Γνωριμία με το μουσείο φυσικής ιστορίας Γουλανδρή

Το Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας είναι ίδρυμα κοινωφελές, αφιερωμένο στη μελέτη, συντήρηση και προστασία του φυσικού περιβάλλοντος.


Από την ίδρυσή του χάραξε μια πρωτοπόρα πορεία, μια νέα προσέγγιση του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον. Ανέπτυξε ενεργό επιστημονική δραστηριότητα για την αντιμετώπιση και ανάσχεση των περιβαλλοντικών απειλών που πλήττουν τον πλανήτη και για την αποκατάσταση των φυσικών πόρων που συντηρούν τη ζωή. Ταυτόχρονα διαμόρφωσε μια νέα παιδεία καθολικής αξίας για επανένταξη του ανθρώπου στις λειτουργίες και την οικονομία της Φύσης.

Με την ευθύνη του ελληνικού γεωγραφικού χώρου, χώρου- παιδαγωγού του Έλληνα, το Ίδρυμα αναπτύσσει διεθνή δραστηριότητα, συνεχίζοντας την ιστορική και πολιτισμική μας παράδοση και οικουμενική θεώρηση του κόσμου. Οι συλλογές του Μουσείου αριθμούν σήμερα εκατοντάδες χιλιάδες δείγματα και αποτελούν πολύτιμο εθνικό κεφάλαιο, τις τράπεζες δεδομένων της χώρας, τη βάση για κάθε επιστημονική έρευνα και εφαρμογή στους τομείς της περιβαλλοντικής πολιτικής, της γεωργίας και της δασοπονίας.

Τα δείγματα των συλλογών αποτελούν υλικό από το οποίο μπορούν να εξαχθούν πολλά συμπεράσματα για το σύγχρονο, αλλά και το παλαιότερο φυσικό περιβάλλον. Επιπλέον, αποτελούν εξαιρετικό εργαλείο για την ανάπτυξη εκδοτικών και εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων. Στα πλαίσια του προγράμματος της Κοινωνίας της Πληροφορίας «Τεκμηρίωση, Ψηφιοποίηση και Ανάδειξη των Συλλογών του Μουσείου Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας» πραγματοποιήθηκε η ψηφιακή τεκμηρίωση δειγμάτων (εισαγωγή δεδομένων 81.000 δειγμάτων από τις συλλογές Βοτανικής, Υδροβιολογίας, Χερσαίας Ζωολογίας και Γεωλογίας- Παλαιοντολογίας και ψηφιοποίηση 6.000 δειγμάτων από τις συλλογές αυτές). Αντιπροσωπευτικό δείγμα του ψηφιοποιημένου υλικού μπορεί να αναζητηθεί ηλεκτρονικά στη Βάση Δεδομένων Συλλογών του Μουσείου.

Βοτανικό

Η χώρα μας διαθέτει μια από τις πιο πλούσιες και ενδιαφέρουσες χλωρίδες στην Ευρώπη. Η γεωγραφική της θέση, ως σταυροδρόμι τριών ηπείρων, η γεωλογική της ιστορία, η γεωμορφολογία της, οι ιδιαίτερες κλιματικές συνθήκες, τη καθιστούν έναν πραγματικό βοτανικό παράδεισο. Από την ίδρυσή του, το 1964, το Μουσείο έδωσε προτεραιότητα στη μελέτη της ελληνικής χλωρίδας. Στόχος ήταν η καταγραφή της βιοποικιλότητας της ελληνικής χλωρίδας και η δημιουργία μιας συλλογής που θα αποτελούσε τη βάση για κάθε μελέτη που αφορά τα ελληνικά φυτά. Η φυτοθήκη του τμήματος αρχικά περιέλαβε τη συλλογή του Κωνσταντίνου Γουλιμή με 24000 δείγματα που δώρισε στο μουσείο.


Με τη καθοδήγηση εξεχόντων βοτανικών επιστημόνων συγκροτήθηκε συλλεκτική ομάδα που ανέλαβε το έργο της συλλογής σε όλο το γεωγραφικό χώρο της Ελλάδας. Οι συλλογές του μουσείου επίσης εμπλουτίζονται μέσω δωρεών και ανταλλαγών.   Οι δραστηριότητες του τμήματος πέρα από την εργασία στη φύση, «στο πεδίο», περιλαμβάνουν και το έργο της ταξινόμησης, καταγραφής, συντήρησης και μελέτης ενός μεγάλου αριθμού φυτικών δειγμάτων.

Οι συλλογές σήμερα αριθμούν πάνω από 80.000 δείγματα και είναι εξαιρετικά σημαντικές για τη ταξινομική μελέτη της χλωρίδας της Ελλάδας και της βαλκανικής χερσονήσου. Αποτελούν πολύτιμο εθνικό κεφάλαιο, τις τράπεζες δεδομένων της χώρας, τη βάση για κάθε επιστημονική έρευνα και εφαρμογή στους τομείς της περιβαλλοντικής πολιτικής, της γεωργίας και της δασοπονίας. Τα δείγματα των συλλογών αποτελούν υλικό από το οποίο μπορούν να εξαχθούν πολλά συμπεράσματα για το σύγχρονο, αλλά και το παλαιότερο φυσικό περιβάλλον. Επιπλέον, αποτελούν εξαιρετικό εργαλείο για την ανάπτυξη εκδοτικών και εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων.


Στη βάση δεδομένων της βοτανικής συλλογής βρίσκονται καταγραμμένα τα στοιχεία για πάνω από 70000 δειγμάτων φυτών. Τα δείγματα αφορούν ανώτερα φυτά (πτεριδόφυτα, γυμνόσπερμα και αγγειόσπερμα) και είναι όλα από τον ελλαδικό χώρο. Για 3792 από τα καταγραμμένα δείγματα υπάρχουν ψηφιακές φωτογραφίες με τη μορφή υπερσυνδέσμου.

Χερσαίας Ζωολογίας

Το Τμήμα Χερσαίας Ζωολογίας έχει σαν αντικείμενο τα ΄Εντομα και Αραχνόμορφα, τα Αμφίβια και Ερπετά, τα Πουλιά και τα Θηλαστικά. Στο Τμήμα υπάρχει εξοπλισμός εργασίας υπαίθρου και εργαστηρίου, καθώς και εξειδικευμένη βιβλιογραφική κάλυψη. Υπάρχει υποστήριξη από το Εργαστήριο Ηλεκτρονικής Μικροσκοπίας καθώς και το Εργαστήριο Αναλυτικών Οργάνων.

Οι ερευνητικές δραστηριότητες του Τμήματος Χερσαίας Ζωολογίας περιλαμβάνουν έρευνα υπαίθρου και εργαστηρίου, που αφορά στην Οικολογία, Ζωογεωγραφία, Φυσιολογία και Προστασία Ερπετών και Πουλιών κατά κύριο λόγο. Γίνονται επιτόπιες εργασίες πεδίου, ενημέρωση του κοινού και των αρμοδίων φορέων, προτάσεις για τη διατήρηση ειδών που κινδυνεύουν με εξαφάνιση, καθώς και των βιοτόπων τους. Στην εργαστηριακή έρευνα περιλαμβάνονται τροφικές αναλύσεις, μορφομετρικές εργασίες, μελέτη της θερμικής οικολογίας, της οικολογίας της αναπαραγωγής και συντήρηση των συλλογών.

Οι δραστηριότητες του Εντομολογικού Τμήματος ξεκίνησαν το 1971, του Ορνιθολογικού το 1980, του Ερπετολογικού το 1984 και του Τμήματος Θηλαστικών το 1985. Δέκα χιλιάδες δείγματα βρίσκονται στη βάση δεδομένων από τις Εντομολογικές Συλλογές του Μουσείου.  Έχουν ψηφιοποιηθεί τα 600 από αυτά. Τα δείγματα αυτά περιλαμβάνουν, κατά το μεγαλύτερο μέρος, Λεπιδόπτερα Ορθόπτερα, Δίπτερα και Υμενόπτερα, κυρίως από τον ελληνικό χώρο. Τα δείγματα αυτά συλλέχθηκαν κυρίως κατά τις δεκαετίες του ’70 και ’80. Τα ονόματα των ειδών είναι αυτά που βρίσκονται πάνω στα δείγματα και μπορεί να μη συμφωνούν με τη σημερινή ονοματολογία.  Το Τμήμα βρίσκεται στη διαδικασία αναθεώρησης των ονομάτων αυτών.

Υδροβιολογίας

Το Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας ίδρυσε το Υδροβιολογικό Τμήμα το 1972 υπό την διεύθυνση της κας Μαριάννας Delamotte, με σκοπό να καταγράψει και να παρουσιάσει στο ευρύ κοινό τη θαλάσσια βιοποικιλότητα, μέσα από τις συλλογές που αναπτύχθηκαν. Οι δραστηριότητες του τμήματος είναι ποικίλες και συνοψίζονται σε ερευνητικές, εκπαιδευτικές, ενημερωτικές και εκδοτικές.

Η μελέτη των μαλακίων των ελληνικών θαλασσών, τόσο των σύγχρονων ειδών όσο και των απολιθωμένων, αποτελεί το κύριο αντικείμενο εργασιών του τμήματος. Με βάση τις συλλογές πραγματοποιούνται μελέτες που αφορούν στη συστηματική ταξινόμηση, στην οικολογία, στη ζωογεωγραφική εξάπλωση των ειδών, αλλά και στις αλλαγές που συμβαίνουν στη βιοποικιλότητα. Τα ερευνητικά αποτελέσματα των προγραμμάτων ανακοινώνονται σε συνέδρια και δημοσιεύονται σε επιστημονικά περιοδικά, ενώ παρέχονται πληροφορίες σε ερευνητές, φοιτητές και επισκέπτες. Παράλληλα με τα δημοσιεύματα πραγματοποιούνται εκθέσεις και εκπαιδευτικά προγράμματα που συμβάλουν στην ευαισθητοποίηση των μαθητών και των επισκεπτών σε θέματα που αφορούν το θαλάσσιο περιβάλλον.

Είκοσι χιλιάδες  δείγματα Μαλακίων  έχουν συμπεριληφθεί στη βάση δεδομένων που ανήκουν  στη συλλογή του Μουσείου. Περιλαμβάνουν  κυρίως όστρακα από όλο τον κόσμο, καθώς και πολλά είδη από την  ελληνική θάλασσα. Τα δείγματα συλλέχθηκαν κυρίως  κατά τις δεκαετίες  του ΄70 και ΄80 και ορισμένα  παλιότερα όπως τα είδη της συλλογής Μοάτσου. Τα δείγματα έχουν καταχωρηθεί με τα ονόματα  που αναγράφονται στις ετικέτες που φέρουν.

Γεωλογικό – Παλαιοντολογικό

Η συλλογή υλικού για τις πρώτες Παλαιοντολογικές, Ορυκτολογικές και Πετρολογικές συλλογές του Μουσείου άρχισε το 1971 από τον γεωλόγο Ευάγγελο Βελιτζέλο, καθηγητή σήμερα της Παλαιοβοτανικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στην λεκάνη Βεγόρων της Δυτικής Μακεδονίας σε λιμναίες αποθέσεις του Ανώτερου Τριτογενούς με την συλλογή απολιθωμένων φυτών, δύο οδόντων ελεφάντων που βρέθηκαν κοντά στο χωριό Πέτρες και άλλων τριών κοντά στο χωριό Σωτήρ.

Οι έρευνες του Μουσείου συνεχίστηκαν για την συλλογή παλαιοντολογικού υλικού στις Νεογενείς αποθέσεις της Αττικής, της Κέρκυρας, της Ρόδου και της Καρπάθου. Στην Βοιωτία   στην περιοχή Κερατοβούνι πλησίον του μνημείου της μάχης της Χαιρώνειας για την συλλογή Ρουδιστών του ανωτέρου Κρητιδικού. Στην Αργολίδα πλησίον του Ιερού του Ασκληπείου της Επιδαύρου για την συλλογή Αμμωνιτών του μέσου και ανωτέρου Τριαδικού. Πρόκειται περί ενός ερυθρού αμμωνιτοφόρου ασβεστολίθου πλουσίου σε είδη Αμμωνιτών των γενών Ceratites, Asklepioceras , Johanites , Lobites , Megaphyllites , Pinacoceras , Gymnites κλπ. Στην Ήπειρο για την συλλογή Αμμωνιτών της Ιονίου ζώνης Ιουρασικής ηλικίας.

Οι Ορυκτολογικές συλλογές του μουσείου καταρτίστηκαν κυρίως από έρευνες στο Λαύριο το πλέον αξιόλογο μεταλλείο της αρχαίας Ελλάδος με πάρα πολύ μεγάλο αριθμό ορυκτών, στην Χαλκιδική, στην Κρήτη, στην Σέριφο, στην Μήλο, στην Ξάνθη, στην Νάξο, στην Πάρο στην Θάσο και άλλού.

Οι Πετρολογικές συλλογές καταρτίστηκαν από έρευνες στις διάφορες γεωλογικές ζώνες της Ελλάδος όπως ζώνη Παξών, Ιόνιο ζώνη, ζώνη Πίνδου, Πελαγονική και Υποπελαγονική ζώνη, ζώνη Ροδόπης και ζώνη Ανατολικής Ελλάδος. Εκτός από τις έρευνες του μουσείου ένα τμήμα των συλλογών προέρχεται από δωρεές και αγορές.

Συνοπτικά σήμερα οι γεωλογικές συλλογές του μουσείου κατατάσσονται σε:

* Ορυκτολογικές, που περιλαμβάνουν ορυκτά από τον ευρύτερο ελληνικό χώρο, διεθνή συλλογή ορυκτών και ειδική συλλογή με ορυκτά του Λαυρίου.

* Πετρολογικές,   με πετρώματα της Ελλάδος

* Παλαιοντολογικές, με απολιθώματα Ρουδιστών, Αμμωνιτών και Νεογενών μαλακίων της Ελλάδος, Κεφαλοπόδων, Γαστεροπόδων και Διθύρων της Γαλλίας (τμήματος της σημαντικής συλλογής Moazzo ), Σπονδυλωτών του Πικερμίου και της Σάμου, Πλειστοκαινικών Ελεφάντων και φυτικών απολιθωμάτων της Ελλάδος.

Τα Ορυκτά και τα Απολιθώματα  που έχουν συμπεριληφθεί στη βάση ανήκουν  στη συλλογή του Μουσείου. Περιλαμβάνουν  δείγματα από όλο τον κόσμο, καθώς και πολλά δείγματα από την  Ελλάδα. Τα δείγματα έχουν καταχωρηθεί με τα ονόματα που αναγράφονται στις ετικέτες που φέρουν.

Πηγή

Διαβάστε επίσης

SΟS εκπέμπει το Ιερό του Ποσειδώνα στο Σούνιο

Η εξέλιξη της παραδοσιακής φορεσιάς στην Ελλάδα

ΟΙ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΕΣ ΦΟΡΕΣΙΕΣ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ

Μια αρχαία γειτονιά στην καρδιά της Αθήνας

Πλέων επί οίνοπα πόντον, επ’ αλλοθρόους ανθρώπους

ΕΛΛΑΣ

Share

This entry was posted in ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΣ, ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ and tagged , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.