαστήρια, τεντζιερέδες λογιών-λογιών, πιατικά σε πιατοθήκες πανάρχαιες – που λέει ο λόγος και λίμπες πήλινες και στάμνες και τσιανάκια …ποιος ξέρει από πόσες γενιές, γαμώτη του.
Αυτό το μαγειριό, δεν το χαμπέριζαν (υπολόγιζαν) τον άλλον καιρό, όλη τη λάτρα την έκαναν στο όξω μαγειριό – που είχε κι ένα παραθύρι στο σοκάκι κι έβλεπαν κι έναν άνθρωπο και καταλάβαιναν πως ήταν ζωντανοί… Κι ένα περίεργο πράγμα, ενώ δεν είχαν και πολλά πάρε-δώσε με κόσμο, στο γιορτάσι του κ. Χρήστου κοπάναε το σύμπαν – που λέμε. Ακόμα και άγνωστοι έρχονταν με κάποιους γνωστούς τους …έτσι, για να δουν τα προικιά της τσιούπρας…
Γράφει: Η Κούλα Τζαλμακλή-Χατζηγιάννη
ΠΗΓΗ: ΠΡΩΙΝΟΣ ΛΟΓΟΣ
Άλλα θέματα για την Ήπειρο
Άς μου δώσουν ένα χαρτί, που να λέει αυτό που αισθάνομαι και είμαι, Έλληνας δηλαδή..
Το Νεκρομαντείο της αρχαίας Εφύρας
ΜΕΝΙΝΑ: Εκεί που οι αντάρτες του Ζέρβα ταπείνωσαν τους Γερμανούς…
Το Θεογέφυρο
Tο κάστρο των Ιωαννίνων
Το Μαντείο της Δωδώνης
ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΝΤΡΟΠΗΣ
ΤΣΑΜΗΔΕΣ ΚΑΙ ΑΛΒΑΝΙΚΟΣ ΕΠΕΚΤΑΤΙΣΜΟΣ
ΕΛΛΑΣ
ΙΘΑΚΗ: ΠΛΑΝΟΔΙΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ
Νοεμβρίου 11, 2009 at 9:25 μμ | In ΕΛΛΑΣ, Ιθάκη, ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ | Comments OffTags: πραματευτής, πελάντσα, σαμάρι, τρύγος, χάλκωμα, Ήπειρος, ΒΑΡΕΛΑΣ, Βαθύ, ΓΑΝΩΜΑΤΗΣ, ΓΥΡΟΛΟΓΟΣ, Γιάννενα, Καλατζής, Λευκάδα, ΜΕΤΑΠΡΑΤΗΣ, Μανάβης, Ξηρόμερο, ΣΑΜΑΡΑΣ, ΨΙΛΙΚΑΤΖΗΣ, βαρελάδες, γαϊδαροφόρτι, γαϊδουράκια, γαϊδούρι, ειδικοί τεχνίτες, εμπόρευμα, ζύγι, κασέλες, καλά, κοφίνια, λιτρουβιά, μόστρα
Πολλά από τα πλανόδια επαγγέλματα στην Ιθάκη, ήταν εισαγώμενα. Οι επαγγελματίες κι οι τεχνίτες ερχόντουσαν από τα γύρω μέρη και ιδιαίτερα, από την Ήπειρο, την Λευκάδα, το Ξηρόμερο κ.α.
ΓΥΡΟΛΟΓΟΣ (Πραματευτής): Γύρναγε μ’ έναν μπόγο στην πλάτη, γεμάτον ασπρόρουχα, είδη προικός, υφάσματα κι ότι άλλο χρειαζόντουσαν οι γυναίκες. Κράταγε κι έναν μικρό μπόγο στο χέρι, σωστό εμπορικό! Πέρναγε από χωριό σε χωριό, από γειτονιά σε γειτονιά και διαλαλούσε την πραμάτεια του: “Εδώ, ο πραματευτής”!!!
ΜΕΤΑΠΡΑΤΗΣ (Μανάβης): Τα διάφορα γεωργικά προϊόντα, όπως λαχανικά, φρούτα, δημητριακά, ξηρούς καρπούς και ψάρια, τα μετέφεραν από γειτονιά σε γειτονιά, σ’ όλα τα χωριά οι Μεταπράτες. Μεταφορικό μέσον ήταν τα γαϊδουράκια τους, που τα φόρτωναν με δύο κασέλες ή κοφίνια, ανάλογα με το εμπόρευμα. Το ζύγισμα γινόταν με την πελάντσα. Ένας ιδιόρρυθμος τύπος ήταν ο Γωγάκης, ο οποίος ερχόταν από το Βαθύ με τα πόδια, φορώντας ένα παντελόνι γεμάτο μπαλώματα διαφόρων χρωμάτων, φορτωμένος με δύο καλάθια κι αγόραζε αυγά, φωνάζοντας: “Αυγάάάά αγοράζωωω”! Τα αυγά τα έβαζε στο ένα καλάθι, ενώ στο άλλο έβαζε πέτρες για το.. ισοζύγιο!
ΣΑΜΑΡΑΣ: Κάθε σπίτι, είχε το γαϊδούρι του, για τις ανάγκες της οικογένειας και την μεταφορά διαφόρων πραγμάτων, όπως ελιές, ξύλα, αλέσματα για τον μύλο κ.λ.π. Κάθε γαϊδούρι, είχε το σαμάρι του, για το φόρτωμα. Για τα σαμάρια υπήρχαν ειδικοί τεχνίτες, που τα έφτιαχναν και τα διόρθωναν. Για την κατασκευή τους ματαχειρίζονταν ξύλο οξυάς. Πολλές φορές στόλιζαν το σαμάρι με διάφορα στολίδια.
ΒΑΡΕΛΑΣ: Ένα – δυό μήνες πριν τον τρύγο παρουσιάζονταν οι βαρελάδες, τεχνίτες για τις επιδιορθώσεις των βαρελιών, που ερχόντουσαν από την Ήπειρο. Διαλούσαν τα βαρέλια από τις δούγιες αφαιρώντας τα στεφάνια που τις κρατούσαν, τις καθάριζαν αν χρειαζόταν, τις πλανιάριζαν λίγο για να εφάπτονται καλά και μετά τις ξανατοποθετούσαν και τις έσφιγγαν με τα στεφάνια τους. Κατόπιν οι νοικοκυραίοι, γέμιζαν τα βαρέλια με νερό ή τα πήγαιναν στη θάλασσα για να στανιάρουν.
ΨΙΛΙΚΑΤΖΗΣ: Άλλος συμπαθής πλανόδιος πωλητής, ήταν και ο ψιλικατζής. Με μια μόστρα μπροστά του πουλούσε κουμπιά, κουβαρίστρες, κλωστές ντεμισέ, καρφίτσες, χτένες, βελόνια και ότι άλλο χρειαζόντουσαν οι νοικοκυρές και τα κοριτσόπουλα της εποχής. Ο ψιλικατζής είναι ο έμπορος του μικρόκοσμου, ο νάνος του εμπορίου, εύγλωττος, ευγενικός, υποχρεωτικός και προ πάντων πειστικός, που είναι αδύνατον να μην πάρεις κάτι από το εμπόρευμά του.
ΓΑΝΩΜΑΤΗΣ (Καλατζής): Με μια καναβατσένια σακκούλα στην πλάτη γυρνούσε στα χωριά φωνάζοντας: “Ο γανωματής, όλα τα γανώνω”! Συνήθως οι γανωματήδες ερχόντουσαν το φθινόπωρο και κατάλυμμά τους, ήταν τα λιτρουβιά. Μάζευαν τις κατσαρόλες από χάλκωμα και τις περνούσαν καλάϊ. Ερχόντουσαν από τα Γιάννενα, κάθε χρόνο οι ίδιοι και τους γνωρίζανε όλοι με τα μικρά τους ονόματα.
Όλα αυτά τα επαγγέλματα και τους ανθρώπους τους, τα σάρωσε η σύγχρονη τεχνολογία.
Από ανάγκη αρκετές γυναίκες, εμπορεύονταν ξύλα, τα οποία κουβαλούσαν στο κεφάλι τους. Τα μάζευαν από το βουνό κατά προτίμηση ξερά και τα διέθεταν στα διάφορα σπίτια , αλλά και στους φούρνους, που τότε έκαιγαν ξύλα. Στους φούρνους τα κουβαλούσαν με γαϊδούρια και τα έδιναν με το ζύγι ή με το γαϊδαροφόρτι.
Πηγή : Το βιβλίο του Θιακού συγγραφέα και φίλου Ανδρέα Λ. Αναγνωστάτου ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΑΝΑΛΕΚΤΑ ΤΗΣ ΙΘΑΚΗΣ
Σχετικά θέματα
ΙΘΑΚΗ : ΠΟΛΕΙΣ ΚΑΙ ΧΩΡΙΑ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΑΝ
ΕΛΛΑΣ
Οι ζωγράφοι των Χιονιάδων
Οκτωβρίου 20, 2009 at 11:50 μμ | In Ήπειρος, ΕΛΛΑΣ, ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ | Comments OffTags: (Ευριπίδης Σούρλας, πρόσωπα, πτυχώσεις, παραστάσεις, πατροπαράδοτη τέχνη, τοπία, τοιχογραφίες, φυτώριο λαϊκών ζωγράφων, χαλκογραφική, χιονιαδίτες καλλιτέχνες, χιονιαδίτικη οικογενειακή ζωγραφική, Αγιογραφία, Αθανάσιος Παγώνης, Αμπελάκια, Γράμμος, Γεώργιος Παΐσιος, Γιώργης Παΐσιος, Εράτυρα-Σέλιτσα, Ζωγράφος, Ζήκος Μιχαήλ, Ζαγόρι, Κωνσταντίνος Παπακώστας-Μαρινάς, Κόνιτσα, Καπέσοβο, Καστοριά, Καθηγητής Λαογραφίας, Λιακουριά, Μ.Γ. Μερακλής, Μαρινάδες, Ξυλογλυπτική, Πρεμετή, Πήλιο, Πασχαλάδες, Σωκράτης Ζωγράφος, Σαραβάνης, Σιάτιστα, Σουδενά, Χειμάρρα, Χιονιάδες, αγιογράφο, βυζαντινή παράδοση, ζωγραφική, ηπειρώτες αγιογράφοι, κεντίδια, λαϊκή αρχιτεκτονική, λιθογραφική, μπαρόκ διακοσμητικά στοιχεία, μεταφορείς πιεσμένου χιονιού, νωπογραφία, νεκρές φύσεις
Από το μόχθο της επιβίωσης άνθιζαν απαράμιλλα κατορθώματα της τέχνης
Στο τελευταίο χωριό της επαρχίας της Κόνιτσας, κοντά στα αλβανικά σύνορα, σε υψόμετρο 1.100 μέτρων στις πλαγιές του όρους Γράμμου, ο δρόμος σταματά. Η σφραγισμένη εκκλησία του Αγίου Αθανασίου στέκεται ως πρώτη εικόνα. Μια ελληνική σημαία ακμαία στον ιστό, η πλατεία του χωριού πλακόστρωτη με ψηλά πέτρινα πεζούλια όπως επιβάλλει το επικλινές έδαφος, με τη βρύση και τον απαραίτητο πλάτανο. Στο πάνω μέρος της πλατείας το κλειστό από το 1966 σχολείο. Τα σπίτια του χωριού, πετρόχτιστα, απλώνονται σε δύο μαχαλάδες εκατέρωθεν της πλατείας. Σιγή, και το ελληνικό φυλάκιο πιο κάτω άλλες φορές φαντάζει να φυλά το χωριό και άλλες φορές αυτό να φρουρεί τους στρατιώτες.
Κάτοικοι; Ένας φύλακας και ένα δεμένο σκυλί, με τα πλατανόφυλλα να καλύπτουν ανενόχλητα τα πέτρινα καλντερίμια. Ένα ακόμη ακριτικό χωριό της Ηπείρου; Η σφραγισμένη εκκλησία του Αγίου Αθανασίου κρύβει στο εσωτερικό της ένα “μυστικό”: τοιχογραφίες και έναν πλούσιο εσωτερικό διάκοσμο ζωγραφισμένο από τους κατοίκους του μικρού χωριού των Χιονιάδων, τους αλλοτινούς λαμπρούς ζωγράφους, τους περίφημους αγιογράφους. Δημιουργοί, απλοί τεχνίτες που σήμερα αξιολογούνται ως καλλιτέχνες υψηλής ποιότητας.
Μια έκτακτη καλλιτεχνική διάσταση
Οι Χιονιάδες, γειτονικό χωριό των Μαστοροχωρίων, σκαρφαλωμένοι στις δασοβριθείς κλιτείς του Γράμμου, σχεδόν κάτω από την κορφή του βουνού, υπήρξε για αιώνες, μαζί με το Καπέσοβο και τα Σουδενά στο Ζαγόρι, η γνωστή τριάδα- φυτώριο λαϊκών ζωγράφων στην Ήπειρο. Κορωνίδα των τριών αυτών εικαστικών κέντρων στάθηκαν οι Χιονιάδες.
Όπως σημειώνει ο ομότιμος Καθηγητής Λαογραφίας Μ.Γ. Μερακλής “στον παραδοσιακό αγροτικό κόσμο λειτούργησε μια διαδικασία μεταστοιχείωσης αντικειμενικών όρων στέρησης και – όπως λένε οι οικονομολόγοι και οι συναφείς προς αυτούς επιστήμονες – υπανάπτυξης και καθυστέρησης, σε όρους δημιουργίας ενός πολιτισμού, που διακρίνεται από μιαν ανεπανάληπτη αισθητική. Από έναν σκληρό βιοτικό μόχθο άνθιζαν απαράμιλλα κατορθώματα της τέχνης, τόσο στενά, εξάλλου, συνδεδεμένης με τη ζωή, ώστε η ίδια η ζωή (η σκληρή, η στερημένη και καθυστερημένη) να περιέχει οργανικά και μιαν έκτακτη καλλιτεχνική διάσταση”.

Οι άνθρωποι εκείνοι δημιουργούσαν έναν πολιτισμό, που υπερέβαινε κατ’ αρχήν τις δυνατότητές τους. Ίσως γιατί είχε σαν βάση της δημιουργίας του το αίσθημα της συλλογικότητας και γιατί έτσι ήταν σεμνός και βαθύτατα δημοκρατικός (οι Χιονιαδίτες ζωγράφοι, που υπέγραφαν τα έργα τους, ανέγραφαν τα ονόματα όλων των συνεργατών, ιεραρχικά, ανάλογα με τη συμβολή του καθενός).
Ο πληθυσμός των Χιονιάδων, ενός από τα πιο μικρά χωριά της επαρχίας της Κόνιτσας, δεν ξεπέρασε ποτέ τις 350-400 ψυχές που ζούσαν με μιαν υποτυπώδη γεωργία και κτηνοτροφία. Κι όμως, εκεί γράφτηκε ένα από τα πιο λαμπρά κεφάλαια της λαϊκής μας ζωγραφικής. Εξήντα πέντε Χιονιαδίτες ζωγράφους παρουσίασε στο γνωστό βιβλίο του στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ο Κίτσος Μακρής, ενώ σήμερα με νεότερες έρευνες είναι γνωστοί περισσότεροι.
Οι μεταφορείς πιεσμένου χιονιού
Χιονιάδες ήταν οι μεταφορείς πιεσμένου χιονιού από σκιερές ορεινές τοποθεσίες που “χόρταιναν την πολιτεία το καλοκαίρι χιόνια”. Η μεταφορά χιονιού από διάφορες περιοχές δεν περιοριζόταν μόνο προς τις πολιτείες της Ηπείρου και τα κονάκια των πλούσιων Τούρκων, αλλά έφτανε ως την Κέρκυρα όπου “κομίζουν χιόνια με το πλοίο και πίνουν οι άρχοντες και ευγενείς Κερκυραίοι τες λεϊμονάδες και λοιπά καταψυκτικά και δροσιστικά ποτά”.
Εκτός από τους κατοίκους της Πρεμετής, των βουνών της Λιακουριάς και της Χειμάρρας και οι κάτοικοι των Χιονιάδων ασχολούνταν με το ιδιότυπο αυτό είδος εμπορίου, ίσως μάλιστα σε μεγαλύτερο ποσοστό, γι’ αυτό και το χωριό τους παίρνει το όνομα Χιονιάδες.
Οι άνδρες υποχρεώθηκαν να στραφούν – με τις αναγκαστικές μετακινήσεις τους από το χωριό – προς “τεχνικά” επαγγέλματα. Η ζωγραφική αναδείχθηκε σε κορυφαίο τέτοιο επάγγελμα (διακόσμηση εκκλησιών και αρχοντόσπιτων – θρησκευτική τέχνη και κοσμική συγχρόνως, κάτι πρωτοποριακό που χαρακτηρίζει τη λαϊκή ζωγραφική της περιόδου εκείνης, που συμπίπτει με την περίοδο της ανερχόμενης αστικής τάξης και του νεοελληνικού Διαφωτισμού).
Οι ζωγράφοι των Χιονιάδων δεν ακολούθησαν τη συντεχνιακή επαγγελματική οργάνωση, αλλά συνέχισαν το χωρισμό σε φάρες-κοινωνικές δηλαδή ομάδες που στηρίζονταν στην κοινότητα καταγωγής από τη μεριά του πατέρα.
Οι Χιονιαδίτες ζωγράφοι ως το τέλος του 18ου αιώνα ανήκαν σε δύο φάρες: Στους Πασχαλάδες και τους Μαρινάδες. Πολλοί Μαρινάδες παίρνουν ως επώνυμο το επαγγελματικό τους, δηλαδή Ζωγράφος.
Οι λαϊκοί αυτοί δημιουργοί ξεκινούσαν σαν μαθητευόμενοι αρχίζοντας από βοηθητικές δουλειές, όπως το τρίψιμο των χρωμάτων πάνω στο μάρμαρο, “τριβίδι”, και την προετοιμασία των επιφανειών. Ύστερα προχωρούσαν στο γέμισμα ομοιόχρωμων επιφανειών επάνω στο λευκό σχέδιο (ουρανός, φορεσιές, έδαφος) και σταδιακά αναλάμβαναν περισσότερο υπεύθυνες εργασίες ώσπου, ώριμοι πια, να φτάνουν στη σχεδίαση και στο ζωγράφισμα λεπτομερειών (πρόσωπα, πτυχώσεις, κεντίδια).

Το επάγγελμα έδινε στους Χιονιαδίτες ζωγράφους οικονομική άνεση που τους επέτρεπε να ζουν με κάποια αρχοντιά. Μερικοί από αυτούς είχαν τη δυνατότητα να σπουδάσουν τα παιδιά τους, παρ’ όλο που είχαν πολυμελείς οικογένειες.
Από τα μέσα του 19ου αιώνα οι ζωγράφοι ανεβαίνουν κοινωνικά και αρχίζουν να παίρνουν αξιώματα στο χωριό. Από το μικρό ορεινό χωριό των Χιονιάδων ξεκινάει ένας μεγάλος αριθμός ζωγράφων. Ο Γεώργιος Παΐσιος αναφέρει 31 ονόματα και 251 επιγραφές. Σε 101 χωριά και πολιτείες εξαπλώνεται το εξακριβωμένο έργο των Χιονιαδιτών ζωγράφων.
Μερικοί από τους ζωγράφους, όταν βρίσκουν συνθήκες μόνιμης εργασίας σε μια περιοχή μένουν οριστικά εκεί, παντρεύονται ντόπιες, κάνουν παιδιά και θεωρούν τον εαυτό τους “πολιτογραφημένο” στην καινούργια τους πατρίδα.
Η χιονιαδίτικη ζωγραφική
Η περίπτωση της χιονιαδίτικης ζωγραφικής εντάσσεται στο γενικότερο φαινόμενο της εξειδίκευσης ορισμένων χωριών σε κάποιον χειροτεχνικό τομέα, απόρροια της ένδειας άλλων πόρων. Ως κύριο εκφραστικό της μέσο έχει το χρώμα, αντίθετα προς τη γραμμικότητα της βυζαντινής παράδοσης. Ξεκινά από ένα καθαρά λαϊκό ύφος με έντονες βυζαντινές αναμνήσεις, περνάει βαθμιαία στο “βυζαντινοαναγεννησιακό” όπως το χαρακτήρισε νεότερος χιονιαδίτης ζωγράφος, πιο σωστά σε ένα κράμα παραδοσιακών με νεορωσικά και δυτικοευρωπαϊκά στοιχεία, για να καταλήξει σε μια προσπάθεια “λογιοσύνης” που κρατάει όμως αρκετή δροσιά και αλήθεια. Παράλληλη είναι η πορεία ολόκληρης σχεδόν της ανεπίσημης ελληνικής ζωγραφικής.
Τα έργα των χιονιαδιτών ζωγράφων καλύπτουν και την εκκλησιαστική και την κοσμική ζωγραφική. Ενδεικτικά παραδείγματα είναι:
1) Η Παναγιά η Βρεφοκρατούσα με τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο του Αθανάσιου Παγώνη.
2) Ο Νεομάρτυρας Γεώργιος των Ιωαννίνων με φουστανέλα και φωτοστέφανο ζωγραφισμένος από τον Ζήκο Μιχαήλ τον Ιανουάριο του 1838
3) Ο Άγιος Αθανάσιος από την ομώνυμη εκκλησία των Χιονάδων.
4) Άλλες μορφές αγίων και αγγέλων από τον Άγιο Δημήτριο Νεοχωρίου Πηλίου
5) Η προσωπογραφία του Ρήγα Φεραίου από τον Αθ. Παγώνη, τοιχογραφία από το σπίτι του Σαραβάνη, στα Δράκια Πηλίου και άλλα κοσμικά θέματα. Κυρίως, φυσικά μοτίβα που στόλιζαν τους τοίχους αρχοντικών στο Πήλιο και το Ζαγόρι, πρέκια τζακιών και παλιές διακοσμητικές κασέλες.
6) Η τοιχογραφία του Κωνσταντίνου Παπακώστα-Μαρινά στο σπίτι του Ράδου στο Τσεπέλοβο με θέμα: “Οι γάμοι του Ναπολέοντα” (μέσα 19ου αιώνα)
Με γνήσιες επιρροές από τη λεγόμενη ηπειρωτικο-θηβαϊκή σχολή, τη ρωσική αγιογραφία του Όρους αλλά και με επιδράσεις από τη δυτικοευρωπαϊκή και αναγεννησιακή Τέχνη, τη χαλκογραφική και λιθογραφική, με ένα συγκερασμό, τέλος (στον οποίο “ακουμπούσε” η δημιουργική τους προσπάθεια) πηγαίου λαϊκού ύφους και συγκρατημένης, πλην πρόδηλης “λογιοσύνης”, οι χιονιαδίτες ζωγράφοι επιβλήθηκαν στη συλλογική μνήμη ως μια ξεχωριστή περίπτωση πολιτισμού στη χώρα μας, στην ευρύτερη εικαστική του εκδοχή. Τόσο είχε απλωθεί η φήμη και η καλή τους επίδοση, ώστε από παλιά ήταν γνωστή η φράση: “Χιοναδίτης είσαι; Ζωγράφος είσαι”.
Οι λαϊκοί τούτοι δημιουργοί δεν περιορίστηκαν μόνο στην αγιογραφία και τις φορητές εικόνες, πάνω στις οποίες δούλευαν τον καιρό του χειμώνα ψηλά στους Χιονιάδες, μα το χρωστήρα τους συγχρόνως απασχόλησαν κι άλλες πτυχές της ζωγραφικής: η προσωπογραφία και το τοπίο, η διακόσμηση, η νεκρή φύση.

Η άσκηση της ζωγραφικής ήταν υπόθεση οικογενειακή, καθώς οι νεότεροι μαθήτευαν κοντά στους έμπειρους συγγενείς τους και τους βοηθούσαν παράλληλα, ασχολούμενοι με τις δευτερεύουσες εργασίες. Ανάλογα με το βαθμό εξέλιξής τους στη ζωγραφική, συχνά γίνονταν συνεργάτες τους και τους διαδέχονταν ή έκαναν δικά τους συνεργεία με τον ίδιο τρόπο. Η ποσότητα της εργασίας και η ανάγκη για γρηγορότερη διεκπεραίωση υποδείκνυαν και τη σύνθεση των οικογενειακών, κατά βάση, συνεργείωνν, στα οποία λίγες φορές έπαιρναν συνεργάτες και μαθητές εκτός του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος. Είναι γνωστή από κτητορική επιγραφή η συνεργασία έως πέντε ατόμων σε αγιογράφηση ναού.
Η εξόρμηση
Με τις αρχές του καλοκαιριού ξεχύνονταν, οργανωμένοι σε μπουλούκια με συγγενική, συχνά, βάση προς τον ηπειρωτικό και θεσσαλικό, κυρίως, χώρο και αναλάμβαναν την ιστόρηση ναών και μοναστηριών στις πόλεις και τα χωριά. Στο χειμωνιάτικο αποκλεισμό, στη γενέτειρά τους, ωστόσο, οι χιονιαδίτες καλλιτέχνες σφυρηλάτησαν την τέχνη τους με γνήσιο πάθος πάνω στους ανεξιχνίαστους “δρόμους” των μικρών τους κάδρων – σφυρηλατούσαν την Τέχνη και σάρκωναν τα μουχρά τους συναισθήματα. Τοιχογραφίες των χιονιαδιτών ζωγράφων, πέρα από τις πλούσιες και συχνά ενδιαφέρουσες ιστορήσεις τους σε πολλές εκκλησίες, βρίσκουμε σε αρχοντικά του Ζαγορίου, της Μακεδονίας και αλλού.
Η πορεία των εργασιών άρχιζε από την ετοιμασία του τοίχου με τοποθέτηση επιχρίσματος ασβέστη και προχωρούσε στην άμεση σχεδίαση και το γρήγορο χρωμάτισμα για να προλάβουν το στέγνωμα του ασβέστη, η κρούστα του οποίου σταθεροποιούσε τα χρώματα. Στα τελειώματα, που γίνονταν σε στεγνό σοβά, χρησιμοποιούσαν κόλλες. Στον καταμερισμό της εργασίας τον κύριο ρόλο έπαιζαν οι δυνατότητες του καθενός. Οι βοηθοί κάλυπταν με χρώματα τον “κάμπο”, δηλαδή το φόντο και πρόπλαθαν τις απλές επιφάνειες, οι έμπειροι ζωγράφιζαν τα κτίρια, τα φορέματα, τα τοπία, και ο πρωτομάστορας ζωγράφιζε τα πρόσωπα και συμπλήρωνε τις λεπτομέρειες, ενώ είχε και τη γενική επίβλεψη του έργου.
“Χιονιαδίτης είσαι; Ζωγράφος είσαι”
Στις παλαιότερες τοιχογραφίες ακολουθείται ο καθιερωμένος εικονογραφικός κύκλος. Από τις αρχές του 19ου αιώνα υπάρχει σχετικά μεγαλύτερη ελευθερία στην επιλογή των θεμάτων και εισάγονται πολλές διδακτικές και παραινετικές προς τους πιστούς παραστάσεις, ενώ τοπία, ανθέμια και άλλα διακοσμητικά στοιχεία πλαισιώνουν το καθιερωμένο εικονογραφικό πρόγραμμα. Η συνύπαρξη πολλών συνεργείων ζωγράφων την εποχή αυτή έχει ως αποτέλεσμα και τη συνύπαρξη για λίγο διαφορετικών τεχνοτροπιών, μέχρι να κυριαρχήσει το ύφος της νεότερης. Προς το τέλος του αιώνα περιορίζεται η διακόσμηση και δίνεται έμφαση στη ρεαλιστική απόδοση των παραστάσεων.
Η πατροπαράδοτη τέχνη της ιστόρησης των ναών γινόταν με τη μέθοδο “εφ’ υγροίς” ή αλλιώς νωπογραφία, δηλαδή τη ζωγραφική σε φρεσκοσοβατισμένο τοίχο με χρώματα φυσικής προέλευσης σε μορφή σκόνης. Οι τεχνικές περιγράφονται στην ερμηνεία της ζωγραφικής τέχνης του Διονυσίου εκ Φουρνά, αντίτυπα και χειρόγραφα αντίγραφα της οποίας χρησιμοποιούσαν οι Χιοναδίτες ζωγράφοι. Πρέπει να θεωρηθεί βέβαιο ότι παράλληλα χρησιμοποιήθηκαν και μικτές τεχνικές, όπως η μισο-νωπογραφία ή αλλιώς ζωγραφική σε επιφάνεια, που δεν ήταν εντελώς στεγνή και γινόταν με χρώματα υδροδιαλυμένα με την προσθήκη ασβέστη.
Η ζωγραφική φορητών εικόνων σε ξύλο γινόταν με τα ίδια χρώματα αλλά με την τεχνική του αυγού, που το χρησιμοποιούσαν αποκλειστικά ως συνδετικό μέσο των χρωμάτων. Αργότερα, στην τοιχογραφία και τη φορητή εικόνα χρησιμοποιήθηκε η τεχνική της ελαιογραφίας και ως επιφάνεια εργασίας και ο μουσαμάς. Οι Χιοναδίτες ζωγράφοι που έκαναν τοιχογραφίες δούλευαν όλο το χρόνο, όπως δείχνουν οι ημερομηνίες στις κτητορικές επιγραφές των ναών, κυρίως όμως από την άνοιξη ως το φθινόπωρο. Το υπόλοιπο διάστημα έμεναν στο χωριό, όπου ζωγράφιζαν φορητές εικόνες και μουσαμάδες, διακοσμούσαν κασέλες, ετοίμαζαν χρώματα τρίβοντάς τα με το τριβείο, έκαναν δηλαδή τις εργασίες που μπορούσαν να ασκήσουν σε ένα από τα δωμάτια της κατοικίας τους, το οποίο χρησιμοποιούσαν ως εργαστήριο. Όταν ήταν ανάγκη έκαναν εργαστήρια και στον τόπο εργασίας τους, όπου έμεναν για μεγάλα χρονικά διαστήματα και καμιά φορά, μόνιμα, όπως ο Παγώνης στη Δράκια Πηλίου.
Το έργο των παλιότερων ζωγράφων έχει όλα τα χαρακτηριστικά της τέχνης των αρχών του 18ου αιώνα, που είναι η ύστερη φάση της μεταβυζαντινής τέχνης με έντονα τα στοιχεία της λαϊκής τεχνοτροπίας. Ο 19ος αιώνας, που κυριαρχείται από τη λαϊκότροπη ζωγραφική, έχει τους Χιονιαδίτες ως κυριότερους εκπροσώπους, με έργα τους σε ολόκληρη τη βορειοδυτική Ελλάδα και άλλες χώρες. Προς το τέλος του αιώνα και τις αρχές του 20ού κυριαρχεί η δυτικότροπη ζωγραφική, χωρίς να λείπουν και οι επιρροές της ρωσικής εικονογραφικής σχολής της εποχής. Στην αλλαγή συνέβαλε και η καθιέρωση του λαδιού ως κύριου υλικού στη ζωγραφική. Κύριος λόγος της διαμόρφωσης αυτού του ύφους ήταν η επικράτηση του ανάλογου αισθητικού ρεύματος στη ζωγραφική του ελεύθερου ελληνικού κράτους, με την επίσημη αποδοχή της τέχνης των Βαυαρών δασκάλων και στη συνέχεια των Ελλήνων καλλιτεχνών που ήταν μαθητές τους.
Από τις αρχές του 19ου αιώνα υπάρχει σχετικά μεγαλύτερη ελευθερία στην επιλογή των θεμάτων, και εισάγονται πολλές διδακτικές και παραινετικές προς τους πιστούς παραστάσεις, ενώ τοπία, ανθέμια και άλλα διακοσμητικά στοιχεία πλαισιώνουν το καθιερωμένο εικονογραφικό πρόγραμμα.
Αξιόλογες είναι και μερικές προσωπογραφίες με λάδι σε μουσαμά που έχουν διασωθεί, καθώς και σχέδια με μολύβι ή και με χρώμα. Οι κασέλες, τέλος, ήταν ένα ιδιαίτερο είδος χρηστικού και διακοσμητικού αντικειμένου, που συχνά οι Χιονιαδίτες ζωγράφοι αναλάμβαναν να στολίσουν με το χρωστήρα τους.

Οι αρχές της χιονιαδίτικης οικογενειακής ζωγραφικής παράδοσης δεν είναι γνωστές. Η πρώτη υπογραμμένη και χρονολογημένη εικόνα είναι του 1747, ο Άγιος Γεώργιος, στο ναό Κοίμησης Θεοτόκου στη Βούρμπιανη, και η παλαιότερη χρονολογημένη επιγραφή που διασώζεται σε τοιχογραφία είναι του 1770 στη Μονή Άβελ της Βήσσανης.
Έργα
Εκτός του εκκλησιαστικού χώρου, έργα Χιονιαδιτών συναντώνται σε πολλές αρχοντικές κατοικίες στα χωριά του Ζαγορίου και στο Πήλιο, όπου φιλοτεχνήθηκαν τοιχογραφίες με ανθέμια, τοπία, παραστάσεις, νεκρές φύσεις, ανασηκωμένα παραπετάσματα και άλλα θέματα, ενώ πλούσιος είναι και ο φυτικός κυρίως διάκοσμος με λουλούδια κλαδιά, ανθοδοχεία, πλαισιωμένα με μπαρόκ διακοσμητικά στοιχεία.
Ανάλογα διακοσμητικά θέματα με αυτά των Χιονιαδιτών ζωγράφων υπάρχουν και σε ζωγραφιές σπιτιών που έγιναν την ίδια περίπου εποχή σε διάφορα μέρη κυρίως της βόρειας Ελλάδας, όπως στην Καστοριά, τη Σιάτιστα, Εράτυρα-Σέλιτσα, Αμπελάκια, κ.α. Ο συγκερασμός ανατολίτικων και δυτικών διακοσμητικών στοιχείων, βυζαντινών, αναγεννησιακών, μπαρόκ, ροκοκό και αργότερα νεοκλασικών, που ήταν συνηθισμένος και χαρακτήριζε το ζωγραφικό ύφος της εποχής, συναντάται και στις γειτονικές βαλκανικές χώρες.
Αξιόλογες είναι και μερικές προσωπογραφίες με λάδι σε μουσαμά που έχουν διασωθεί, καθώς και σχέδια με μολύβι ή και με χρώμα. Οι κασέλες, τέλος, ήταν ένα ιδιαίτερο είδος χρηστικού και διακοσμητικού αντικειμένου, που συχνά οι Χιονιαδίτες ζωγράφοι αναλάμβαναν να στολίσουν με το χρωστήρα τους.
Γενικά οι Χιονιαδίτες ζωγράφοι ήταν φημισμένοι και “σημαντικοί αγιογράφοι”, τονίζει ο Δημήτρης Σταμέλος και το δημιουργικό εικαστικό τους έργο πέρασε διαπαντός στην πνευματική και καλλιτεχνική παρακαταθήκη του λαού μας. Ολόκληρη η Βόρεια Ελλάδα βρίθει, πράγματι, από τις, συχνά, “εντυπωσιακές τοιχογραφίες” των ηπειρωτών αγιογράφων, οι πιο ικανοί και σπουδαιότεροι των οποίων κρίνονται οι Χιονιαδίτες.
Ξυλόγλυπτες και ζωγραφιστές κασέλες
“Η Ξυλογλυπτική με την Αγιογραφία αποτελούν τις δύο καλλιτεχνικές προβολές, που σημείωσαν μια ξεχωριστή και χτυπητή άνθηση στην Επαρχία της Κόνιτσας. Είναι τα δύο διαμάντια μαζί με τη λαϊκή αρχιτεκτονική, που άνθισε επίσης και αυτή στα χώματα εκείνα” (Ευριπίδης Σούρλας)
Η ξυλουργική και ξυλογλυπτική φέρονται άμεσα συνδεδεμένες με τη διακοσμητική και τη λαϊκή ζωγραφική, όπως αποφαίνεται με απόλυτο τρόπο και ο παπα-Γιώργης Παΐσιος: “Ουδείς Χιονιαδίτης υπήρξε κατά τα παλαιότερα έτη ξυλουργός χωρίς να γνωρίζει και τη χρωματική και διακοσμητική τέχνη η οποία με το χρόνο εξέλιπε”.
Οι ξυλουργοί, όπως και οι υπόλοιποι μαστόροι της οικοδομής και οι λαϊκοί ζωγράφοι, περιφέρονταν σε όλη τη βορειοδυτική Ελλάδα, την Ήπειρο, αλλά και σε πολλά άλλα μέρη, και αναλάμβαναν κάθε είδους ξυλουργική εργασία όπως ταβάνια κατοικιών και ναών, πόρτες, ντουλάπες, σκάλες, κ.α. Οι καλύτεροι από αυτούς σκάλιζαν και τέμπλα ναών, αρχιερατικούς θρόνους, άλλες σκαλιστές ξυλοκατασκευές και νυφιάτικες κασέλες.
Οι κασέλες ή καρσέλες ή σεντούκια ήταν από τα κύρια έπιπλα του παλιού σπιτιού. Από εκείνες που έχουν διασωθεί γνωστές από δημοσιεύσεις και από την παρουσία τους σε προθήκες μουσείων είναι οι Σκυριανές, οι Λεσβιακές, οι Βορειοελλαδίτικες και άλλες για τις οποίες δεν υπάρχει σχετική βιβλιογραφία.
Ο κ. Σκούρτης σημειώνει: “Τα θέματα στις ζωγραφισμένες κασέλες είναι κυρίως φυτικά, όπως κλαδιά, λουλούδια, βάζα και ανθοδέσμες. Στη διακοσμητική σύνθεση υπάρχει ένα κεντρικό θέμα, ροζέτα με άνθη, ανθοδοχείο ή ζωγραφισμένη μορφή, και γύρω περιπλέκονται κλαδιά με ρόδα, φύλλα, αστερίσκους και κόκκινες ροδέλες, που κρέμονται από τα κλαδιά με τρόπο που θυμίζει τα απλωμένα από κορυφές κτιρίων υφάσματα που συνθέτουν τις παραστάσεις των βυζαντινών εικονογραφιών. Και ο υπόλοιπος φυτικός διάκοσμος των κασελών συναντάται σε διακοσμημένα τμήματα τοιχογραφιών, ενώ παρόμοια άνθη υπάρχουν ως κεντήματα σε άμφια ιεραρχών και σε υφάσματα. Τα άνθη, για παράδειγμα, που ζωγράφισε ο Σωκράτης Ζωγράφος στο ένδυμα του Αγίου Βησσαρίωνα στην Κοίμηση της Θεοτόκου στην Καμπή Άρτας ζωγραφίστηκαν σε διάφορες κασέλες από τον ίδιο στους Χιονιάδες και αλλού”.
Κείμενο: Σεφεριάδης Γ.
Πηγή: ΑΠΕ
Άλλα θέματα για την Ήπειρο
Το Ρολόϊ της Παραμυθιάς
ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΩΝ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΝΤΡΟΠΗΣ
ΤΣΑΜΗΔΕΣ ΚΑΙ ΑΛΒΑΝΙΚΟΣ ΕΠΕΚΤΑΤΙΣΜΟΣ
ΕΛΛΑΣ
Ο γδικιωμός
Σεπτεμβρίου 13, 2009 at 5:47 πμ | In ΕΛΛΑΣ, ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ, Μάνη | Comments OffTags: τιμωρία μιας πράξης, Γεροντική, Μάνη, Νυκλιάνικη οικογένεια, βεντέτα, γδικιωμός, δικιωμός, μοναδικός Θεσμός
Στο κλίμα των σκληρών αγώνων επικράτησης μεταξύ των πατριών (οικογενειών), αναπτύχθηκε η βεντέτα, ο λεγόμενος «γδικιωμός» ή δικιωμός – που αφορούσε αρχικά το σόι ή την οικογένεια και όχι το άτομο – ήταν η τιμωρία μιας πράξης που είχε γίνει σε βάρος της οικογένειας.
Την τιμωρία αποφάσιζε ψύχραιμα ένα οικογενειακό συμβούλιο, ενώ δεν ήταν απαραίτητο να τιμωρηθεί προσωπικά ο ένοχος της πράξης. Η βεντέτα μπορούσε να στραφεί και εναντίον άλλου μέλους της αντίπαλης οικογένειας.
Τα αρσενικά παιδιά της οικογένειας, σε περίπτωση πού ο πατέρας έπεφτε θύμα γδικιωμού, ανατρέφονταν με μοναδικό σκοπό μεγαλώνοντας να πάρουν το αίμα του πίσω. Όταν η εκδίκηση ολοκληρωνόταν, η οικογένεια πού πήρε ικανοποίηση κλεινόταν στο σπίτι της, για να μην προκαλέσει την οικογένεια του σκοτωμένου.
Συχνά στόχος ήταν η ολοκληρωτική εκμηδένιση της αντίπαλης οικογένειας. Το πρώτο κτύπημα δε γινόταν ποτέ απροειδοποίητα η πλευρά που προκαλούσε κήρυσσε επίσημα τον πόλεμο, χτυπούσαν οι καμπάνες, τα δυο αντίπαλα μέρη πήγαιναν στους πύργους τους κι από κει και πέρα κάθε μέσο καταστροφής ήταν επιτρεπτό.
Ο ουδέτερος πληθυσμός του χωριού στο διάστημα που διαρκούσε η βεντέτα ή κρυβόταν ή απομακρυνόταν όσο να τελειώσει ο μικρός πόλεμος.
Σε ορισμένες περιπτώσεις ο κώδικας της βεντέτας επέτρεπε μια προσωρινή ανάπαυλα, την «τρέβα» την εποχή του οργώματος, της σποράς, του θερισμού, του αλωνίσματος και όταν μάζευαν τις ελιές. Τα αντιμαχόμενα μέρη δούλευαν τότε σε γειτονικά χωράφια με νεκρική σιγή και τη νύχτα εφοδίαζαν τους πύργους με τρόφιμα και πυρομαχικά. Ο αγώνας ξανάρχιζε μόλις τέλειωνε η συγκομιδή.
Μια περιορισμένη ανακωχή μπορούσε επίσης να γίνει όταν ένα μέλος των αντιπάλων οικογενειών είχε βαφτίσια, γάμο ή κάτι ανάλογο. Ο συνηθέστερος φυσικά τρόπος με τον οποίο τέλειωνε η βεντέτα ήταν η εκμηδένιση της μιας μερίδας, οπότε τα υπολείμματά της σκορπίζονταν σε άλλα χωριά, αφήνοντας τους πύργους και τα χωράφια τους στο νικητή, ο οποίος έμενε αδιαφιλονίκητος κυρίαρχος, ώσπου μια άλλη Νυκλιάνικη οικογένεια κατόρθωνε να συγκεντρώσει ή να δημιουργήσει αρκετή δύναμη για να τον προκαλέσει.
Μπορούσε όμως και να μείνει αν ήθελε, στο χωριό η νικημένη παράταξη, αν ζητούσε από το νικητή συγγνώμη με, ένα καθορισμένο τελετουργικό τυπικό. Τα πράγματα ήταν απλούστερα στις περιπτώσεις φόνων δίχως γενικότερες προεκτάσεις, οπότε, ύστερα από μια καθορισμένη, απλούστερη από την προηγούμενη, διαδικασία, ο μετανοημένος φονιάς γινόταν ο ιδιαίτερος προστάτης και ευεργέτης της οικογένειας που αδίκησε όλα αυτά τα θέματα τα τακτοποιούσε ένα τοπικό συμβούλιο, η Γεροντική, μοναδικός Θεσμός, υπό τον μπέη ή τον αρχικαπετάνιο, που φρόντιζε για την τάξη στη Μάνη.
Ένα γεγονός που μπορούσε να συμβιβάσει τα αντιμαχόμενα μέρη ήταν η τουρκική απειλή. Η πιο μακρόχρονη ανακωχή ήταν η γενική τρέβα που ζήτησε ο Μαυρομιχάλης την παραμονή του πόλεμου της Ανεξαρτησίας.
Οι αντιδικίες πάντως συνεχίστηκαν και μετά την απελευθέρωση, αλλά σιγά-σιγά οι προκαταλήψεις και οι διακρίσεις μεταξύ Νυκλιάνων και υποτακτικών διαλύονταν, η παράδοση της βίας όμως συνεχίστηκε, έστω και χωρίς πια τους μεγάλους πόλεμους των Νυκλιάνων. Η παράδοση δεν κόπηκε αμέσως, αλλά περιορισμένη με μεμονωμένες εκδηλώσεις, συνεχίστηκε ως το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο. Σήμερα φυσικά όλα αυτά αποτελούν αναμνήσεις μιας άλλης εποχής.
ΕΛΛΑΣ
Προικοδοτήριο στο Ρέθυμνο το 1875
Σεπτεμβρίου 8, 2009 at 8:10 πμ | In ΕΛΛΑΣ, Κρήτη, ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ | Comments OffΤα προικοδοτήρια ή προικοσύμφωνα ήταν κάποτε απαραίτητα πριν από κάθε γάμο.

Σ’ αυτά καταγράφονταν με κάθε λεπτομέρεια τα ακίνητα και τα κινητά πράγματα με τα οποία οι γονείς προικοδοτούσαν την κόρη τους υποψήφια νύφη. Αυτές ακριβώς οι λεπτομέρειες είναι που κάνουν σήμερα απολαυστική την ανάγνωση των εγγράφων αυτών. Έχω υπόψη μου, για παράδειγμα, ένα τέτοιο προικοσύμφωνο όπου, μεταξύ άλλων, η νύφη (φτωχή κοπέλα, προφανώς), έπαιρνε και τα εξής (τα μεταφέρω κατά γράμμα):
… Ζεύγη καρτσόνια δυο, το εν σχεδόν άφορον (= αφόρετο), το άλλο ολίγον εμβαλωμένον. Και πιο κάτω: Τσατσάρα μία, της λείπουν δόντια τέσσαρα (sic).

Τέτοια προικοδοτήρια υπάρχουν κάμποσα στο αρχείο μου και τα περισσότερα προέρχονται από δημοπρασίες. Αυτό που παρουσιάζεται εδώ αφορά πρόσωπα της πόλης μας τα οποία θα έλεγα ότι ανήκαν στη μεγαλομεσαία τάξη. Ο πεθερός είχε τον επίζηλο τίτλο του Χατζή, είχε δηλαδή καταφέρει, εκείνους τους δύσκολους για τις μετακινήσεις καιρούς, να πάει και να προσκυνήσει στους Αγιους Τόπους. Ο υποψήφιος γαμπρός, ο Ιωάννης Τερζιδάκης ήταν τότε στα 31 του. Είχε μόλις ανοίξει καφεποτοπωλείο και είχε καλή φήμη στην κοινωνία της πόλης. Ήξερε αρκετά γράμματα και συνήθιζε να βοηθά τους ψάλτες του Καθεδρικού Ναού.
Το κείμενο και ο κατάλογος καταλαμβάνουν 4 σελίδες διαστάσεων 34X21, αλλά έχουν παραλειφθεί αρκετά. Η γραφή είναι εξαίσια (όχι όμως και ευανάγνωστη), ενώ η ορθογραφία ακολουθεί αλάνθαστα τους κανόνες της εποχής (την οποία και αφήνομε ως έχει). Τα σχόλια που θα μπορούσε να κάμει κανείς είναι πολλά, αλλά τα αφήνομε και αυτά για τους αναγνώστες. Να πούμε μόνο ότι το επώνυμο “Τερζιδάκης”, γνωστό και σήμερα παραπέμπει σε κάποιο τερζή, δηλαδή “λεβεντοράφτη” (ειδικό στις ανδρικές παραδοσιακές φορεσιές).

Εν ονόματι
της Αγίας Αδιαιρετου Τριάδος
Προικοδοτήριον
Δια του παρόντος γίνεται δήλον ότι αφ’ ενός μεν ο Κος Χ” Ιωάννης Καλούδης μετά της συζύγου του Μαγδαληνής και αφ’ ετέρου ο Κος Ιωάννης Ι Τερζιδάκης, άπαντες κάτοικοι της πόλεως Ρεθύμνης συμφώνησαν ως ακολούθως:
Ο μεν Κος Χ΄΄Ίωάννης Καλούδης μετά της συζύγου του Μαγδαληνής εδήλωσαν ότι προκειμένου να υπανδρεύσωσι την γνησίαν και νόμιμον αυτών θυγατέρα Ζαχαρένιαν μετά του Κυρίου Ιωάννου Τερζιδάκη δίδουν τω ειρημένω ως προίκα της συζύγου του και θυγατρός των εξ ιδίας αυτών περιουσίας τα ακόλουθα:
- Μίαν οικίαν … επ’ ονόματι της θυγατρός μας
- Ένα γραμμάτιον εις βάρος της υπογραφής της εκ του χωρίου Βακαλοχώρι Ακετές του Γιουσουφαγά Κλαψαράκη, κατοίκου ήδη ενταύθα, εκ γροσίων οκτώ χιλιάδων και τετρακοσίων τριάκοντα εννέα αριθ. 8439, με υποθήκην κατά το επί Κάδη εφένδη Χοτζάκη, και υπό ευθύνης μου.
- Ένα γραμμάτιον εις βάρος της υπογραφής εμού του Χ’Ίωάννου Καλούδη εκ γροσίων χιλίων πεντακοσίων εξήκοντα ενός αριθ. 1561.
- Μετρητά γρόσια πέντε χιλιάδας αριθ. 5000.
Κινητά πράγματα
- Μιαν εικόνα της Υπεραγίας ημών Θεοτόκου
- Ένα κρεβάτι σιδηρούν
- Δύο στρώματα γεμάτα κρεβατιού
- Μία μαξελαρομάνα γεμάτη
- Ένα πάπλωμα μεταξωτόν
- Ένα όμοιον τσήτινον
- Τρεις πατανίαις
- Μία κουνουπιέρα λευκή
- Εξ προσκέφαλα κεντητά γεμάτα
- Τέσσαρα όμοια εύκαιρα
- Εν ζεύγος σινδόνια μεταξώφαντα
- Εν ζεύγος σινδόνια μάλλινα
- Τριάκοντα όμοια κιναράτα [ = με ρίγες] βαμβακερά
- Ένα γύρον του κρεβατιού κεντητόν
- Δυο μεντέρια του καναπέ σπιτίσια γεμάτα
- Ένδεκα μαξιλαράκια του καναπέ από δαμάσκο
- Διακόσιες πήχαις πανί χάσικον δια υποκάμισα γυναικεία
- Δέκα εξ υποκάμισα ερραμένα γυναικεία
- Δέκα τέσσαρα κομμάτια μεσοφόρια
- Εξ καμηζόλαις νυκτεριναίς κεντημέναις
- Δώδεκα ζεύγη γυναικείαις κάλτσαις
- Τρία μαντήλια κεντητά της χειρός
- Τρία όμοια λινά σκέτα Εν σάλι μάλλινον
- Εν όμοιον μετάξης (μποξάς)
- Εν ζεύγος σκολαρίκια σμαλτένια χρυσά
- Εν ζεύγος χρυσά σκολαρίκια καμπάναις
- Ένα κορδόνι χρυσουν
- Μία χρυσή καρφίτσα
- Εν δακτυλίδιον αδαμάντινον
- Εξ υποκάμισα ανδρικά χασένια
- Εξ ζεύγη ανδρικαίς κάλτσαις
- Εν ζεύγος παντόφλαις ανδρικές
- Εξ τραπεζομάνδηλα σπιτίσια
- Πεντήκοντα δύω πέτσαις (=πετσέτες) του τραπεζιού
- Δέκα οκτώ όμοιες μακρές του προσώπου
- Οκτώ όμοια μικρά
- Εξ πέτσαις χονδρές
- Δύο σακκούλαις σπιτίσιαις
- Τέσσαρες βούργιαις σπιτίσιες
- Τέσσαραις κουρτίναις λευκαίς
- Πέντε όμοιες τσίτινες
- Δύο τραπέζια … καρυδιάς
- Εν μπαούλον
- Μία κασσέλα ξύλινη Σύρου
- Ένα ξύλινον καναπεδάκι της κάμαρας με την στρώσιν του
- Δύο δίσκους του καφέ εξ ων ο ένας πρότζινος
- Εξ γυαλένιους βάζους του γλυκού
- Μία δωδεκάδα ποτήρια αγγλικά του νερού
- Μία δωδεκάδα κρασιού όμοια
- Εξ ποτηράκια ρακιού όμοια
- Μία δωδεκάδα φλιτζάνια του καφέ
- Εν ζεύγος πιατάκια γυάλινα
- Δώδεκα αργυρά χουλιάρια του γλυκού
- Εν κεντητόν δισκομάνδηλον
- Εν ζεύγος ομοίως πρόνζινα
- Εν ζεύγος λάμπαις

- Εν τραπέζι ξύλινον
- Τρεις δωδεκάδες πιάτα Αγγλίας
- Τέσσαρες πιατάντσαις
- Μία σουπιέρα
- Μία δωδεκάδα χουλιάρια της σούπας αζαμηλακινά (;,από αλπακά;)
- Μια χουλιάρα όμοια
- Μία δωδεκάδα πιρούνια
- Μία δωδεκάδα μαχαίρια
- Μία δωδεκάδα καθέκλαις λουγράδαις οξιά
- Τρεις κουμπαράδαις χάλκινους
- Ένα μπουγαδοτσούκαλο όμοιο
- Δύο ταψιά όμοια
- Ένα μαγκάλι χάλκινον
- Ένα μπρίκι καφέ χάλκινο
- Μία καραβάνα χάλκινη
- Ένα τηγάνι ατσαλένιον
- Ένα χαβάνι πρόντζινο
- Ένα θυμιατό πρόντζινο
- Τρία σίδερα υποκαμίσων
- Ένα κουτί του καφέ τενεκεδένιο
- Εξ καθέκλαις ξύλιναις
Ο δε κύριος Ιωάννης Τερζιδάκης εδήλωσεν ότι μετ’ ευχαριστήσεως παραδέχεται άπαντα τα ανωτέρω προικώα της συζύγου του, ότι παρέλαβε ταύτα σώα και ανελλιπή και ότι δεν έχει να επιφέρη παρατήρησιν τινά επ’ αυτών, αναδεχόμενος από τούδε πάσας τας περί προικός υποχρεώσεις.
Προς πίστωσιν όθεν εγένετο το παρόν εις διπλούν όπερ αναγνωσθέν ευκρινώς και μεγαλοφώνως εις επήκοον πάντων υπεγράφη παρά των συμβαλλομένων και των μαρτύρων.
Εν Ρεθύμνη τη ογδόη του μηνός Νοεμβρίου του χιλιοστού οκτακοσιοστού εβδομηκοστού πέμπτου σωτήριου έτους:
Οι Μάρτυρες Οι Συμβαλλόμενοι
Ν.Γ. Δρανδάκης Χ” Ιωάννης Καλλουδης
[όνομα Τούρκου, δυσανάγνωστο]
Κοσμάς Σωτήρχος Ιωάννης Α.[;] Τερζιδάκης

Και μόνο από τα ονόματα των ευυπόληπτων μαρτύρων φαίνεται πόσο καλή ήταν η θέση των “συμβαλλομένων”.
Ο Ν.Γ. Δρανδάκης ήταν λαδέμπορος με καταγωγή από το Ζουρίδι και είναι ο παππούς του επίτιμου δικηγόρου κ. Γεωργίου Β. Δρανδάκη. Του Τουρκορεθεμνιώτη το δυσανάγνωστο όνομα έχει την κατάληξη -ζαδές, κάτι που δείχνει τη σημαντικότητα του. Όσο για τον Κοσμά Σωτήρχο, να πούμε πως ήταν ο πατέρας του καθηγητή των Γαλλικών Εμμανουήλ Σωτήρχου και του εμπόρου Νικολάου.
Ας δούμε τώρα την εξέλιξη που είχε το ζεύγος: Ο γαμπρός Ιωάννης Τερζιδάκης έγινε γρήγορα αριστερός ψάλτης στον Καθεδρικό Ναό, ενώ εξελίχτηκε και στο επαγγελματικό πεδίο. Από καφεποτοπώλης έγινε ο ποτοποιός με την καλύτερη φήμη στην αγορά.
Με τη σύζυγο του Ζαχαρένια, το γένος Χατζή Ιωάννη Καλουδη (του οποίου η καταγωγή ήταν, προφανώς, από τον Πρίνε Ρεθύμνης) ξέρομε ότι απόκτησε γρήγορα (το 1876 ή 77) ένα γιο τον Στυλιανό, ο οποίος συνέχισε επάξια την επιχείρηση του πατέρα, διατηρώντας το καλό όνομα στην κοινωνία. Έγινε και αυτός ψάλτης στη λεγόμενη “Μεγάλη Παναγία” και οι συμπολίτες του τον εξέλεξαν Δημοτικό Σύμβουλο (τουλάχιστον το 1925). Ο Σ.Ι. Τερζιδάκης πέθανε την 8η Οκτωβρίου του 1928.
Τις παραπάνω πληροφορίες για τους παλιούς αυτούς συμπολίτες μας δε δυσκολεύτηκα να τις αντλήσω από το βιογραφικό λεξικό που προσπαθώ να καταρτίσω (ελπίζω με τη βοήθεια των συμπολιτών), το οποίο, για μια ακόμα φορά, φάνηκε χρήσιμο. Ατυχώς, δε βρέθηκαν φωτογραφίες για τα πρόσωπα που αναφέρονται στο δημοσιευόμενο προικοσύμφωνο. Είναι όμως σχεδόν βέβαιο πως κάπου πρέπει να υπάρχουν, ίσως σε κάποιο ξεχασμένο σεντούκι. Το αμφίβολο είναι αν μπορούμε σήμερα να ταυτίσαμε τα πρόσωπα των φωτογραφιών που τραβήχτηκαν πριν από 100 και πλέον χρόνια, στην περίπτωση που δεν υπάρχουν σημειώσεις πίσω από τη φωτογραφία.
Ψάχνοντας τις αταύτιστες πρωτότυπες φωτογραφίες του δικού μου αρχείου, είδα ότι υπάρχει ξεχωριστός φάκελος με την ένδειξη “Άγνωστες Ρε-θεμνιώτισες νύφες” (sic)! Από τον φάκελο ακριβώς αυτόν επέλεξα να παρουσιάσω τρία πορτρέτα, βγαλμένα όλα από το φωτογραφείο του Κ.Χ. Κούνουπα. Εύχομαι κάποιος συμπολίτης να αναγνωρίσει σε κάποια απ’ αυτές τη… γιαγιά του!
Θα ήταν ευχής έργο – όσο είναι καιρός – κάτι να κάμομε για τα ξεχασμένα αυτά ντοκουμέντα που, πλέον, αποτελούν ιστορικό αρχειακό υλικό, το ενδιαφέρον του οποίου ξεπερνά το πλαίσιο μιας οικογένειας.
Πρώτη δημοσίευση στην εφημερίδα Ρέθεμνος 14-6-2008
Αναδημοσίευση από Άγονη γραμμή
ΕΛΛΑΣ
Blog στο WordPress.com. | Theme: Pool by Borja Fernandez.
Entries and comments feeds.








