Αριστοτέλης: Ο κορυφαίος Φιλόσοφος…

Ο Αριστοτέλης γεννήθηκε το 384 π.Χ. (15 χρόνια μετά τον θάνατο του Σωκράτη, και 3 χρόνια μετά την ίδρυση της Ακαδημίας του Πλάτωνα στην Αθήνα), στα Αρχαία Στάγειρα της Μακεδονίας (σημερινή ονομασία της περιοχής Λιοτόπι, μισό χιλιόμετρο νοτίως της Ολυμπιάδας). Ο πατέρας του Νικόμαχος ήταν γιατρός του βασιλιά της Μακεδονίας Αμύντα Γ’, τον οποίο είχε πατέρα ο Φίλιππος. Ο Νικόμαχος, που κατά τον Σουΐδα είχε γράψει 6 βιβλία φυσικής κι ένα ιατρικής, θεωρούσε πρόγονό του τον ομηρικό ήρωα και γιατρό Μαχάονα, το γιο του Ασκληπιού κι είχε έρθει από γενιά της ‘Ανδρου. Προόριζε δε τον γιο του για διάδοχο της επαγγελματικής του δραστηριότητας. Αυτό δικαιολογείται καθώς επρόκειτο για εποχή που οι ιατρικές γνώσεις και μέθοδοι κρατούνταν μυστικές και κληροδοτούνταν από πατέρα σε γιο. Πίστευαν ότι και της μητέρας του η καταγωγή ήταν θεϊκή. Ονομαζόταν Φαιστίς, είχε έρθει με Χαλκιδείς αποίκους στα Στάγειρα κι ανήκε στο γένος των Ασκληπιαδών.

Πρόωρα ορφάνεψε από γονείς, σ’ ηλικία 10 ετών περίπου, και τη κηδεμονία του ανέλαβε ο φίλος του πατέρα του Πρόξενος, που ‘ταν εγκαταστημένος στον Αταρνέα της μικρασιατικής Αιολίδας, απέναντι από τη Λέσβο. Ο Πρόξενος, που τονε φρόντισε σα δικό του παιδί, τονε δίδαξε ελληνικά, ρητορική και ποίηση, και τον έστειλε στην Αθήνα σε ηλικία 17 ετών (367 π.Χ.), για να γίνει μαθητής του Πλάτωνα.

Σ’ αυτά τα χρόνια συναναστράφηκε και κατανόησε τον Πλάτωνα της γεροντικής ηλικίας (το 367 ήταν 60 χρονών), δηλαδή τον φιλόσοφο με τη μετριασμένη ιδεοκρατία και τη βαθύτερη αυτοκριτική, γεγονός που, σε συνδυασμό με την προέλευση του Αριστοτέλη από περιβάλλον εμπειρικό, εξηγεί ικανοποιητικά τη διαφορά της αριστοτελικής από την πλατωνική φιλοσοφία.

Πράγματι ο Αριστοτέλης σπούδασε στην Ακαδημία του Πλάτωνα επί 20 χρόνια (367 – 347), μέχρι τη χρονιά δηλαδή που πέθανε ο δάσκαλός του. Στο περιβάλλον της Ακαδημίας άφηνε κατάπληκτους όλους και τον ίδιο το δάσκαλό του, με την ευφυΐα και τη φιλοπονία του. Ο Πλάτωνας τον ονόμαζε «νουν της διατριβής» και το σπίτι του «οίκον αναγνώστου». Η στάση του απέναντι στον Πλάτωνα και τους συνεργάτες του, τον Σπεύσιππο, τον Ξενοκράτη, τον Εύδοξο και τον Ηρακλείδη, ήταν από την αρχή κριτική και δημιουργική και με τόλμη έλεγε τις απόψεις του.

Όταν το 347 π.Χ. πέθανε ο Πλάτωνας, προέκυψε θέμα διαδόχου στη διεύθυνση της σχολής. Επικρατέστεροι για το αξίωμα ήταν οι τρεις καλύτεροι μαθητές του Πλάτωνα, ο Αριστοτέλης, ο Ξενοκράτης κι ο Σπεύσιππος. Ο Αριστοτέλης τότε μαζί με τον Ξενοκράτη εγκατέλειψε την Αθήνα κι εγκαταστάθηκαν στην ‘Ασσο, πόλη της μικρασιατικής παραλίας, απέναντι από τη Λέσβο. Την ‘Ασσο κυβερνούσαν τότε δύο πλατωνικοί φιλόσοφοι, ο Έραστος κι ο Κορίσκος, στους οποίους είχε χαρίσει την πόλη ο ηγεμόνας του Αταρνέα και παλιός μαθητής του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, Ερμίας.

Οι δύο φίλοι, κυβερνήτες της ‘Ασσου, είχαν ιδρύσει εκεί μια φιλοσοφική σχολή, ως παράρτημα της Ακαδημίας. Η γνώμη πως έφυγε από την Ακαδημία κι από την Αθήνα, επειδή δεν αναγνωρίστηκε διάδοχος του Πλάτωνα στη διεύθυνση της σχολής του, δεν ανταποκρίνεται στα πράγματα. Δεν ήταν δυνατό να αξιώσει τη «σχολαρχία» από το Σπεύσιππο, που ήταν δάσκαλός του, 25 χρόνια μεγαλύτερός του, ανιψιός του Πλάτωνα και κληρονόμος της περιουσίας του, επομένως και της ίδιας της Ακαδημίας.

Στην ‘Ασσο δίδαξε 3 χρόνια, ήταν η κεντρική μορφή ανάμεσα σ’ ένα κύκλο από φίλους της Ακαδημίας, και μαζί με τους φίλους του κατόρθωσε ό,τι δεν μπόρεσε ο Πλάτωνας. Συνδέθηκαν στενά με τον Ερμία και τον επηρέασαν τόσο, ώστε η τυραννία του να καταστεί πραότερη και δικαιότερη. Το τέλος του τυράννου όμως ήταν τραγικό. Επειδή προέβλεπε την εκστρατεία των Μακεδόνων στην Ασία, συμμάχησε με το Φίλιππο. Γι’ αυτό τον συνέλαβαν οι Πέρσες και τον θανάτωσαν με μαρτυρικό σταυρικό θάνατο.

Εκεί γνώρισε και τον Θεόφραστο, τον σπουδαιότερο μαθητή, συνεργάτη και φίλο του, ο οποίος τον κάλεσε να εγκατασταθεί στη δική του ιδιαίτερη πατρίδα, τη Μυτιλήνη (345/344). Το 345 π.Χ., ακολουθώντας τη συμβουλή του μαθητή του, πέρασε απέναντι στη Λέσβο κι εγκαταστάθηκε στη Μυτιλήνη, όπου έμεινε και δίδαξε μέχρι το 342 π.Χ. Στο μεταξύ είχε παντρευτεί την ανιψιά και θετή κόρη του Ερμία, την Πυθιάδα, από την οποία απέκτησε κόρη, που πήρε το όνομα της μητέρας της. Μετά το θάνατο της πρώτης του συζύγου ο Αριστοτέλης συνδέθηκε αργότερα στην Αθήνα με τη Σταγειρίτισσα Ερπυλλίδα, από την οποία απέκτησε ένα γιο, το Νικόμαχο.

Το 342 π.Χ. τον προσκάλεσε ο Φίλιππος στη Μακεδονία, για να αναλάβει τη διαπαιδαγώγηση του γιου του Αλέξανδρου, που ήταν τότε μόλις 13 χρονών. Ο Αριστοτέλης άρχισε με προθυμία το έργο της αγωγής του νεαρού διαδόχου. Φρόντισε να του μεταδώσει το πανελλήνιο πνεύμα και χρησιμοποίησε ως παιδευτικό όργανο τα ομηρικά έπη. Η εκπαίδευση του Αλέξανδρου γινόταν άλλοτε στην Πέλλα κι άλλοτε στη Μίεζα, μια κωμόπολη της οποίας τα ερείπια έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη· βρισκόταν στους πρόποδες του βουνού πάνω στο οποίο είναι χτισμένη η σημερινή Νάουσα της Μακεδονίας. Εκεί το 341 π.Χ. πληροφορήθηκε το θάνατο του Ερμία.

Έμεινε στη μακεδονική αυλή 6 χρόνια. Όταν ο Αλέξανδρος συνέτριψε την αντίσταση των Θηβαίων κι αποκατέστησε την ησυχία στη νότια Ελλάδα, ο Αριστοτέλης πήγε στην Αθήνα (335 π.Χ.) κι ίδρυσε δική του φιλοσοφική σχολή. Για να εγκαταστήσει τη σχολή του διάλεξε το Γυμνάσιο, που λεγόταν και Λύκειο, ανάμεσα στο Λυκαβητό και τον Ιλισό, κοντά στην πύλη του Διοχάρη, στο σημείο δηλ. που σήμερα βρίσκεται ο Εθνικός Κήπος. Εκεί υπήρχε άλσος αφιερωμένο στον Απόλλωνα και τις Μούσες. Με χρήματα που του έδωσε άφθονα ο Αλέξανδρος, έχτισε μεγαλόπρεπα οικήματα και στοές, που ονομάζονταν «περίπατοι». Ίσως γι’ αυτό η σχολή του ονομάστηκε Περιπατητική κι οι μαθητές του περιπατητικοί φιλόσοφοι. Η οργάνωση της σχολής είχε γίνει κατά τα πρότυπα της Πλατωνικής Ακαδημίας. Τα μαθήματα για τους προχωρημένους μαθητές γίνονταν το πρωί («εωθινός περίπατος») και για τους αρχάριους το απόγευμα («περί το δειλινόν», «δειλινός περίπατος»). Η πρωινή διδασκαλία ήταν καθαρά φιλοσοφική («ακροαματική»). Η απογευματινή «ρητορική» και «εξωτερική».

Η σχολή είχε μεγάλη βιβλιοθήκη και τόσο καλά οργανωμένη, ώστε αργότερα χρησίμευσε ως πρότυπο για την ίδρυση των βιβλιοθηκών της Αλεξάνδρειας και της Περγάμου. Ο Αριστοτέλης μάζεψε χάρτες και όργανα χρήσιμα για τη διδασκαλία των φυσικών μαθημάτων. Έτσι σύντομα η σχολή έγινε περίφημο κέντρο επιστημονικής έρευνας. Στα 13 χρόνια που έμεινε ο Αριστοτέλης στην Αθήνα δημιούργησε το μεγαλύτερο μέρος του έργου του, που προκαλεί το θαυμασμό μας με τον όγκο και την ποιοτική του αξία. Γιατί είναι άξιο απορίας, πώς ένας άνθρωπος σε τόσο λίγο χρονικό διάστημα συγκέντρωσε και κατέγραψε τόσες πολλές πληροφορίες.

Το 323 π.Χ. με την είδηση του θανάτου του Μ. Αλεξάνδρου οι οπαδοί του αντιμακεδονικού κόμματος νόμισαν ότι βρήκαν την ευκαιρία να εκδικηθούν τους Μακεδόνες στο πρόσωπο του Αριστοτέλη. Το ιερατείο, μ’ εκπρόσωπό του τον ιεροφάντη της Ελευσίνιας Δήμητρας Ευρυμέδοντα, κι η σχολή του Ισοκράτη, με το Δημόφιλο, κατηγόρησαν τον Αριστοτέλη για ασέβεια («γραφή ασεβείας»), επειδή είχε ιδρύσει βωμό στον Ερμία, είχε γράψει τον ύμνο στην Αρετή και το επίγραμμα στον ανδριάντα του Ερμία, στους Δελφούς. Ο Αριστοτέλης όμως, επειδή κατάλαβε τα πραγματικά κίνητρα και τις αληθινές προθέσεις των μηνυτών του, έφυγε για τη Χαλκίδα, προτού γίνει η δίκη του (323 π.Χ.). Εκεί έμεινε, στο σπίτι που ‘χε από τη μητέρα του, μαζί με τη δεύτερη σύζυγό του την Ερπυλλίδα και με τα δύο του παιδιά, το Νικόμαχο και την Πυθιάδα.

Το 322 π.Χ. πέθανε στη Χαλκίδα από στομαχικό νόσημα, μέσα σε θλίψη και μελαγχολία, σε ηλικία 63 χρονών περίπου, χωρίς να προφτάσει να δει την αποκατάσταση της μακεδονικής πολιτικής στην Αθήνα και την αυτοκτονία του Δημοσθένη, γεγονότα που συνέβησαν λίγους μήνες αργότερα (322).

Το σώμα του μεταφέρθηκε στα Στάγειρα, όπου θάφτηκε μ’ εξαιρετικές τιμές. Οι συμπολίτες του τον ανακήρυξαν «οικιστή» της πόλης κι έχτισαν βωμό πάνω στον τάφο του. Στη μνήμη του καθιέρωσαν γιορτή, τα «Αριστοτέλεια», και ονόμασαν έναν από τους μήνες «Αριστοτέλειο». Η πλατεία όπου θάφτηκε ορίστηκε ως τόπος των συνεδρίων της βουλής. Φεύγοντας από την Αθήνα, διευθυντή της σχολής άφησε το μαθητή του Θεόφραστο, που τον έκρινε ως τον πιο κατάλληλο. Έτσι το πνευματικό ίδρυμα του Αριστοτέλη εξακολούθησε να ακτινοβολεί και μετά το θάνατο του μεγάλου δασκάλου.

Ήταν ένας από τους μεγαλύτερους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους και μαζί με το δάσκαλό του Πλάτωνα αποτελεί τη φωτεινή δυάδα της φιλοσοφικής σκέψης του αρχαίου κόσμου. Κορυφαίος φιλόσοφος κι επιστήμονας της κλασικής εποχής, ιδρυτής της περιπατητικής φιλοσοφίας, ο συστηματικότερος, μεθοδικότερος και πολυμερέστερος νους του αρχαίου κόσμου κι ένας από τους μεγαλύτερους στοχαστές όλων των εποχών, θεμελιωτής και πρόδρομος πλήθους παλαιότερων και νεότερων κλάδων της επιστήμης. Υπήρξε σοφός μεγαλοφυής, εγκυκλοπαιδικός, φυσιοδίφης, δημιουργός της λογικής και ο σημαντικότερος από τους διαλεκτικούς της αρχαιότητας.

Ως άνθρωπος είχε πιστούς φίλους, αλλά και φοβερούς αντίπαλους (Επίκουρος, Τίμαιος, Ευβουλίδης κ.ά.), οι οποίοι κάποιες φορές τον παρουσίαζαν ως φιλάργυρο, φιλήδονο, ραδιούργο, μηχανορράφο, ακόμα ως οργανωτή δολοφονίας του Αλέξανδρου κλπ.

Αντίθετα, από αξιόπιστες πηγές μαθαίνουμε ότι ο Αριστοτέλης υπήρξε η ενσάρκωση του ορθού μέτρου σ’ όλες τις εκδηλώσεις της ζωής του. Την έμφυτη ευγένεια και τρυφερότητα της ψυχής του τη βρίσκουμε διάχυτη μέσα στη διαθήκη του. Μέσα σ’ αυτή φροντίζει για τη μνήμη των γονέων και του αδερφού του και δε λησμονεί ούτε την οικογένεια του πατρικού φίλου Πρόξενου, που τον ανέθρεψε. Φροντίζει για τη δεύτερη γυναίκα του την Ερπυλλίδα και το γιο που απέκτησε μαζί της, το Νικόμαχο. Ακόμα για την κόρη του Πυθιάδα, καρπό του πρώτου του γάμου. Η μεγάλη του όμως φιλανθρωπία φαίνεται στο σημείο εκείνο της διαθήκης, όπου ορίζει να μην πουληθεί κανείς από τους δούλους που τον υπηρέτησαν, αλλά να ελευθερώνονται μόλις ενηλικιώνονται.

Δεν έδειξε ενδιαφέρον στη δημοσίευση των έργων του με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν σήμερα διαθέσιμα πολλά απ’ αυτά. Ποτέ δε δημοσίευσε τα βιβλία του, εκτός από τους διαλόγους του. Η ιστορία των πρωτότυπων συγγραμμάτων του περιγράφεται από τον Στράβωνα στην «Γεωγραφία» του και από τον Πλούταρχο στο βιβλίο Βίοι Παράλληλοι, Σύλλας.

Τα χειρόγραφα των παραδόσεων του Αριστοτέλη έμειναν στα χέρια του μαθητή του Θεόφραστου. Ο Θεόφραστος τα άφησε στον Νηλέα από τη Σκήψη και από αυτόν έμειναν στους κληρονόμους του. Οι απόγονοί τους τα πούλησαν στον Απελλικώνα από την Τηΐα/Τέω για ένα μεγάλο ποσό. Ο Σύλλας μετά την κατάληψη των Αθηνών (86 π.Χ.) πήρε τη βιβλιοθήκη του Απελλικώνα και τα μετέφερε στη Ρώμη. Εκεί πρωτοδημοσιεύτηκαν (60 π.Χ.) από τον Ίωνα φιλόλογο Τυραννίωνα από την Αμυσό και στη συνέχεια από τον περιπατητικό φιλόσοφο Ανδρόνικο το Ρόδιο.

Οι Αλεξανδρινοί υπολόγιζαν ότι έγραψε 400 περίπου συνολικά βιβλία. Ο Διογένης ο Λαέρτιος υπολόγισε το έργο του σε στίχους και βρήκε ότι έφταναν τις 44 μυριάδες, δηλ. 440.000. Μεγάλο μέρος από το έργο του αυτό χάθηκε. Ανήκε στην κατηγορία των δημόσιων ή «εξωτερικών» μαθημάτων και ήταν γραμμένα σε μορφή διαλογική. Από αυτά σώθηκε μόνο η «Αθηναίων Πολιτεία», σ’ έναν πάπυρο που βρέθηκε στην Αίγυπτο. Τα σωζόμενα σήμερα έργα του αντιστοιχούν στη διδασκαλία που ο Αριστοτέλης έκανε στους προχωρημένους μαθητές του και που λέγονται «ακροαματικές ή εσωτερικές». Γι’ αυτό κι είναι γραμμένα σε συνεχή λόγο κι όχι σε διάλογο. Αρκετά από τα βιβλία του έχουν υποστεί επεμβάσεις κι επεξεργασίες και γενικά η κατάστασή τους δεν είναι καλή. Από το τεράστιο έργο του τελικά σώθηκαν 47 βιβλία και μερικά αποσπάσματα από τα άλλα. Δε θεωρούνται όμως όλα γνήσια.

Εκτός από τη γνώμη του τη σχετική με τις «ιδέες» του Πλάτωνα ο Αριστοτέλης υποστηρίζει κι άλλες αρχές. Δεν αποκρούει την ηδονή, αλλά προτιμά τη πιο τέλεια, αυτή δηλαδή που πηγάζει από τη διάνοια. Ο σκοπός των ανθρώπινων ενεργειών, κατά τον Αριστοτέλη, είναι η ευδαιμονία, την οποία ορίζει ως ενέργεια σύμφωνη με την αρετή. Η αρετή, όταν κυριαρχεί στα πάθη και στις ορμές, τα ρυθμίζει, παίζοντας το ρόλο του μέτρου ανάμεσα στις δύο ακρότητες, δηλαδή στην υπερβολή και την έλλειψη. Έτσι π.χ. η «πραότης» είναι αρετή ως μεσότητα της οργής και της αναισθησίας, η «ανδρεία», επειδή βρίσκεται ανάμεσα στη θρασύτητα και στη δειλία, κι η «αιδώς», επειδή κατέχει το μέσο της αδιαντροπιάς και της κατάπληξης, που είναι ακρότητες. Συμπλήρωμα της αρετής είναι και τα αγαθά του σώματος (δύναμη, υγεία, ομορφιά) και τα αγαθά της τύχης (πλούτος, ευγενική καταγωγή κλπ.). Σύμφωνα μ’ αυτά, ευτυχισμένος είναι εκείνος που ενεργεί κατά τις επιταγές της αρετής και συγχρόνως έχει μερίδιο και στα άλλα αγαθά, τα «εκτός αγαθά», όπως τα ονομάζει.

Ταλαντεύεται ανάμεσα στον ιδεαλισμό και τον υλισμό. Κάθε πράγμα, κατ’ αυτόν, αποτελείται από ύλη και πνεύμα, που ‘ναι μεταξύ τους αδιάσπαστα ενωμένα. Η ύλη είναι παθητική, είναι η δυνατότητα του πράγματος, ενώ το πνεύμα ενεργητικό, δηλ. η δύναμη που μεταβάλλει τη δυνατότητα σε πραγματικότητα. Ο κόσμος είναι ενιαίος κι αιώνιος, ενώ η οικουμένη έχει σχήμα σφαίρας με κέντρο τη γη. Με το να δέχεται την καταγωγή των γνώσεων από τις αισθήσεις, πλησιάζει πολύ τον υλισμό. Τέλος με την τυπική λογική βλέπει την αντικειμενική πραγματικότητα «στατικά» κι όχι μέσα στην αέναη μεταβολή και κίνησή της.

Είναι γεγονός ότι οι πολιτικές του αντιλήψεις διαφέρανε σε πολλά σημεία από τις πολιτικές θεωρήσεις του Πλάτωνα. Σ’ αντιπαράθεση με την άποψη του Πλάτωνα πως οι φιλόσοφοι πρέπει να ‘ναι οι βασιλείς, σημειώνει:

«Δεν είναι απλώς περιττό για ένα βασιλιά να ‘ναι φιλόσοφος, αλλ’ αποτελεί μειονέκτημα. Καλύτερα ένας βασιλιάς να συμβουλεύεται τους αληθινούς φιλοσόφους. Έτσι θα μπορούσε να γεμίσει τη βασιλική του εξουσία με καλές πράξεις κι όχι με καλά λόγια».

Μεγάλη είναι η συνεισφορά του στη φυσική φιλοσοφία. Μελέτησε την ύλη, τις μεταβολές, την κίνηση, το χώρο, το χρόνο και το διάστημα. Συνέβαλλε καθοριστικά στην ανάπτυξη και εξέλιξη της αστρονομίας -δίνοντας έμφαση στους κομήτες-, της χημείας -δίνοντας έμφαση σε ορισμένες διαδικασίες όπως η καύση-, της μετεωρολογίας -καθώς επιδόθηκε στη σπουδή των νεφών-, κι αναμφισβήτητα της μαθηματικής επιστήμης με τη συστηματοποίηση του αφαιρετικού-συμπερασματικού τρόπου σκέψης.

Στα κείμενα του Αριστοτέλη γίνεται, για πρώτη φορά στο πλαίσιο της αρχαίας φιλοσοφίας, λόγος για νομοθετημένη κοινή παιδεία (Πολιτικά θ 1337 α 33), γιατί μέσω αυτής της ομοιόμορφης διαδικασίας, όπως πίστευε ο Αριστοτέλης, ο άνθρωπος καθίσταται πολίτης, δηλαδή αποκτά τη δυνατότητα να «μετέχει κρίσεως κι αρχής», με τελικό αποτέλεσμα να «μετέχουν της πολιτείας πάντες οι πολίτες».

Η παιδεία, κατά τον Αριστοτέλη, συντελεί ώστε ο άνθρωπος-πολίτης να γίνεται «αγαθός, σπουδαίος και φρόνιμος». Τα χαρακτηριστικά του «σπουδαίου» είναι: α) «έκαστα κρίνει ορθώς» και διακρίνει «εν εκάστοις το αληθές» και β) η κατάκτηση της αρετής. Ο «σπουδαίος πολίτης φθάνει στην «ευδαιμονίαν». Οι θεμελιώδεις παράγοντες της παιδείας είναι «η φύσις, το έθος κι ο λόγος». Οι «σπουδαίοι» κι «ευδαίμονες πολίτες», αποτελούν τη βάση για την ευδαιμονία της πόλεως, αφού «η επιμέλεια πέφυκεν εκάστου μορίου βλέπειν προς την του όλου επιμέλειαν».

Πόσο επίκαιρες είναι οι θέσεις του για την απόκτηση της γνώσης στην κοινωνία της μάθησης; Είναι προφανής η δυσκολία απάντησης στο ερώτημα αυτό, ακόμη κι αν δεχθούμε πως η επιστήμη από την εποχή του Αριστοτέλη έχει κάνει σημαντικά βήματα επιδιώκοντας μια ορθολογική προσέγγιση της πραγματικότητας -αν κι είναι αμφίβολο αν έχει κατορθώσει μέχρι σήμερα να οδηγηθεί στη γνώση της αντικειμενικής πραγματικότητας- ενώ η γνώση προκύπτει από μια ατέρμονη διαδικασία μάθησης.

Οι θέσεις του Αριστοτέλη που αφορούν το επιστημολογικό (γνωσιολογικό) ζήτημα- αλλά και το οντολογικό (μεταφυσικό) και το ηθικό (αξιακό) -μας προσφέρουν σημαντικά εργαλεία ανάλυσης του διερευνώμενου ζητήματος, προκειμένου να οδηγηθούμε σε ουσιαστικές απαντήσεις. Ειδικότερα, ο Αριστοτέλης προσφέρει μια ολοκληρωμένη θεώρηση της νόησης και της μάθησης. Η θεώρηση αυτή, η οποία επεκτείνεται σε πολλά έργα του, δεν περιορίζεται μόνο στη διατύπωση των κανόνων της απαγωγικής και της επαγωγικής μεθόδου για την αναζήτηση της αλήθειας, αλλά προχωρεί και στον προσδιορισμό του σκοπού και του περιεχομένου της μάθησης, της αγωγής και της εκπαίδευσης.

Σκοπός της μάθησης, κατά τον Αριστοτέλη, είναι η επίτευξη της τελείωσης, η οποία έγκειται στην πραγμάτωση των ιδιαίτερων δυνατοτήτων της νόησης που διαθέτει ο άνθρωπος («εντελέχεια»). Η «τελείωση» του ανθρώπου, ταυτίζεται με την ευδαιμονία, η οποία δεν νοείται μόνο ως ευχαρίστηση ή ικανοποίηση από την απόλαυση υλικών ή πνευματικών αγαθών, αλλά ως ενέργεια της ψυχής η οποία τείνει προς την τελείωση με την κινητοποίηση του θεωρητικού και του πρακτικού νου προς την επιδίωξη του αγαθού. Ο άνθρωπος προβαίνει στην επιτέλεση των άριστων ενεργειών, που είναι οι διανοητικές και ηθικές αρετές, με την ενεργοποίηση της θεωρητικής και της πρακτικής νόησης. Η αγωγή, κατά συνέπεια, έχει ως αποστολή να συντελέσει στην πραγμάτωση του σκοπού της ύπαρξης, στην επίτευξη της ευδαιμονίας, ασκώντας στον άνθρωπο στην επιτέλεση της αρετής.

Η επίδραση των αρχών του Μεγάλου Σταγειρίτη φιλοσόφου Αριστοτέλη στη Φυσική και την Αστρονομία, σημειώστε ότι η γεωκεντρική -ανθρωποκεντρική θεώρηση του Σύμπαντος, διατυπωμένη από τη μεγαλύτερη, κατά γενική ομολογία, διάνοια όλων των εποχών, τον κύριο εκπρόσωπο των φυσικών φιλοσόφων Αριστοτέλη, έμοιαζε να εξηγεί τόσα πολλά, ώστε να κυριαρχήσει για σχεδόν 2.000 χρόνια. Οι πειραματικοί φυσικοί, με κύριο εκφραστή τους το Γαλιλαίο, κατέρριψαν τη γεωκεντρική άποψη του Αριστοτέλη, αλλά όχι και την ανθρωποκεντρική. Για τη διατήρηση του ανθρώπου στο κέντρο του Σύμπαντος, διατυπώθηκαν στη συνέχεια πολλές απόψεις μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, καθώς η επιστήμη της Αστρονομίας εξελίσσονταν ταχύτατα.

Σήμερα ο άνθρωπος, πλούσιος σε επιστημονικές γνώσεις για το Σύμπαν, επιχειρεί μιαν αλλιώτικη ανθρωποκεντρική προσέγγιση με τη διατύπωση της ανθρωπιστικής αρχής. Το ανθρωπιστικό αξίωμα, επηρεασμένο από την Αριστοτελική κοσμολογική φιλοσοφική θεώρηση, επιχειρεί να προσδώσει έναν ιδιαίτερο ρόλο στην παρουσία του Ανθρώπου στο Σύμπαν. [Περί γραφής]

Διαβάστε επίσης

Οι περιοδείες του φιλοσόφου Απολλωνίου Τυανέως

Πλάτων (427-347 π.Χ.)

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΜΙΣΤΟΣ ΠΛΗΘΩΝ

Η ΥΠΑΤΙΑ ΣΤΗΝ ΠΥΡΑ!!

ΕΛΛΑΣ

Share

Advertisements
This entry was posted in ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΣ, ΕΛΛΗΝΕΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ, ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ and tagged , , , , , , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.