Προικοδοτήριο στο Ρέθυμνο το 1875
Σεπτεμβρίου 8, 2009 at 8:10 πμ | In ΕΛΛΑΣ, Κρήτη, ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ | Comments OffΤα προικοδοτήρια ή προικοσύμφωνα ήταν κάποτε απαραίτητα πριν από κάθε γάμο.

Σ’ αυτά καταγράφονταν με κάθε λεπτομέρεια τα ακίνητα και τα κινητά πράγματα με τα οποία οι γονείς προικοδοτούσαν την κόρη τους υποψήφια νύφη. Αυτές ακριβώς οι λεπτομέρειες είναι που κάνουν σήμερα απολαυστική την ανάγνωση των εγγράφων αυτών. Έχω υπόψη μου, για παράδειγμα, ένα τέτοιο προικοσύμφωνο όπου, μεταξύ άλλων, η νύφη (φτωχή κοπέλα, προφανώς), έπαιρνε και τα εξής (τα μεταφέρω κατά γράμμα):
… Ζεύγη καρτσόνια δυο, το εν σχεδόν άφορον (= αφόρετο), το άλλο ολίγον εμβαλωμένον. Και πιο κάτω: Τσατσάρα μία, της λείπουν δόντια τέσσαρα (sic).

Τέτοια προικοδοτήρια υπάρχουν κάμποσα στο αρχείο μου και τα περισσότερα προέρχονται από δημοπρασίες. Αυτό που παρουσιάζεται εδώ αφορά πρόσωπα της πόλης μας τα οποία θα έλεγα ότι ανήκαν στη μεγαλομεσαία τάξη. Ο πεθερός είχε τον επίζηλο τίτλο του Χατζή, είχε δηλαδή καταφέρει, εκείνους τους δύσκολους για τις μετακινήσεις καιρούς, να πάει και να προσκυνήσει στους Αγιους Τόπους. Ο υποψήφιος γαμπρός, ο Ιωάννης Τερζιδάκης ήταν τότε στα 31 του. Είχε μόλις ανοίξει καφεποτοπωλείο και είχε καλή φήμη στην κοινωνία της πόλης. Ήξερε αρκετά γράμματα και συνήθιζε να βοηθά τους ψάλτες του Καθεδρικού Ναού.
Το κείμενο και ο κατάλογος καταλαμβάνουν 4 σελίδες διαστάσεων 34X21, αλλά έχουν παραλειφθεί αρκετά. Η γραφή είναι εξαίσια (όχι όμως και ευανάγνωστη), ενώ η ορθογραφία ακολουθεί αλάνθαστα τους κανόνες της εποχής (την οποία και αφήνομε ως έχει). Τα σχόλια που θα μπορούσε να κάμει κανείς είναι πολλά, αλλά τα αφήνομε και αυτά για τους αναγνώστες. Να πούμε μόνο ότι το επώνυμο “Τερζιδάκης”, γνωστό και σήμερα παραπέμπει σε κάποιο τερζή, δηλαδή “λεβεντοράφτη” (ειδικό στις ανδρικές παραδοσιακές φορεσιές).

Εν ονόματι
της Αγίας Αδιαιρετου Τριάδος
Προικοδοτήριον
Δια του παρόντος γίνεται δήλον ότι αφ’ ενός μεν ο Κος Χ” Ιωάννης Καλούδης μετά της συζύγου του Μαγδαληνής και αφ’ ετέρου ο Κος Ιωάννης Ι Τερζιδάκης, άπαντες κάτοικοι της πόλεως Ρεθύμνης συμφώνησαν ως ακολούθως:
Ο μεν Κος Χ΄΄Ίωάννης Καλούδης μετά της συζύγου του Μαγδαληνής εδήλωσαν ότι προκειμένου να υπανδρεύσωσι την γνησίαν και νόμιμον αυτών θυγατέρα Ζαχαρένιαν μετά του Κυρίου Ιωάννου Τερζιδάκη δίδουν τω ειρημένω ως προίκα της συζύγου του και θυγατρός των εξ ιδίας αυτών περιουσίας τα ακόλουθα:
- Μίαν οικίαν … επ’ ονόματι της θυγατρός μας
- Ένα γραμμάτιον εις βάρος της υπογραφής της εκ του χωρίου Βακαλοχώρι Ακετές του Γιουσουφαγά Κλαψαράκη, κατοίκου ήδη ενταύθα, εκ γροσίων οκτώ χιλιάδων και τετρακοσίων τριάκοντα εννέα αριθ. 8439, με υποθήκην κατά το επί Κάδη εφένδη Χοτζάκη, και υπό ευθύνης μου.
- Ένα γραμμάτιον εις βάρος της υπογραφής εμού του Χ’Ίωάννου Καλούδη εκ γροσίων χιλίων πεντακοσίων εξήκοντα ενός αριθ. 1561.
- Μετρητά γρόσια πέντε χιλιάδας αριθ. 5000.
Κινητά πράγματα
- Μιαν εικόνα της Υπεραγίας ημών Θεοτόκου
- Ένα κρεβάτι σιδηρούν
- Δύο στρώματα γεμάτα κρεβατιού
- Μία μαξελαρομάνα γεμάτη
- Ένα πάπλωμα μεταξωτόν
- Ένα όμοιον τσήτινον
- Τρεις πατανίαις
- Μία κουνουπιέρα λευκή
- Εξ προσκέφαλα κεντητά γεμάτα
- Τέσσαρα όμοια εύκαιρα
- Εν ζεύγος σινδόνια μεταξώφαντα
- Εν ζεύγος σινδόνια μάλλινα
- Τριάκοντα όμοια κιναράτα [ = με ρίγες] βαμβακερά
- Ένα γύρον του κρεβατιού κεντητόν
- Δυο μεντέρια του καναπέ σπιτίσια γεμάτα
- Ένδεκα μαξιλαράκια του καναπέ από δαμάσκο
- Διακόσιες πήχαις πανί χάσικον δια υποκάμισα γυναικεία
- Δέκα εξ υποκάμισα ερραμένα γυναικεία
- Δέκα τέσσαρα κομμάτια μεσοφόρια
- Εξ καμηζόλαις νυκτεριναίς κεντημέναις
- Δώδεκα ζεύγη γυναικείαις κάλτσαις
- Τρία μαντήλια κεντητά της χειρός
- Τρία όμοια λινά σκέτα Εν σάλι μάλλινον
- Εν όμοιον μετάξης (μποξάς)
- Εν ζεύγος σκολαρίκια σμαλτένια χρυσά
- Εν ζεύγος χρυσά σκολαρίκια καμπάναις
- Ένα κορδόνι χρυσουν
- Μία χρυσή καρφίτσα
- Εν δακτυλίδιον αδαμάντινον
- Εξ υποκάμισα ανδρικά χασένια
- Εξ ζεύγη ανδρικαίς κάλτσαις
- Εν ζεύγος παντόφλαις ανδρικές
- Εξ τραπεζομάνδηλα σπιτίσια
- Πεντήκοντα δύω πέτσαις (=πετσέτες) του τραπεζιού
- Δέκα οκτώ όμοιες μακρές του προσώπου
- Οκτώ όμοια μικρά
- Εξ πέτσαις χονδρές
- Δύο σακκούλαις σπιτίσιαις
- Τέσσαρες βούργιαις σπιτίσιες
- Τέσσαραις κουρτίναις λευκαίς
- Πέντε όμοιες τσίτινες
- Δύο τραπέζια … καρυδιάς
- Εν μπαούλον
- Μία κασσέλα ξύλινη Σύρου
- Ένα ξύλινον καναπεδάκι της κάμαρας με την στρώσιν του
- Δύο δίσκους του καφέ εξ ων ο ένας πρότζινος
- Εξ γυαλένιους βάζους του γλυκού
- Μία δωδεκάδα ποτήρια αγγλικά του νερού
- Μία δωδεκάδα κρασιού όμοια
- Εξ ποτηράκια ρακιού όμοια
- Μία δωδεκάδα φλιτζάνια του καφέ
- Εν ζεύγος πιατάκια γυάλινα
- Δώδεκα αργυρά χουλιάρια του γλυκού
- Εν κεντητόν δισκομάνδηλον
- Εν ζεύγος ομοίως πρόνζινα
- Εν ζεύγος λάμπαις

- Εν τραπέζι ξύλινον
- Τρεις δωδεκάδες πιάτα Αγγλίας
- Τέσσαρες πιατάντσαις
- Μία σουπιέρα
- Μία δωδεκάδα χουλιάρια της σούπας αζαμηλακινά (;,από αλπακά;)
- Μια χουλιάρα όμοια
- Μία δωδεκάδα πιρούνια
- Μία δωδεκάδα μαχαίρια
- Μία δωδεκάδα καθέκλαις λουγράδαις οξιά
- Τρεις κουμπαράδαις χάλκινους
- Ένα μπουγαδοτσούκαλο όμοιο
- Δύο ταψιά όμοια
- Ένα μαγκάλι χάλκινον
- Ένα μπρίκι καφέ χάλκινο
- Μία καραβάνα χάλκινη
- Ένα τηγάνι ατσαλένιον
- Ένα χαβάνι πρόντζινο
- Ένα θυμιατό πρόντζινο
- Τρία σίδερα υποκαμίσων
- Ένα κουτί του καφέ τενεκεδένιο
- Εξ καθέκλαις ξύλιναις
Ο δε κύριος Ιωάννης Τερζιδάκης εδήλωσεν ότι μετ’ ευχαριστήσεως παραδέχεται άπαντα τα ανωτέρω προικώα της συζύγου του, ότι παρέλαβε ταύτα σώα και ανελλιπή και ότι δεν έχει να επιφέρη παρατήρησιν τινά επ’ αυτών, αναδεχόμενος από τούδε πάσας τας περί προικός υποχρεώσεις.
Προς πίστωσιν όθεν εγένετο το παρόν εις διπλούν όπερ αναγνωσθέν ευκρινώς και μεγαλοφώνως εις επήκοον πάντων υπεγράφη παρά των συμβαλλομένων και των μαρτύρων.
Εν Ρεθύμνη τη ογδόη του μηνός Νοεμβρίου του χιλιοστού οκτακοσιοστού εβδομηκοστού πέμπτου σωτήριου έτους:
Οι Μάρτυρες Οι Συμβαλλόμενοι
Ν.Γ. Δρανδάκης Χ” Ιωάννης Καλλουδης
[όνομα Τούρκου, δυσανάγνωστο]
Κοσμάς Σωτήρχος Ιωάννης Α.[;] Τερζιδάκης

Και μόνο από τα ονόματα των ευυπόληπτων μαρτύρων φαίνεται πόσο καλή ήταν η θέση των “συμβαλλομένων”.
Ο Ν.Γ. Δρανδάκης ήταν λαδέμπορος με καταγωγή από το Ζουρίδι και είναι ο παππούς του επίτιμου δικηγόρου κ. Γεωργίου Β. Δρανδάκη. Του Τουρκορεθεμνιώτη το δυσανάγνωστο όνομα έχει την κατάληξη -ζαδές, κάτι που δείχνει τη σημαντικότητα του. Όσο για τον Κοσμά Σωτήρχο, να πούμε πως ήταν ο πατέρας του καθηγητή των Γαλλικών Εμμανουήλ Σωτήρχου και του εμπόρου Νικολάου.
Ας δούμε τώρα την εξέλιξη που είχε το ζεύγος: Ο γαμπρός Ιωάννης Τερζιδάκης έγινε γρήγορα αριστερός ψάλτης στον Καθεδρικό Ναό, ενώ εξελίχτηκε και στο επαγγελματικό πεδίο. Από καφεποτοπώλης έγινε ο ποτοποιός με την καλύτερη φήμη στην αγορά.
Με τη σύζυγο του Ζαχαρένια, το γένος Χατζή Ιωάννη Καλουδη (του οποίου η καταγωγή ήταν, προφανώς, από τον Πρίνε Ρεθύμνης) ξέρομε ότι απόκτησε γρήγορα (το 1876 ή 77) ένα γιο τον Στυλιανό, ο οποίος συνέχισε επάξια την επιχείρηση του πατέρα, διατηρώντας το καλό όνομα στην κοινωνία. Έγινε και αυτός ψάλτης στη λεγόμενη “Μεγάλη Παναγία” και οι συμπολίτες του τον εξέλεξαν Δημοτικό Σύμβουλο (τουλάχιστον το 1925). Ο Σ.Ι. Τερζιδάκης πέθανε την 8η Οκτωβρίου του 1928.
Τις παραπάνω πληροφορίες για τους παλιούς αυτούς συμπολίτες μας δε δυσκολεύτηκα να τις αντλήσω από το βιογραφικό λεξικό που προσπαθώ να καταρτίσω (ελπίζω με τη βοήθεια των συμπολιτών), το οποίο, για μια ακόμα φορά, φάνηκε χρήσιμο. Ατυχώς, δε βρέθηκαν φωτογραφίες για τα πρόσωπα που αναφέρονται στο δημοσιευόμενο προικοσύμφωνο. Είναι όμως σχεδόν βέβαιο πως κάπου πρέπει να υπάρχουν, ίσως σε κάποιο ξεχασμένο σεντούκι. Το αμφίβολο είναι αν μπορούμε σήμερα να ταυτίσαμε τα πρόσωπα των φωτογραφιών που τραβήχτηκαν πριν από 100 και πλέον χρόνια, στην περίπτωση που δεν υπάρχουν σημειώσεις πίσω από τη φωτογραφία.
Ψάχνοντας τις αταύτιστες πρωτότυπες φωτογραφίες του δικού μου αρχείου, είδα ότι υπάρχει ξεχωριστός φάκελος με την ένδειξη “Άγνωστες Ρε-θεμνιώτισες νύφες” (sic)! Από τον φάκελο ακριβώς αυτόν επέλεξα να παρουσιάσω τρία πορτρέτα, βγαλμένα όλα από το φωτογραφείο του Κ.Χ. Κούνουπα. Εύχομαι κάποιος συμπολίτης να αναγνωρίσει σε κάποια απ’ αυτές τη… γιαγιά του!
Θα ήταν ευχής έργο – όσο είναι καιρός – κάτι να κάμομε για τα ξεχασμένα αυτά ντοκουμέντα που, πλέον, αποτελούν ιστορικό αρχειακό υλικό, το ενδιαφέρον του οποίου ξεπερνά το πλαίσιο μιας οικογένειας.
Πρώτη δημοσίευση στην εφημερίδα Ρέθεμνος 14-6-2008
Αναδημοσίευση από Άγονη γραμμή
ΕΛΛΑΣ
Βουλισμένο Αλώνι
Αυγούστου 30, 2009 at 8:02 μμ | In ΕΛΛΑΣ, Κρήτη, ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ, Μύθοι και θρύλοι της Κρήτης | Comments OffTags: ΕΛΛΑΣ, Κρήτη, ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ, Μύθοι και θρύλοι της Κρήτης
Λίγο πιο πέρα απ’ τους «Κουμπέδες» Ηρακλείου, στους πρόποδες του Στρούμπουλα, δίπλα στον παλιό εθνικό δρόμο, στο 14ο χιλιόμετρο προς το Ρέθυμνο, υπάρχει ένα μεγάλο κυκλικό βύθισμα γνωστό με την ονομασία το «Βουλισμένο αλώνι».
Το ασυνήθιστο τούτο βύθισμα προκαλούσε πάντα τη δικαιολογημένη περιέργεια των περαστικών, γιατί ο τόπος γύρω είναι τραχύς, σχεδόν αφιλόξενος, όλο πέτρες σκληρές και χώμα λίγο. Πότε, λοιπόν, αναρωτιόνταν, και για ποιο λόγο βούλιαξε αυτό το κυκλικό κομμάτι του εδάφους; Και τ’ όνομα του έχει καμιά σχέση με ό,τι εκφράζει η λέξη ή μήπως οφείλεται μονάχα στο σχήμα του; Οι ειδικοί λένε πως πρόκειται για «δολίνη» που σχηματίστηκε από «κατάρρευση υπόγειου σπηλαίου κατά το τεταρτογενές», μα οι άνθρωποι των γύρω περιοχών υποστηρίζουν ότι πραγματικά σ’ αυτό το μέρος υπήρχε κανονικό αλώνι που χάθηκε με τον αφέντη του.
Εκείνο το αλώνι άνθρωπος δεν το είδε, μα η παράδοση δεν επιτρέπει αμφιβολίες. Ας την ξαναζωντανέψαμε:
“Σε καιρούς περασμένους η Κρήτη, χάρη στην εργατικότητα των ανθρώπων της, ήταν ένα καταπράσινο περιβόλι. Κι εκεί ακόμη που σήμερα λογής-λογής αγκάθια και θάμνοι αγριεύουν τον τόπο, τότε η φιλοπονία των Κρητικών έκανε τη γης να παράγει όλα τα καλά του θεού.
Όσοι περιδιαβαίνουνε την Κρητική ύπαιθρο βλέπουν και σήμερα, εδώ κι εκεί, αλώνια καταμόναχα σ’ ερημικές τοποθεσίες, σχεδόν ξεθεμελιωμένα, γεμάτα χόρτα και χώματα, μα είναι βέβαιο ότι σε άλλες εποχές και ιδιαίτερα τα καλοκαίρια, παρουσίαζαν εντελώς άλλη εικόνα.
Ένα τέτοιο μεγάλο αλώνι βρισκόταν εκεί που είναι σήμερα το κυκλικό βύθισμα. Κι όπως γινόταν παντού, στην αρχή κάθε καλοκαιριού ο νοικοκύρης του ερχόταν, το καθάριζε, διόρθωνε κάθε ζημιά που είχε γίνει από την περασμένη χρονιά και μ’ άλλα λόγια, το ετοίμαζε να δεχτεί την καινούργια σοδειά. Ύστερα έφερνε τα θερισμένα στάχυα και οι θημωνιές φάνταζαν σαν τετράψηλοι πύργοι. Μετά αλώνιζαν και κουβαλούσαν στο σπίτι, τον καρπό για τους ανθρώπους και τ’ άχερα για τα ζώα.
Μια χρονιά η σοδειά ήταν τόσο πλούσια που και τα πιο άγονα χωράφια καρποφόρησαν. Τι καρποί, θεέ μου, εκείνη τη χρονιά! Φαίνεται πως γι’ αυτήν έγραψε ο Κωστής Φραγκούλης τους παρακάτω στίχους:
«Ήθελα και να πρόβαινες……… να δεις μαγεροψήματα, λινάργια μεστωμένα, κριθάργια μεσσαρίτικα και στάργια μαυραγάνια που κυματούν σα θάλασσα πλατειά στο καψοβόρι. Να δεις θερίστρες όμορφες του δραπανιού τεχνίτρες να τραγουδούν ολόδρωτες στου θέρου το λιοπύρι, το πρόσωπο ντως ν’ ανομπρεί να φέγγει μεσ’ στον ήλιο. Να δεις και νιους στιμονερούς και μαυρομουστακάτους, να περμαζώνουν τσ’ αγκαλιές, να δένουν τα δεμάτια και λόγια ανεγνριστικά να λένε στσι θερίστρες κι αυτές να χαχαρίζουνε κι ο κόπος να ξεχνιέται. Να ‘ρθεις στ’ αλωνοχώραφα να δεις και να θαμάξεις σαν τσ’ εκκλησές οι θεμωνιές με τα καμπαναργιά ντως.
Να πεις σπολλάτη του ζευγά και βίβα του ρεσπέρη, που δεν οκνεύγει ολοχρονίς να καλλουργά, να σπέρνει και θρέφει με τσι κόπους του και κυβερνά τσ’ ανθρώπους. Κι οντέ κινού και ζέφνουσι τα ζούμπερα στ’ αλώνι και βάλουν το θολόσυρο το μαυροθαλασσίτη ν’ ακούσεις γέλια και χαρές από γιαλό σ’ αόρι! Κι άμα λιχνούνε τον καρπό, για χάζι να σιμώσεις πατουλιές τσ’ αλωνάρηδες να δεις με το θρινάκι π’ αντιφεγγίζει ολόχρυσο στον πάσα ‘νους τη χέρα, παρέκει τσι νοικοκερές, συν δυο, συν τρεις στο γύρο, να κάθουνται ανεκούρκουβα το σόδι ν’ ανετάσσουν, με τα βολιστροκόσκινα, που λες φανίστηκέ σον, πως βολιστρίζουν μάλαμα, κι ασήμι κοσκινούνε. Κι απήτις ξεβγοδώσουνε, σειρά στσ’ ακρογιαλίσκους, σκυφτοί, θεοσεβούμενοι, σαν οντέ βγάνουν τ’ άγια κινούνε μικρομέγαλοι και κάνουν το σταυρό ντως, άπου τα βλόησε ο Χριστός με τη δεξά ντον χέρα…».

Τέτοια χρονιά σαν εκείνη δεν ξανάγινε! Ο νοικοκύρης του μεγάλου αλωνιού δεν είχε ησυχία, θα προλάβαινε ν’ αλωνίσει τόσα σπαρμένα; θα προλάβαινε να μεταφέρει τ’ άχερα και τον καρπό στο σπίτι του; Ο καιρός ήταν καλός, μα ίσαμε πότε; Και ποιος μπορούσε να μη βιάζεται, όταν μια ξαφνική μπόρα θα κατάστρεφε τους κόπους ολόκληρης χρονιάς; Δικαιολογημένα, λοιπόν, ο νοικοκύρης έ6αζε τα βόδια στ’ αλώνι νωρίτερα απ’ ότι συνηθιζόταν και τα σκολούσε άμα ο ήλιος χαμήλωνε στη δύση του. Να μπορούσε να ‘κανε τη νύχτα μέρα…
Με τέτοια βιασύνη ξημέρωσε του προφήτη Ηλία. Μεγάλη μέρα, γιορτινή. Κανείς δεν έπρεπε να δουλεύει. Ο μεγάλος προφήτης έπρεπε να τιμηθεί. Μα ο νοικοκύρης του μεγάλου αλωνιού δεν μπορούσε να χάσει μια ολόκληρη μέρα.
— Θα πάμε στ’ αλώνι! Είπε στη γυναίκα και στη κόρη του με τόνο που δεν σήκωνε αντίρρηση.
— Τέθοια μέρα; θα μας κάψει ο άγιος! τόλμησε να ξεστομίσει η γυναίκα.
— Οι άγιοι έχουν άλλες δουλειές, ξανάπε εκείνος και τις υποχρέωσε να πάνε στ’ αλώνι…
Εκείνα τα χρόνια η ζωή – γεωργική ή κτηνοτροφική – εξαρτιόταν στο μεγαλύτερο μέρος της από τις καιρικές συνθήκες. Αν ήταν ξηρασία, αν έκανε παγωνιές την άνοιξη, αν έκανε πλημμύρες κλπ. η σοδειά μπορούσε να καταστραφεί κι ο κόσμος να πεινάσει. Έτσι, οι προγονοί μας, αφού οι ίδιοι δεν μπορούσαν ν’ αντιμετωπίσουν τη φύση με τις δικές τους δυνάμεις, στράφηκαν στην ανώτερη δύναμη, στο θεό. Γίνηκαν θεοφοβούμενοι, τηρούσαν με σχολαστικότητα όσα η Εκκλησία και η κοινή συνείδηση παράγγελνε κι έλπιζαν ότι μ’ όλα αυτά θα είχαν την «άνω βοήθεια».
Τις «σκολάδες», δηλαδή τις μεγάλες γιορτές, δεν έπρεπε με κανένα τρόπο να δουλεύουν, γιατί οι άγιοι δεν το ‘θελαν. Υπήρχαν όμως και κάποιες μέρες αιχμής, όπως θα τις ονομάζαμε σήμερα για τις γεωργικές εργασίες. Τέτοιες ήσαν οι μέρες του θέρους και του τρύγου. Οι δουλειές τότε έπρεπε να γίνουν γρήγορα, γιατί με μια ξαφνική βροχή, μπορούσαν να χαθούν οι κόποι και οι ελπίδες της χρονιάς.
Έτσι μερικοί σ’ αυτές τις μέρες, δεν τηρούσαν τις θρησκευτικές αργίες, όπως το έκαναν τον υπόλοιπο καιρό.
Μα ας ξαναγυρίσουμε στην ιστορία μας: Σαν έφτασαν στ’ αλώνι, ο νοικύρης κι η γυναίκα του έζεψαν τα βόδια, κάθισε πάνω στο θολόσυρο η μοναχοκόρη τους κι άρχισαν ν’ αλωνίζουν. Η φωνή της τραγουδιστή αντήχησε τριγύρω:
«Γύρω γεια τωνε κι όλα τ’ άχερα δικά ντωνε…».
Εκείνοι έβαζαν δεμάτια κι ανασήκωναν τα στάχυα. Τριγύρω δεν φαινότανε κανείς.
— Τέθοια μέρα να δουλεύομε! ψιθύρισε η γυναίκα με συντριβή.
«Γύρω γεια τωνε κι όλα τ’ άχερα» ξανάρχισε η κόρη, όμως προτού ολοκληρώσει το δίστιχο, φοβερός κρότος ακούστηκε. Τρομαγμένοι κοίταξαν γύρω, μα δεν πρόλαβαν να κινηθούν. Τ’ αλώνι Βούλιαξε παίρνοντας τους, ανθρώπους και ζώα, στ’ άπατα βάθη της γης! Ο προφήτης τιμώρησε σκληρά αυτούς που δεν σεβάστηκαν τη μέρα του!
Μερικοί λένε πως ο νοικοκύρης τ’ αλωνιού ήταν παπάς και δεν λειτούργησε την άγια μέρα, μόνο έτρεξε στ’ αλώνι…
Ποιος ξέρει….
Κάθε χρονιά, στις 20 Ιουλίου ακούγονται καθαρά το τρίξιμο που κάνουν τα στάχυα, καθώς ανακατεύονται από το νοικοκύρη και τη γυναίκα του και το τραγούδι της κόρης «γύρω γεια τωνε……
Αν δεν τ’ ακούσετε, όσοι πάτε, μπορεί να φταίει ο ήχος από τα λογής λογής τροχοφόρα που χάλασαν τους παλιούς ήχους κι έδιωξαν όλα όσα οι θρύλοι έφερναν στην καρδιά και στ’ αυτιά των ανθρώπων.
Μπορεί ακόμη κι η ίδια η καρδιά μας να μην είναι άξια ν’ ακούσει τις μυστικές φωνές των θρύλων…………………….
Ο νεραϊδόσπηλιος
Αυγούστου 25, 2009 at 6:54 πμ | In ΕΛΛΑΣ, Κρήτη, ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ, Μύθοι και θρύλοι της Κρήτης | Comments OffTags: Αστρακοί, Κρήτη, Νεραϊδόσπηλιος, ηράκλειο, λυράρης, λαϊκή παράδοση, μύθοι και θρύλοι, νεράιδες
Ο ΝΕΡΑΪΔΟΣΠΗΛΙΟΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΑΚΙΩΝ
Οι Αστρακοί είναι χωριό και Δημοτικό διαμέρισμα της επαρχίας Πεδιάδας, 23 χλμ απ’ το Ηράκλειο, στην αριστερή πλευρά της κοιλάδας του ποταμού Καρτερού κι έχει δύο οικισμούς τον παλαιό και τον νέο. Στην κοίτη του ποταμού, κάτω από το χωριό υπάρχει το σπήλαιο Νεραϊδόσπηλιος, μέσα στο οποίο υπάρχει πηγή, που είναι μια από τις πηγές ύδρευσης του Ηρακλείου.
Ο θρύλος λέει πως σ’ αυτή την σπηλιά που είναι χωμένη μέσα στο φαράγγι, με τις πολλές πηγές, τα γάργαρα νερά και την πλούσια βλάστηση γύρω της, είχαν διαλέξει να κατοικήσουν οι νεραϊδες! Μια νύχτα, ένας νεαρός λυράρης, άκουσε το τραγούδι τους κι από περιέργεια μπήκε στη σπηλιά. Κι εκεί τις είδε, λουσμένες στο φως, ντυμένες μ’ αραχνοϋφαντα πέπλα και λυτά μαλλιά χόρευαν και τραγουδούσαν! Συνεπαρμένος απ’ την γλυκειά μελωδία που χυνόταν στην αέρα και μαγεμένος απ’ τον χορό τους, έπιασε ασυναίσθητα τη λύρα του και τις συνόδεψε στο χορό. Οι Νεράιδες ακολούθησαν χορεύοντας τον ρυθμό της λύρας του και την αυγή χάθηκαν! Ο λυράρης δεν ήξερε αν είχε ονειρευτεί ή αν πραγματικά συνόδεψε τις Νεραϊδες στο χορό τους με τη λύρα του. Το επόμενο και το μεθεπόμενο βράδυ, οδηγημένος από μια αόρατη δύναμη, βρέθηκε πάλι στη σπηλιά κι έπαιζε με τη λύρα του, για τις Νεράιδες που χόρευαν. Ο νεαρός ερωτεύθηκε μία απ’ τις νεραϊδες και πήγε σε μια γριά πολύξερη να ζητήσει τη βοήθειά της. Αυτή του είπε πως όταν πλησιάζει η ώρα να λαλήσουν οι πετεινοί και να χαθούν οι νεραϊδες, ν’ αρπάξει από τα μαλλιά εκείνη που αγαπούσε και να μην την αφήσει με κανέναν τρόπο να φύγει. Ήρθε λοιπόν το βράδυ πήρε ο νέος τη λύρα του και πήγε στη σπηλιά κι άρχισε να παίζει όσο πιό γλυκά μπορούσε. Σε λίγο παρουσιάστηκαν οι νεραϊδες κι άρχισαν να χορεύουν. Λίγο πριν λαλήσουν οι πετεινοί, ο νέος άφησε τη λύρα του κι όπως τον συμβούλεψε η γριά άρπαξε την νεραϊδα που αγαπούσε. Εκείνη αντιστάθηκε, αγρίεψε, έβαλε τις φωνές, μα τίποτα! Ο νέος την κρατούσε σφιχτά! Άρχισε τότε να μεταμορφώνεται πότε σε σκύλο, πότε σε φωτιά, πότε σε φίδι, πότε σε καμήλα, αλλά ο λυράρης την κρατούσε γερά από τα μαλλιά και δεν την άφηνε. Ξαφνικά, λάλησαν οι πετεινοί κι οι άλλες νεραϊδες εξαφανίστηκαν.
Τότε εκείνη που κρατούσε ο νέος ξανάγινε πανέμορφη, όπως ήταν πριν και την πήρε μαζί του στο σπίτι του. Έζησαν μαζί ένα χρόνο κι απέκτησαν έναν γυιό, αλλά η νεραϊδα δεν μίλαγε ποτέ! Ο λυράρης ήταν δυστυχισμένος για τη βουβαμάρα της νεραϊδας και μεταχειρίστηκε πολλούς τρόπους για να την κάνει να μιλήσει, χωρίς να τα καταφέρει όμως. Ξαναπήγε λοιπόν στη γριά και τη ρώτησε τι πρέπει να κάνει. Εκείνη του είπε να ζεστάνει καλά το φούρνο, να πάρει το παιδί απ’ τα χέρια της γυναίκας του και να κάνει πως θα το πετάξει μέσα στο φούρνο και να της πει: “Δε μου μιλάς; Τότε κι εγώ ρίχνω το παιδί σου στο φούρνο”. Ακολούθησε πιστά τη συμβουλή της γριάς, μα τη στιγμή που έκανε ότι θα έριχνε το παιδί στη φωτιά, η νεραϊδα χύμηξε πάνω του φωνάζοντας μη σκύλε το παιδί μου. Του τ’ άρπαξε από τα χέρια κι εξαφανίσθηκε μαζί με το παιδί.
Απελπισμένος έψαξε να τους βρεί φωνάζοντας, κλαίγοντας και παρακαλώντας μάταια όμως. Η νεραϊδα με το παιδί, δεν ξαναφάνηκαν! Πήγε λένε στις αδελφές της, αλλ’ αυτές δεν τη δέχθηκαν, γιατί δεν της συχώρεσαν το ότι άφησε άνθρωπο να την αγγίξει. Έτσι αναγκάστηκε να πάει λίγο πιο πέρα σε μια βρύση που τη λένε Λούτρα. Εκεί τη βλέπουν δυο – τρεις φορές το χρόνο να κρατεί το παιδί στην αγκαλιά της και να κλαίει. Οι άλλες εξακολουθούν να χορεύουν και να τραγουδούν, χωρίς να έχουν πια λύρα να τις συνοδεύει και χωρίς την αδελφή τους. Η νεραϊδα κάθεται με το παιδί της λυπημένη και κλαίει. Τα δάκρυά της πέφτουν στο νερό και το θολώνουν, γι’ αυτό τα νερά του Νεραϊδόσπηλιου θολώνουν πότε – πότε.
Γύρω από το Νεραϊδόσπηλιο των Αστρακών υπάρχουν πολλές πηγές που βγαίνει νερό, συνοδευόμενο από ένα ελαφρύ θόρυβο, κάτι σαν κλάμα και μετά από κάθε νεροποντή, τα νερά των πηγών θολώνουν. Αυτά τα φαινόμενα έκαναν τη φαντασία των ντόπιων να φτιάξει τον μύθο της νεραϊδας που κλαίει. Όταν περπατήσετε στο Νεραίδόσπηλιο θα νοιώσετε την γαλήνη και την αρμονία της φύσης, δίπλα στα κρυστάλλινα νερά, κάτω απ’ τους παχείς ίσκους των πλατάνων κι αν είσθε τυχεροί, κλείνοντας τα μάτια κι ανιχνεύοντας με όλες τις αισθήσεις, θα δείτε τον χορό των νεραϊδών, θ’ ακούσετε το κλάμμα της νεραϊδας και θα βυθιστείτε στη μαγεία των μύθων και των θρύλλων της λαϊκής μας παράδοσης.
Πηγή : www.stigmes.gr
Σχετικά θέματα
Η παραδοσιακή φορεσιά της Κρήτης.
ΕΛΛΑΣ
O Kύκλος στο σταυροδρόμι
Αυγούστου 22, 2009 at 1:33 μμ | In ΕΛΛΑΣ, Κρήτη, ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ, Μύθοι και θρύλοι της Κρήτης | Comments OffTags: Aνδρέας Pοδινός, ΕΛΛΑΣ, Κρήτη, ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ, Μύθοι και θρύλοι της Κρήτης, Ορφέας, Τέχνη, λυράρης, λύρα, λαϊκή παράδοση
Στον Aνδρέα Pοδινό
H πίστη των ανθρώπων σε θεούς τεχνίτες και καλλιτέχνες, θεούς πατέρες ή προστάτες των τεχνών και θεούς δασκάλους των τεχνών στους ανθρώπους είναι πολύ παλιά και ευρύτατα διαδεδομένη. Στα πλαίσια της πίστης αυτής επικρατούσε η αντίληψη για τη θεϊκή καταγωγή της μουσικής. Συγκεκριμένα στον Ελληνικό χώρο, ο Eρμής έφτιαξε την πρώτη λύρα από καύκαλο χελώνας, δέρμα βοδιού και έντερα αρνιού, την οποία χάρισε στον Aπόλλωνα και αυτός με τη σειρά του στο γιο του τον Oρφέα. O Oρφέας μάγευε τη φύση, ζώα και φυτά, με τη μουσική του, και σχεδόν κατόρθωσε να πάρει πίσω τη γυναίκα του, την Eυρυδίκη, από τον Aδη παίζοντας θλιβερά τη λύρα του. O ίδιος ο Oρφέας δολοφονήθηκε άγρια από τις Mαινάδες, κατ’ εντολήν του Διονύσου, επειδή, από τον πόνο του για την Eυρυδίκη, περιφρόνησε τα Διονυσιακά μυστήρια. Mαθητής του Oρφέα ήταν ο Mουσαίος, που χρησιμοποιούσε τη μουσική όχι μόνο για ευχαρίστηση, αλλά και για μαγικούς σκοπούς.
Oι Mούσες προστάτευαν τη μουσική και ενέπνεαν τους ποιητές (οι αρμοδιότητές τους βέβαια εκτείνονταν σε όλες τις “καλές” τέχνες). O τραγόμορφος Πάνας κατασκεύασε τη σύριγγα (τον αυλό με τα πολλά παράλληλα άνισα καλάμια) από την καλαμιά, στην οποία μεταμορφώθηκε η νύμφη Σύριγγα, για να ξεφύγει από την ερωτική μανία του, ενώ οι νύμφες, οι σάτυροι και οι σιληνοί, καθώς και οι θνητές Mαινάδες ήταν θεϊκοί ή δαιμονιώδεις θίασοι που χόρευαν ξέγνοιαστοι ή μαινόμενοι στα δάση.
O KYKΛOΣ ΣTO ΣTAYPOΔPOMI
O Aκαδημαϊκός K. Pωμαίος συνδέει τον πασίγνωστο Κρητικό θρύλο του κύκλου στο σταυροδρόμι με τον αρχαίο μύθο της φρικτής θανάτωσης του Oρφέα από τις Mαινάδες. Tη μία εκδοχή του Κρητικού θρύλου μαθαίνουμε από τον I. Kονδυλάκη, το κείμενο του οποίου φιλοξενεί ο Nικόλαος Πολίτης στις “Παραδόσεις” του:
O Λυράρης (Kάτω Mεσαρά της Kρήτης)
Όποιος θέλει να μάθη να παίζη καλά τη λύρα πηγαίνει κατά τα μεσάνυχτα σ’ ένα έρημο σταυροδρόμι, κι εκεί χαράζει κάτω στη γης με μαυρομάνικο μαχαίρι ένα γύρο, και μπαίνει μέσα και κάθεται και παίζει. Σε λίγο έρχονται απ’ ολούθες Nεράιδες και τον τριγυρνούν. O σκοπός των δεν είναι καλός, γιατί θέλουν να τον πατάξουν. Mα αφού δεν μπορούν να μπουν στο γύρο που ‘ναι χαραγμένος με μαυρομάνικο μαχαίρι, κυττάζουν με κάθε τρόπο να τον ξεπλανέψουν και τον τραβήξουν όξω. Kαι του λένε γλυκά λόγια, και όμορφα τραγούδια και του κάνουν χίλια δυο τσακίσματα, μα εκείνος αν είναι φρόνιμος κάνει πέτρα την καρδιά, κ’ εξακολουθεί να παίζει ατάραχα τη λύρα.
“Mα δεν την ξέρεις”, του λένε, σαν ιδούν πως παν τα πλανέματά τους στα χαμένα! “Τί τήν παίζεις και χάνεις κόπο;” – Έτσι την έμαθα, έτσι την παίζω, τους αποκρίνεται ο λυράρης. Tί σας εγνοιάζει; – Mπα τίποτε, του λεν, μόνο αν θέλεις σε μαθαίνομε να παίζεις λύρα μια φορά, λύρα που να χορεύγουνε κι οι πέτρες”. Kαι τον παρακαλούν να βγει από το γύρο. Kείνος δεν τις ακούει. Ύστερα από πολλά του ζητούν μόνο τη λύρα. O λυράρης τη δίνει, μόνο φυλάγεται να μη βγάλει όξω από το γύρο το χέρι του ή άλλο μέρος από το σώμα του, γιατί ζουγλαίνεται ή κόβεται.
Παίρνει τότε μια Nεράιδα τη λύρα, την παίζει λίγες στιγμές με πολλή τέχνη, και του τη δίνει ύστερα πάλι με δυσαρέσκεια και του λέγει: “Πάρε την, εσύ δεν μας πιστεύεις να βγεις έξω και μεις θα σου μάθωμε”.
Mόνο ο λυράρης τίποτες, δεν ακούει, και αρχίζει πάλι να παίζει τη λύρα του άτεχνα. Oι Nεράιδες, που θέλουν κάτι να τον βλάψουν, κάνουν πολλές φορές το ίδιο με τη λύρα, για να γελαστεί καμμιά φορά να βγάλη παραέξω το χέρι του. Στο τέλος όταν κράξη ο πετεινός, για να μη τις βρει η ημέρα, του ζητούν να τους δώσει ένα ό τι κι’ αν είναι, για να τον μάθουν. K’ εκείνος βγάζει την άκρη από το μικρό του δαχτύλι και το κόβουν αμέσως οι Nεράϊδες. Όμως δεν τον γελούν, παρά σε λίγη στιγμή τον μαθαίνουν να παίζη σαν κι’ αυτές, και ύστερα χάνονται.
Για εκείνο ένας καλός λυράρης, άμα τον παινούν πως έχει καλές κοντυλιές, λέγει καμιά φορά: “Aμ’ είντα θαρρείτε; Eγώ τη λύρα την έμαθα στο σταυροδρόμι”.
H δαιμονική φύση των νεράϊδων είναι προφανής στους θρύλους:
Bλάπτουν τους ανθρώπους, φοβούνται το σταυρό, τίς προσευχές και τους αγίους, χάνονται με το λάλημα του πετεινού… Όμως δέν ταυτίζονται απόλυτα με τη χριστιανική εικόνα περί των εκπεσόντων αγγέλων, αφού έχουν φύλο, παντρεύονται και γεννούν και, κατά κάποιες παραδόσεις, πεθαίνουν.
Πάντως, μία άλλη εκδοχή του θρύλου του κύκλου λέει ότι οι δάσκαλοι του λυράρη είναι όχι οι όμορφες νεράϊδες, αλλά οι φοβεροί και τρομεροί δαίμονες:
Kύκλο με μαυρομάνικο μαχαίρι θα χαράξω
κι ένα σταυρό καταμεσίς χάμαι στη γης θα γράψω.
Nα κάτσω απάνω στο σταυρό να μη ξαναταράξω
και ξαργουτού τη λύρα μου ανάποδα να πιάσω.
… Nα ’ρθουν οι ζερζεβούληδες, χίλιοι καλικατζάροι,
κι ο κάθα εις να πολεμά τη λύρα να μου πάρει.
Nα με ρωτού, να μη μιλώ μηδ’ άχνα να μη βγάνω,
να λένε, να μου τάσσουνε, το γ-κουζουλό να κάνω.
… Στην υστεργιά ένας κουτσός, γέρου διαόλου κάρτσα,
θα μπαϊλτίσει να γροικά τση λύρας μου τα φάλτσα
κι ωσά ντόν όφι θα χυθεί τη λύρα να μ’ αρπάξει,
σ’ ένα χαράκι θ’ ανεβεί αντίκρυτα να κάτσει.
N’ αρχίξει ο γέρο δαίμονας απόσιγα να παίζει,
να βγάνει η λύρα κοντυλιές ωσά ντο πετιμέζι.
Nα ξεσταθού ντ’ αερικά και το διαολομάνι,
να στέσου μέγα πατιρντί και γλέντι μάνι – μάνι.
… Kι εγώ θα κάθομ’ άπραγος μα και τρουλαφχιασμένος
να ιδώ και ν’ αφρουκάζομαι πως παίζει ο ξορκισμένος.
Nα κλέφτω τα τσακίσματα, τη γλύκα του σκοπού ντου,
του δοξαριού το γύρισμα, το σείσμα του χεριού ντου.
Nα μάθω χίλια μυστικά ώστε να ξημερώσει,
να φύγου ντα δαιμονικά κι ο τόπος να μερώσει…
Kατά την επικρατέστερη, ή ίσως πιο γνωστή, άποψη, και εδώ ο μαθητής πρέπει να βγάλει στο τέλος την άκρη του μικρού δαχτύλου του από τον κύκλο, την οποία τρώνε, σαν αμοιβή. O δάσκαλος Aνδρέας Σταυρουλάκης στο βιβλίο του “Oι Kαταχανάδες”, δίνει μια διαφορετική εκδοχή της διδασκαλίας:
...Oι διαβόλοι θα χορεύουν όλοι γύρω σου πιασμένοι σαν κι εμάς σε κουλούρα. Θα πλησιάσουν να σου κουβεντιάσουν. Eσύ άχνα! Aν μιλήσεις σου πήραν τη μιλιά αμέσως! Θα βουβαθής!
Aυτοί ευχαριστιούνται από την εξυπηρέτηση που των κάνης συνοδεύοντας με λύρα το χορό. Στο τέλος θέλουν να ανταποδώσουν τη χάρη. Πλησιάζει ο αρχηγός, παίρνει τη λύρα από τα χέρια σου, την κουρντίζει και σου την επιστρέφει. Aπό τη στιγμή αυτή γίνεσαι άσσος της λύρας… Mόνα τους παίζουν τα δάκτυλα.
Στις Mαργαρίτες Mυλοποτάμου του νομού Pεθύμνης ακούσαμε μια εκδοχή πλησιέστερη προς την ιδέα της “συμφωνίας με το διάβολο”:
“Τα πνεύματα ρωτήξανε τον υποψήφιο λυράρη “πόσα χρόνια θες να παίζεις τη λύρα;”. Σ’ αυτή την ερώτηση οι περισσότεροι πιάνανε τα μαλλιά τους, εννοώντας “τόσα, όσες οι τρίχες τση κεφαλής μου”, δηλ. σίγουρα εφ’ όρου ζωής, ένας όμως τα ’χασε κι έκαμε νόημα με τα δέκα ντου δάχτυλα. Έτσι, ακριβώς δέκα χρόνια αργότερα, πιέστηκε να παίξει στο γάμο μιας ανηψάς του. Mε τα πολλά δέχτηκε, μα μόλις ήρθανε τα μεσάνυχτα (και τέλειωσε η προθεσμία των δέκα χρόνων) εχάθηκε από το χοροστάσι κι εβρέθηκε απλωμένος πάνω στα χείλια ενός πηγαϊδιού, δίπλα στο μοιραίο σταυροστράτι. Kι αποπάνω ντου οι “μακρυά ’πό ’πά” του λέγανε: “Tώρα, εδώ? την άλλη φορά, μέσα!”
Tι άλλο μπορεί να πάθει ένας απρόσεχτος υποψήφιος μουσικός;
Mας το λέει ο θεολόγος Aγησίλαος Kαραμπάσης στο ατμοσφαιρικό αφήγημά του “Παράφρων λυριστής”, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “Kρητικός Λαός”, βασισμένο όπως γράφει, σε παράδοση που άκουσε στην επαρχία Aμαρίου:
Aλλ’ ότε έκραξεν ο μακροπτέρυξ αλέκτωρ, ήλθεν ο καιρός της αναχωρήσεως διά τα πονηρά πνεύματα. O πρώτος του τάγματος λαβών την δεξιάν του νέου λυριστού, του μεγίστην τώρα χαράν απολαύοντος, το ύστατον προς εκείνον “Xαίρε”, ο δόλιος κατ’ ανθρωπίνην γλώσσαν εξεστόμισε. Mη υποπτεύων δι’ ο ταλαίπωρος νέος το τέχνασμα, απέδωκε τον χαιρετισμόν προς τον δαίμονα. Aλλά φευ! το γέννημα του Αδου τον λόγον και τας φρένας τούτου ήρπασε, δους δε διά της ακανθώδους αυτού χειρός ράπισμα εις την παρειάν, ως αστραπή αμέσως αυτός και η μαινάς σπείρα του εχάθησαν, γελώντες χαιρεκάκως. O δε λυριστής παράφρων και άναυδος και αιμοσταγής εκ της πληγής μετά πολύ ευρέθη χρόνον, καθώς άταφος νεκρός. Oυδείς να ιατρεύση αυτόν ηδυνήθη, κλαίοντα ως νήπιον και φέροντα επί της παρειάς τα στίγματα του φοβερού ραπίσματος. Oυδαμώς όμως την τέχνην της λύρας απέβαλε, έχασε δε μόνον τον λόγον και τας φρένας. Kαι ούτω την λύραν του παίζων τον καιρόν περνά.
ΠPOΣΩΠA KAI ΣYMBOΛA
O κορυφαίος Pεθεμνιώτης λυράρης Aνδρέας Pοδινός λέγεται πως έμαθε τη λύρα στο σταυροδρόμι – ίσως μάλιστα με αντάλλαγμα τη νιότη του, αφού πέθανε 22 ετών. Tη φήμη αυτή εξήγησε ο γιατρός Nίκος Λυράκης με κείμενό του στο περιοδικό “Προμηθεύς Πυρόφορος”, που αναδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “Eλευθερία” του Pεθύμνου:
“…Το έτος 1917-18 που τελείωσα το Γυμνάσιο βρέθηκα στο δώμα του πατρικού σπιτιού ένα πρωινό και συνήντησα στο διπλανό δώμα της γιαγιάς τον Aνδρέα, παιδί 10 χρόνων, γεροδεμένο και καλόκαρδο, που κρατούσε μια λύρα μικρού μεγέθους χωρίς χορδές και δοξάρι και την περιεργαζόταν. Eίχα ακούσει από καιρό πως προσπαθούσε να μάθει λύρα και για να τον αστειευθώ τον ρώτησα: Πότε επί τέλους θα την μάθεις αυτή τη λύρα;
Nα την, μου απαντά, την αγόρασα 5 δραχμές. Eγώ, Nίκο, συνεχίζει, θα την μάθω τη λύρα. Δεν φοβούμαι και θα πάω στο φαράγγι τα μεσάνυχτα να παίξω χωρίς να μιλώ, όταν θα έρθουν οι διαόλοι να με κουτουλούν με τα κέρατά τους, εγώ θα παίζω και θα τη μάθω… Eγώ κατόπιν τα διηγήθην και στη συνέχεια προήλθε μία σύγχιση στο ιστορικό αυτό”.
Aν διακρίνετε κοινά στοιχεία στο θρύλο του μεγάλου Pεθεμνιώτη μουσικού με εκείνον του κορυφαίου Iταλού βιολιστή Nικολό Παγκανίνι, ο οποίος θεωρήθηκε διαβολικό ον με αποτέλεσμα να του επιτραπεί από την Kαθολική Eκκλησία η χριστιανική ταφή μόνο πέντε χρόνια μετά το θάνατό του, η ομοιότητες είναι πολύ περισσότερες στον αντίστοιχο θρύλο της μαύρης Aμερικής: Ο βιρτουόζος κιθαρίστας της μπλουζ Pόμπερτ Tζόνσον αφιέρωσε αρκετά τραγουδια του (που κυκλοφορούν και σε Ελληνικές δισκογραφικές εκδόσεις) στη συνάντησή του με το διάβολο, σε κάποιο σταυροδρόμι, όπου απέχτησε τη θαυμαστή δεξιοτεχνία του.
Tα σταυροδρόμια (δίστρατα, δισταύρια) γενικότερα θεωρούνται χώροι συγκεντρώσεως ή διελεύσεως κακών πνευμάτων γι’ αυτό, όπως μου έλεγε πρόσφατα κάποια φίλη από το Mυλοπόταμο, δεν πρέπει να περνά κανείς φρεσκολουσμένος από σταυροδρόμι και, αν το κάνει, πρέπει να βαστά αλάτι στον κόρφο του.
Γι’ αυτό το λόγο εξάλλου συχνά ιδρύονται εικονοστάσια στα δισταύρια, αλλά και γίνονται εκεί διάφορα ξόρκια και μαύρες μαγικές τελετές. H πίστη αυτή, που ίσως δεν είναι άσχετη με αρχαίες παραδόσεις σχετικές και με ηθικά διλήμματα (το δίστρατο της Aρετής και της Kακίας), αλλά κυρίως μάλλον με το σχήμα του δισταυριού (σταυρός) και πιθανόν με ενέδρες, για τις οποίες προσφέρεται, απαντάται και στην Eυρώπη – ο πολύς και κατατοπιστικός Pashley κάνει σχετικές αναφορές στο έργο του.
Ρηγινιώτης Θεόδωρος
Σχετικά θέματα
Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΧΤΥΠΑ ΣΤΗΝ ΜΑΚΡΥΝΗ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ!!
ΑΠΟ ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΘΕΛΗΣΗ ΟΔΗΓΗΘΗΚΑ
Το Κρητικό Μαχαίρι
Αυγούστου 14, 2009 at 9:17 πμ | In ΕΛΛΑΣ, Κρήτη, ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ | Comments OffTags: σπάθες, σαΐτα, υπερμεγέθη μαχαίρια, φουκάρια, Κρήτη, Κρητικό μαχαίρι, Κρητικά μαχαίρια, Κρητικοί αργυροχόοι, Κρητικοί μαχαιροποιοί, Χανιά, ατσάλινη λεπίδα, αγριοκάτσικα, βουβαλίσια κέρατα, ελεφαντόδοντο, ιδιόμορφη λαβή, κριαρίσια, κυρτή λεπίδα, κόψη, κέρατα βουβαλιών, μαυρομάνικα, μαχαιροποιός, μανίκα
Το τυπικό Κρητικό μαχαίρι με τη μορφή την οποία διατήρησε μέχρι την εποχή μας, γεννήθηκε κατά τα τέλη του 18ου αιώνα κι έχει σχήμα που θυμίζει “σαΐτα”. Το χαρακτηριστικό του σχήμα υιοθετήθηκε μ’ ενθουσιασμό από τους Κρητικούς και αντιστάθηκε στο πέρασμα του χρόνου.

Φωτιά, αμόνι, ατσάλι, σφυρί, πένσες με μακρύς βραχίονες και η δεξιοτεχνία του μαχαιροποιού είναι τα απαραίτητα στοιχεία για την κατασκευή του Κρητικού μαχαιριού. Η ατσάλινη λεπίδα του είναι γεροδεμένη κι έχει μία μόνο κόψη, ενώ η αντίθετη προς την κόψη πλευρά, η “ράχη” του μαχαιριού, είναι επίπεδη, ισχυροποιημένη προς τη βάση της και λεπταίνει σταδιακά όσο πλησιάζει προς την άκρη για να καταλήξει σε μία οξύτατη αιχμή. Το σχήμα της λεπίδας είναι ευθύ, η πλευρά της κόψης λίγο πριν το τέλος της λεπίδας γίνεται έντονα κυρτή και καταλήγει στην αιχμή, η οποία έχει μια ελαφριά κλίση προς τα επάνω. Το μήκος της λεπίδας ποικίλει. Κατά τα μέσα του 19ου αιώνα οι Κρητικοί μαχαιροποιοί κατασκεύαζαν υπερμεγέθη μαχαίρια, το μήκος των οποίων έφτανε μέχρι και τα 0,80 εκ. του μέτρου. Οι τεράστιες αυτές μαχαίρες μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και ως σπάθες.

Η κατασκευαστική ιδιομορφία της αιχμής του Κρητικού μαχαιριού, έχει ως αποτέλεσμα να του προσδίνει μεγάλη διατρητική ικανότητα. Η λαβή του Κρητικού μαχαιριού ονομάζεται “μανίκα”. Το σχήμα της είναι ποικιλόμορφο. Τρεις όμως είναι οι επικρατέστεροι τύποι. Στον έναν το τελείωμα της λαβής θυμίζει ράμφος πουλιού, στον άλλον η λαβή έχει το τελείωμα που είχαν τα ναυτικά γιαταγάνια το 18ο και 19ο αιώνα και στον τρίτο, τον κλασικό Κρητικό τύπο, το τελείωμα της λαβής σχηματίζει ” V “. Αυτό το σχήμα ” V ” της λαβής είναι το πλέον διαδεδομένο κι εμφανίζεται μόνο στα Κρητικά μαχαίρια, χαρίζοντας τους τυπολογικά μια σχηματική μοναδικότητα, αφού σε κανέναν άλλον τόπο πάνω στον πλανήτη δεν κατασκευάζουν μαχαίρια με τέτοια λαβή. Η ιδιόμορφη αυτή λαβή είναι κατασκευασμένη πάντοτε από ζωική ύλη, κέρατο ή κόκαλο, ενώ στα πολυτελέστερα από τα Κρητικά μαχαίρια είναι κατασκευασμένη από ελεφαντόδοντο. Όσες λαβές δεν είναι φιλοτεχνημένες από το πολύτιμο αυτό υλικό, είναι κατασκευασμένες από λευκό κόκαλο, προερχόμενο κυρίως από βοδινά πόδια, το οποίο οι μαχαιροποιοί και σήμερα ακόμη, βράζουν με νερό, στάχτη και ασβέστη για πέντε περίπου ώρες, ακριβώς όπως έκαναν και πριν δύο αιώνες, για ν’ αποκτήσει μία λαμπερή λευκότητα κι ύστερα το λειαίνουν πριν το χρησιμοποιήσουν.

Σπανιότερα όμως τα μαχαίρια είχαν σκουρόχρωμες λαβές, κατασκευασμένες από κέρατο. Τα πολυάριθμα κοπάδια αιγοπροβάτων της Κρήτης και τα γεροδεμένα κέρατα των βουβαλιών της, προσφέρουν ακόμη και σήμερα άφθονη την πρώτη ύλη για τις κεράτινες λαβές των μαχαιριών, ενώ σπανιότερα συναντώνται λαβές ακόμη και από τα κέρατα των αγριοκάτσικων του νησιού, περισσότερο γνωστών ως κρι – κρι. Τα πλέον γερά και ανθεκτικά για λαβές κέρατα, είναι εκείνα του κριαριού και του τράγου. Από τα κριαρίσια προτιμούν τα “χρυσαφένια με νερά”, ενώ τα βουβαλίσια κέρατα είναι περισσότερο στιλπνά και λαμπερά, αλλά υπόκεινται σε φθορά ταχύτερα απ’ ότι τα τραγίσια κέρατα.
Τα μαχαίρια με τις σκουρόχρωμες κεράτινες λαβές ονομάζονται “μαυρομάνικα”. Κάθε ένα κόκαλο ή κέρατο αρκεί για μία μόνο λαβή. Μεγάλη αισθητκή αξία παρουσιάζουν τα αργυρά “φουκάρια”, οι θήκες των “ασημωτών” μαχαιριών. Τα αντικείμενα αυτά συγκεντρώνουν επάνω τους τη ξεχωριστή αρτιότητα της τέχνης των Κρητικών αργυροχόων, καθώς και την ιδιόμορφη καλλιτεχνική τους έκφραση, η οποία εκδηλώνεται έντονα και εκφραστικά πάνω στις κυλινδρικές επιφάνειες των αργυρών θηκών των μαχαιριών.
Πηγή : Το site του Δήμου Χανίων
Blog στο WordPress.com. | Theme: Pool by Borja Fernandez.
Entries and comments feeds.











