Ανάδειξη μνημείων και αρχαιολογικών χώρων στους νομούς Μαγνησίας και Τρικάλων

Πέντε έργα πολιτισμού, συνολικού προϋπολογισμού 2,85 εκατομμυρίων ευρώ, για την ανάδειξη μνημείων και αρχαιολογικών χώρων στους νομούς Μαγνησίας και Τρικάλων, εντάχθηκαν πρόσφατα στον Άξονα Προτεραιότητας, με τίτλο «Αειφόρος Ανάπτυξη και Ποιότητα Ζωής στη Θεσσαλία» και θα υλοποιηθούν με χρηματοδότηση από το ΕΣΠΑ Θεσσαλίας (2007-2013).

Τα τρία από τα έργα αφορούν το νομό Μαγνησίας. Τα έργα αυτά, στα οποία οι εργασίες ξεκινούν άμεσα, είναι τα εξής:

«Αναστήλωση και αποκατάσταση τμημάτων του αρχαίου θεάτρου Δημητριάδος και συνολική βελτίωση του μνημείου και του περιβάλλοντος χώρου του» στο νομό Μαγνησίας, με προϋπολογισμό 750.000 ευρώ.

Η Δημητριάδα, μια από τις μεγαλύτερες πόλεις της αρχαιότητας, ιδρύθηκε από τον Μακεδόνα βασιλιά, Δημήτριο Πολιορκητή, το 294-292 π.Χ., για να στηρίξει τη λειτουργία ενός ισχυρού ναυστάθμου, που θα έδινε τη δυνατότητα στο μακεδονικό στόλο να επεμβαίνει γρήγορα και αποτελεσματικά σε κάθε σημείο της ελληνικής χερσονήσου και των νησιών του Αιγαίου.

Το θέατρο είναι το πιο ολοκληρωμένο μνημείο της Δημητριάδος, που μπορεί να δει ο επισκέπτης, σήμερα, μέσα στην αρχαία πόλη. Βρίσκεται πάνω στο δρόμο των Αθηνών, στη θέση «στα Δόντια», κοντά στη συνοικία των Ν. Παγασών του Δήμου Βόλου. Εντοπίστηκε και ανασκάφηκε στη διάρκεια του 20ου αιώνα, κυρίως κατά τις δεκαετίες 1950 και 1980-1990.

Το θέατρο κατασκευάστηκε ταυτόχρονα με την ίδρυση της αρχαίας πόλης. Η κατασκευή του θεάτρου αποτελούσε, για την εποχή του, ένα τεράστιο τεχνικό έργο, διότι εκτός από την κατασκευή του σκηνικού οικοδομήματος, μήκους περίπου 40 μέτρων, την κατασκευή του αποχετευτικού αγωγού, που απομάκρυνε τα όμβρια ύδατα από την ορχήστρα, την κατασκευή εκατοντάδων πώρινων εδωλίων, που θα κάλυπταν ένα μέρος πιθανόν του κοίλου, αυτή καθαυτή η δημιουργία της χωμάτινης υποδομής έπρεπε να δημιουργηθεί με γεωμετρική ακρίβεια, με τη μεταφορά και απόθεση τεράστιων ποσοτήτων χώματος, τα οποία στερεώθηκαν με εσωτερικούς (αφανείς εξωτερικά) τοίχους από ωμά πλιθιά, δίνοντας στο κοίλο την ημικυκλική του μορφή.

Το θέατρο, στη μακραίωνη χρήση του υπέστη αρκετές καταστροφές και ανάλογες επισκευές, ορισμένες από τις οποίες θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως ιδιαίτερα σημαντικές, αφού άλλαξαν την κάτοψη της σκηνής και του κύκλου της ορχήστρας που επηρέασαν σε ορισμένες περιπτώσεις και τη μορφή κοίλου.

Από τις τελευταίες έρευνες διαπιστώθηκε ακόμη και μια μεγάλη χρονική περίοδος μη λειτουργίας του αρχαίου θεάτρου, η οποία αρχίζει από την τελευταία εικοσαετία του 2ου αιώνα π.Χ. μέχρι την περίοδο βασιλείας του Ρωμαίου Αυτοκράτορα Τίτου (79-81 μ.Χ.). Το θέατρο εγκαταλείπεται οριστικά μετά τα μέσα του 4ου αιώνα μ.Χ.

Η σκηνή του θεάτρου έλαβε μνημειακή μορφή κατά τη δεύτερη φάση της, όταν απέκτησε, προς την πλευρά της ορχήστρας, μια στοά δωρικού ρυθμού, το λεγόμενο προσκήνιο, με ημικίονες που επιστέφονταν με θαυμάσια δωρικά κιονόκρανα ημικιόνων και το θριγκό.

Η μορφή που έχει, σήμερα, το θέατρο δίνει την εικόνα ενός μνημείου απογυμνωμένου από τη λίθινη επένδυση των εδωλίων στην περιοχή του κοίλου, ενώ το ορατό τμήμα της σκηνής ανήκει στη ρωμαϊκή περίοδο. Παρά την εκτεταμένη λιθοθηρία, που ξεκίνησε από την εγκατάλειψη του θεάτρου, κατά την παλαιοχριστιανική περίοδο, είναι σαφής η τριμερής διαίρεση του ελληνιστικού θεάτρου της Δημητριάδος με: Το σκηνικό οικοδόμημα, την ορχήστρα και το κοίλο με το επιθέατρο.

Το έργο θα αποδώσει, συστηματικά και λεπτομερώς, καθαρισμένο όλο το μνημειακό σύνολο του θεάτρου Δημητριάδος και του περιβάλλοντος χώρου του. Μεταξύ άλλων, θα αναστηλωθούν δύο δωρικοί ημικίονες, με τον ενδιάμεσο θριγκό στη στοά του προσκηνίου της ελληνιστικής σκηνής.

Παράλληλα, θα παραδοθούν ψηφιακά αρχεία και σχέδια που δημιουργήθηκαν με τη μέθοδο της φωτογραμμετρίας καθώς και αεροφωτογραφίες, θα δημιουργηθεί έντυπο και εκπαιδευτικό πρόγραμμα για το θέατρο και θα κατασκευαστεί ειδική ιστοσελίδα.

Κατασκευή μόνιμων στεγάστρων και ανάδειξη μνημείων στον αρχαιολογικό χώρο Αερινού – θολωτοί τάφοι Αερινού» νομού Μαγνησίας, προϋπολογισμού 550.000 ευρώ.

Ο αρχαιολογικός χώρος του Αερινού, στη θέση «Δερβίσι» ή «Κάστρο Αερινού», εμπίπτει στην περιοχή του Δ. Δ. Αερινού του Δήμου Φερών Ν. Μαγνησίας και βρίσκεται σε απόσταση 1,5 χλμ. νότια του σημερινού ομώνυμου οικισμού.

Κατά τις ανασκαφές, που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του έργου κατασκευής του αυτοκινητόδρομου ΠΑΘΕ (1995-99), ερευνήθηκαν εκτεταμένα τμήματα του αρχαιολογικού χώρου, με αποτέλεσμα να έλθει στο φως πλήθος ευρημάτων και αρχιτεκτονικών καταλοίπων, ορισμένα από τα οποία διατηρήθηκαν ορατά, με σκοπό την ανάδειξή τους.

Στα διατηρούμενα μνημεία συμπεριλαμβάνονται πέντε θολωτοί τάφοι, στα δεξιά και αριστερά των δρόμων του παράπλευρου δικτύου της Εθνικής Οδού, που εμπίπτουν στη ζώνη απαλλοτρίωσης.

Η ανάδειξη των μνημείων αυτών θα γίνει στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ (2007-2013), του Επιχειρησιακού Προγράμματος Θεσσαλίας – Στερεάς Ελλάδος – Ηπείρου και θα περιλαμβάνεται στο δημιουργούμενο ευρύτερο «Αρχαιολογικό-Ιστορικό Πάρκο Φερών-Βελεστίνου« και γενικότερα στο δίκτυο ιστορικών διαδρομών στην ευρύτερη περιοχή του Βελεστίνου και του Δήμου Φερών, αλλά και των αρχαιολογικών χώρων και των μνημείων του Ν. Μαγνησίας γενικότερα.

Οι θολωτοί τάφοι του Αερινού χρονολογούνται στη μυκηναϊκή και στην πρωτογεωμετρική-γεωμετρική εποχή (14ος-8ος αι. π. Χ.) και συνθέτουν ένα μνημειακό σύνολο με τα ίδια χαρακτηριστικά. Είναι κτιστοί με πέτρα και με συνδετικό υλικό λάσπη από χώμα. Είχαν κατασκευαστεί μέσα σε όρυγμα λαξευμένο στο φυσικό έδαφος. Στην αρχαιότητα, δηλαδή, ήταν υπόγειοι ή ημιυπόγειοι και το τμήμα της κατασκευής που εξείχε του εδάφους καλυπτόταν με μικρό τύμβο.

Αποτελούνται από ένα κυκλικό ή σχεδόν κυκλικό στην κάτοψή του θάλαμο, με διάμετρο που κυμαίνεται από 2.20μ. έως 3.40μ. Δεδομένου ότι δεν σώζεται το πάνω μέρος της θόλου, το ύψος τους υπολογίζεται στα 2.50μ. με 3μ., σε αναλογία δηλαδή προς τη διάμετρο του θαλάμου. Η είσοδος στους τάφους γινόταν από έναν κατηφορικό δρόμο λαξευμένο στο χώμα, ο οποίος οδηγεί στον ταφικό θάλαμο μέσω ενός χαμηλού στομίου. Περιείχαν τα οστά πολλών ενταφιασμένων νεκρών, που ήταν τοποθετημένοι στους μεν μυκηναϊκούς τάφους, σε συνεσταλμένη στάση, στους δε πρωτογεωμετρικούς σε ύπτια εκτεταμένη στάση.

Στους περισσότερους τάφους υπήρχαν και κοιλότητες ανακομιδών οστών. Οι νεκροί ενταφιάζονταν στο δάπεδο του τάφου και συνοδεύονταν από πολυπληθή κτερίσματα, δηλαδή προσφιλή αντικείμενα και σκεύη, με τα οποία οι συγγενείς έκαναν κάποιες προσφορές κατά το τελετουργικό της ταφής. Μετά την ταφή οι οικείοι έκλειναν την είσοδο του τάφου, συνήθως, με ένα σωρό από πέτρες και χώμα. Πολλά από τα ευρήματα είναι εκτεθειμένα στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Βόλου.

Με την ολοκλήρωση των εργασιών, θα παραδοθεί ενοποιημένος και αναδεδειγμένος ο αρχαιολογικός χώρος με πέντε συνολικά επισκέψιμους θολωτούς τάφους, στέγαστρα προστασίας τους, θα κατασκευαστεί κιόσκι ενημέρωσης επισκεπτών και θα εκδοθεί ενημερωτικό φυλλάδιο και πολυσέλιδος οδηγός του αρχαιολογικού χώρου.

«Κατασκευή μόνιμων στεγάστρων και ανάδειξη μνημείων στον αρχαιολογικό χώρο Φερών – Βελεστίνου – θολωτοί τάφοι Χλόης» ν. Μαγνησίας, προϋπολογισμού 550.000 ευρώ.

Στην αγροτική περιοχή ΒΑ του οικισμού της Χλόης του Δ.Δ. Βελεστίνου του Δήμου Φερών Ν. Μαγνησίας υπάρχουν επτά θολωτοί τάφοι πρωτογεωμετρικών-γεωμετρικών χρόνων, τρεις από τους οποίους διατηρούνται μέσα σε τσιμεντένια στέγαστρα-κελύφη κάτω από τα επιχώματα της Εθνικής Οδού ΠΑΘΕ και των παραπλεύρων της οδών, ενώ οι υπόλοιποι τέσσερις διατηρούνται κάτω από πρόχειρα στέγαστρα.

Ένας από τους τάφους, μέσα σε τσιμεντένιο στέγαστρο-κέλυφος, αναδείχθηκε σε επισκέψιμο μνημείο στο πλαίσιο του Γ΄ΚΠΣ/ΠΕΠ Θεσσαλίας, ενώ οι υπόλοιποι έξι θα αναδειχθούν στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ (2007-2013) του Επιχειρησιακού Προγράμματος Θεσσαλίας – Στερεάς Ελλάδος – Ηπείρου. Το μνημειακό αυτό σύνολο θα ενταχθεί στο αναπτυσσόμενο, εδώ και μια δεκαπενταετία, ευρύτερο Αρχαιολογικό-Ιστορικό Πάρκο Φερών-Βελεστίνου.

Οι θολωτοί τάφοι εντάσσονται εντός του κηρυγμένου και οριοθετημένου Αρχαιολογικού Χώρου «Ρεματιά ή Καρακάξες», και βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή του μείζονος σημασίας Αρχαιολογικού Χώρου Φερών-Βελεστίνου.

Δύο από τα μνημεία αυτά ανασκάφηκαν κατά το 1989 και το 1992, σε ιδιόκτητο αγρό, που απαλλοτριώθηκε από το υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού, ενώ τα υπόλοιπα πέντε αποκαλύφθηκαν και ανασκάφηκαν στο πλαίσιο του Έργου του Οδικού Άξονα ΠΑΘΕ (1996-1997) και διατηρούνται στη ζώνη απαλλοτρίωσης της Εθνικής Οδού.

Οι θολωτοί τάφοι ανήκουν σε νεκροταφείο πρωτογεωμετρικών-γεωμετρικών χρόνων (10ος, 9ος, 8ος αιώνας π. Χ.), που αποτελεί προέκταση του εκτεταμένου ΒΔ νεκροταφείου της αρχαίας πόλης των Φερών, το οποίο αναπτυσσόταν δίπλα στην αρχαία οδό Φερών – Λαρίσης. Τα μνημεία σώζονται σε πολύ καλή κατάσταση.

H κάτοψη των τάφων είναι κυκλική, με διάμετρο που κυμαίνεται μεταξύ 2 μ. και 4 μ., ενώ το σωζόμενο ύψος τους κυμαίνεται μεταξύ 1,50 μ. και 1,80 μ. H θόλος τους είναι κτισμένη με ακατέργαστους λίθους κατά τον εκφορικό τρόπο, αλλά δεν σώζεται άθικτο το πάνω μέρος της. Σ’ έναν από τους τάφους η θόλος απέληγε πάνω σε μικρή οπή, η οποία προφανώς καλυπτόταν με μια μεγάλη λίθινη πλάκα που βρέθηκε δίπλα της ελαφρά μετακινημένη.

H είσοδος των τάφων βρίσκεται στη δυτική ή νοτιοδυτική πλευρά τους, όπου σχηματίζεται μικρός «δρόμος» (διάδρομος) από ζεύγη λίθινων πλακών όρθια τοποθετημένων, που στεγάζεται με όμοιες πλάκες. Tο άνοιγμα της εισόδου των τάφων, μετά την ταφή, σφραγιζόταν με λιθόκτιστα πρόχειρα τοιχάρια, λίθινες πλάκες και λιθοσωρούς.

Oι τάφοι περιείχαν πολλαπλούς ενταφιασμούς νεκρών, οι σκελετοί των οποίων σε λίγες περιπτώσεις διατηρήθηκαν στη θέση τους, σε ύπτια θέση. Συνήθως, τα οστά ήταν πολύ διαταραγμένα, είτε διασκορπισμένα σε όλο το θάλαμο του τάφου είτε συσσωρευμένα σε ένα σημείο, πιθανότατα μετακινημένα από νερά που εισχωρούσαν στο εσωτερικό του.

Yπήρχαν, επίσης, περιπτώσεις σκόπιμου παραμερισμού οστών παλαιότερων ταφών, ώστε να δημιουργείται χώρος για νέες ταφές. Tα κτερίσματα που συνόδευαν τους νεκρούς ήταν πλουσιότατα και ποικίλα: Πήλινα αγγεία διαφόρων σχημάτων, χάλκινες φιάλες, σιδερένια όπλα, χρυσά, χάλκινα και σιδερένια κοσμήματα, χάνδρες από διάφορα υλικά κλπ. Πολλά από τα ευρήματα είναι εκτεθειμένα στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Βόλου.

Οι επτά θολωτοί τάφοι αποτελούν ένα μνημειακό σύνολο εξαιρετικά σημαντικό από αρχαιολογική και ιστορική άποψη για την περιοχή των αρχαίων Φερών, αλλά και για ολόκληρη τη Θεσσαλία, η συνολική ανάδειξη του οποίου θα το αποδώσει στους πολίτες ως έναν ενδιαφέροντα επισκέψιμο χώρο μάθησης και αναψυχής.

Το έργο προβλέπει την ενοποίηση και την ανάδειξη του αρχαιολογικού χώρου με 7 συνολικά επισκέψιμους θολωτούς τάφους. Θα κατασκευαστούν στέγαστρα προστασίας, κιόσκι ενημέρωσης και χώρος ανάπαυσης επισκεπτών, ενώ επιπλέον θα εκδοθεί ενημερωτικό φυλλάδιο, πολυσέλιδος οδηγός και θα πραγματοποιηθεί εκπαιδευτικό πρόγραμμα.

Τα παραπάνω έργα αφορούν το νομό Μαγνησίας, ενώ για το νομό Τρικάλων εγκρίθηκαν τα εξής δύο έργα:

«Στερέωση – αποκατάσταση τμημάτων εξωτερικών τοιχοποιιών με αντικατάσταση φθαρμένων λίθων και λιθαναγλύφων και κατασκευή οικίσκου φύλαξης και πληροφόρησης, αντικατάσταση χώρων υγιεινής και διαμόρφωση περιβάλλοντος χώρου του ι.ν. Τιμίου Σταυρού Δολιανών Κρανιάς διευρυμένης κοινότητας Ασπροποτάμου» στο ν. Τρικάλων με προϋπολογισμό 300.000 ευρώ.

Από τον καθηγητή Παύλο Μυλωνά, η Ι. Μ. Τιμίου Σταυρού στα Δολιανά της Κρανιάς χαρακτηρίσθηκε ως «ο Παρθενώνας του ορεινού όγκου». Κτισμένη σε υψόμετρο 1150μ. στην «καρδιά» της Πίνδου, ακολουθεί έναν σύνθετο τύπο, που ο Π. Μυλωνάς τον περιγράφει «ως θολοσκεπή βασιλική μετά τρούλων και πολλών αψίδων και εντοπίζει τρεις χρονολογικές φάσεις με αρχική, το έτος 1770».

Εκτός από τις λεπτές παραστάδες, τα τυφλά αψιδώματα, που διαρθρώνουν τις κόγχες και τους τρούλους, υπάρχει και πλούσια γλυπτή διακόσμηση, βάσεις και επίκρανα παραστάδων, βάσεις ημικιονίσκων, αλλά και κιονόκρανα που θυμίζουν μεσαιωνικές δυτικές λύσεις.

Με την υλοποίηση του έργου θα γίνει πλήρης αποκατάσταση της ανατολικής και μερική αποκατάσταση της βόρειας εξωτερικής όψης του ναού. Ο περιβάλλοντας χώρος του μνημείου θα είναι περιφραγμένος και η πρόσβαση ελεγχόμενη. Η εξυπηρέτηση των επισκεπτών θα είναι πλήρης, με τη δημιουργία νέων χώρων υγιεινής, σταθμού πληροφόρησης, πινακίδες σήμανσης και έντυπο υλικό. Η διαμόρφωση του περιβάλλοντα χώρου με τα πλακόστρωτα καθώς και τη ράμπα για ΑμεΑ θα εξυπηρετεί στην περιήγηση των επισκεπτών στον αύλειο χώρο του μνημείου.

«Αποκατάσταση τμημάτων τρίτου διαζώματος Κάστρου πόλης Τρικάλων», με προϋπολογισμό 700.000 ευρώ.

Στα βόρεια της πόλης των Τρικάλων βρίσκεται το βυζαντινό κάστρο, πάνω στον ακρότατο λόφο του ορεινού βραχίονα των Αντιχασίων, που πιθανότατα πρωτοκτίστηκε στην κλασική εποχή και επειδή υπέστη πολλές καταστροφές, ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός (6ος αιώνας), το ανακαίνισε εκ θεμελίων, όπως αναφέρει ο Προκόπιος στο « Περί κτισμάτων», κάνοντάς το ισχυρότερο.

Σε χρυσόβουλο του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Γ’ Παλαιολόγου (α’ μισό 14ου αι.), αναφέρεται ότι, κατείχε τη θέση της αρχαίας ακρόπολης και περιβαλλόταν από το τείχος της κλασικής εποχής. Το φρούριο επισκεύασαν πολλές φορές και οι Τούρκοι, αφού τα Τρίκαλα για αρκετό καιρό ήταν η διοικητική πρωτεύουσα της Θεσσαλίας στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας.

Όσον αφορά τώρα στη δομή του φρουρίου, αξίζει να αναφερθεί- μεταξύ άλλων- ότι, στην ανατολική πλευρά του δεύτερου διαζώματος, του κτιρίου, οι Τούρκοι είχαν τοποθετήσει, στα μέσα του 17ου αι. ένα μεγάλο ρολόι, η καμπάνα του οποίου ζύγιζε 650 περίπου κιλά, και έφερε την παρακάτω επιγραφή στα Τούρκικα : «Έργο του Γιουσούφ Σενάϊ, κατοίκου φρουρίου, Τιρχάλα» και την χρονολογία : ΑΧΜΗ» =1648, το οποίο αντικαταστάθηκε το 1936 με άλλο, ύψους 33 μέτρα, που βομβαρδίστηκε από τα γερμανικά αεροπλάνα του 1941.

Πληροφορίες αναφέρουν ότι, δεξιά της πύλης του δεύτερου διαζώματος, υπήρξε βυζαντινός ναός του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, καθώς επίσης και της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος του 13ου αιώνος. Στο ίδιο διάζωμα υπάρχει υπαίθριο, μεταγενέστερο θέατρο, ενώ στο τρίτο διάζωμα εντοπίζονται μικροί πυργίσκοι, οι οποίοι χρησιμοποιούνταν για αμυντικούς σκοπούς.

Με την υλοποίηση του έργου, θα υπάρχει συνολική αποκατάσταση των εξωτερικών και εσωτερικών όψεων των τοιχοποιιών, της πυριτιδαποθήκης, των πύργων και των πολεμιστριών του βορειοανατολικού τείχους του τρίτου διαζώματος του κάστρου των Τρικάλων.

Η αποκατάσταση θα συμβάλλει στην πλήρη ανάδειξη του μνημείου, καθώς το κάστρο θα καταστεί ενιαίος επισκέψιμος χώρος με πλήρη ενημέρωση, με πινακίδες σήμανσης και πληροφόρησης και έντυπο υλικό.

Το βυζαντινό κάστρο των Τρικάλων θεωρείται μνημείο μεγάλης ιστορικής αξίας και χαρακτηριστικό δείγμα της οχυρωματικής αρχιτεκτονικής του θεσσαλικού χώρου και η ανάδειξή του εκτιμάται πως θα οδηγήσει στην αύξηση της τουριστικής δραστηριότητας της πόλης των Τρικάλων και της ευρύτερης περιοχής.

Α. Ζώης

Πηγή: ΑΠΕ

Διαβάστε επίσης

Η σιδηρουργία στα Τρίκαλα

Τρίκαλα: Μια πόλη με σημαντική ιστορία…

Αρχαϊκός ναός του Απόλλωνα: Ο καλύτερα διατηρημένος αρχαίος μνημειακός ναός σ’ όλη τη Θεσσαλία

Η ΑΡΧΑΙΑ ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΦΕΡΩΝ ΚΑΙ Η ΠΙΘΑΝΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ ΤΗΣ

Στο φως πέτρινο τείχος ηλικίας 23.000 ετών

ΕΛΛΑΣ

Share

This entry was posted in ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΣ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ and tagged , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.