Αλέξης Ελικιώτης: «4η ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ και 28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ»

ΠΡΟΕΡΓΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ 28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

Παλαιό είναι το αξίωμα κατά το οποίο «κυβερνάν εστί προβλέπειν». Ανήκει στην ηγετική δυάδα Βασιλέως Γεωργίου Β’ και Κυβερνήτου Ιωάννου Μεταξά η τιμή της ορθής προβλέψεως των διεθνών εξελίξεων και της ανάλογης προπαρασκευής της Ελλάδος, ώστε ο Λαός της και ο Στρατός της, έχοντας επικεφαλής την άξια της περιστάσεως πολιτική και στρατιωτική ηγεσία, να μπορέσουν να πραγματοποιήσουν το Έπος του ’40.

«Εμείς – λέγει ο Μεταξάς, απαντώ­ντας στην προσφώνηση του Γ. Κυρια­κού από μέρους του Υπουργικού Συμβουλίου, στις 7 Ιανουαρίου 1941 – δεν εδημιουργήσαμεν τας ηθικάς δυνάμεις τας οποίας αναπτύσσει σήμερα ο Ελληνισμός. Αύ­ται ήσαν μέσα του αλλά ήσαν εν μέρει εις λήθαργον, εκοιμώντο. Εμείς τας α­φυπνίσαμε, τας συντονίσαμε και τας ωθήσαμε προς τα εμπρός. Επομένως το έργο το ιδικόν μας ήταν έως εκεί. Το υπόλοιπον και το θαύμα το οποίον ε­πιτελείται είναι έργον του Ελληνικού Λαού. Γι’ αυτό έχει και την αξίαν του. Διότι έργα ενός ανθρώπου δεν έχουν α­ξίαν. Τα έργα του Λαού έχουν παμμεγίστην αξίαν. Είμαι βέβαιος ότι ο πό­λεμος αυτός, με την έκβασιν την οποί­αν είμεθα πεπεισμένοι ότι θα έχη -την Νίκην – θα δώση στον Ελληνικόν Λαόν νέαν έντασιν και θα του άνοιξη ακόμη περισσότερον τα φτερά του, για να πάη εμπρός…..». Για να κριθεί κατ’ αξίαν το επίτευγμα αυτής της προπαρασκευής σε συντομότατο χρόνο, χρειάζεται κάποια αναπόληση των όσων συνέβαιναν κατά την προ της 4ης Αυγούστου εποχή.

ΠΡΟΑΥΓΟΥΣΤΙΑΝΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ

Ο Αλέξης Ελικιώτης, διοικητής της ΕΟΝ

Η κατάσταση της Χώρας το 1936 δεν ήτανε ευχάριστη. Το κίνημα του 1935, τελευταίο στην ατέλειωτη σειρά των πραξικοπημάτων που ήταν ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της περιόδου ύστερα από τη Μικρασιατική Καταστροφή, φανέρωσε ολόκληρη την απελπιστική γύμνια της στρατιωτικής ετοιμότητας της Χώρας. Το Στράτευμα, κατατρυχόμενο από την ενδημική πια αρρώστια του παραγοντισμού, γνήσιου παράγωγου της αβασίλευτης, και αθεράπευτα επιδιδόμενο στην πολιτικολογία, είχε φθάσει σε επικίνδυνο σημείο αποδιοργανώσεως και παροπλισμού.

Από την άποψη της εσωτερικής πολιτικής καταστάσεως, είναι βέβαιο ότι αυτή πολύ απείχε από του να είναι ρόδινη. Η πολιτική ηγεσία στάθηκε ανίκανη να αναχαιτίσει το προοδευτικό ξέφτισμα των κομμάτων, που, ιδίως στη συνείδηση των νέων, είχαν γίνει αναξιόπιστα, ίσως και φαιδρά.  Η κατάρα του εθνικού διχασμού εξακολουθούσε να χωρίζει τα εθνικά κόμματα σε δυο ασυμφιλίωτα αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Προσδιοριστικό στοιχείο της πολιτικής αντιδικίας και του κομματικού ανταγωνισμού ήτανε πολύ περισσότερο οι καταβολές του διχασμού και τα προερχόμενα απ’ αυτόν συναισθήματα, παρά ουσιαστικές προγραμματικές διαφορές ή διαφωνίες στην αντιμετώπιση των ζωντανών προβλημάτων της Χώρας. Τα κατάλοιπα και οι προεκτάσεις του διχασμού τροφοδοτούσαν και κινούσαν τα πολιτικά πάθη και τις αντίστοιχες ιδεολογίες.

Παρά την παρουσία στο πολιτικό προσκήνιο αξιόλογων προσώπων με ηθική ακεραιότητα, πνευματικό ανάστημα και αξιοσημείωτες ικανότητες, γεγονός είναι ότι το 1936 η ανταπόκριση της πολιτικής ηγεσίας όπου και του όλου συστήματος στις περιστάσεις, ήτανε πολύ πενιχρή.
Η απουσία της δεσπόζουσας φυσιογνωμίας του Ελευθερίου Βενιζέλου από την πολιτική σκηνή, αναμφίβολα συνέτεινε αποφασιστική στη μετριότητα του επιπέδου της πολιτικής ζωής. Η κενόλογη μεγαλοστομία κι ο ψηφοθηρικός φατριασμός δεν αναπλήρωναν βέβαια την έλλειψη της σωστής εκτιμήσεως και συστηματικής αντιμετωπίσεως των προβλημάτων. Ούτε υπήρχαν ακόμα την εποχή εκείνη, οι εξειδικευμένοι επιτελικοί τεχνοκράτες, των οποίων οι γνώσεις θα αντιστάθμιζαν κάπως την παλαιοκομματική προχειρολογία.

Το κακό επιδεινωνόταν με τα κηρύγματα του ταξικού μίσους και την προδοτική συνθηματολογία του ΚΚΕ, που και τότε εύλογα σαγήνευε πολλούς αηδιασμένους και απογοητευμένους, ζωντανούς όμως, νέους. Χρησίμευε δε σαν καταφύγιο σε πλήθος δυστυχούντων συνανθρώπων μας, που κατόρθωνε να παραπλανά με μελλοντιστικές επαγγελίες σοσιαλιστικών τάχα παραδείσων.

Οι εκλογές του 1936 δεν έλυσαν το πολιτικό αδιέξοδο ούτε και κανένα άλλο θέμα. Η ακυβερνησία έμοιαζε να έγινε μόνιμο παρακολούθημα της πολιτικής καταστάσεως. Επί πλέον όμως, εκλείψαντος του Ελευθερίου Βενιζέλου, κατέστη δυνατή η περιβόητη συμφωνία Σοφούλη-Σκλάβαινα της 19ης Φε­βρουαρίου 1936, αφού πρώτα απέτυχε προσπάθεια παρόμοιας συναλλαγής των Λαϊκών με το ΚΚΕ. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα το ολιγάριθμο σε βουλευτάς ΚΚΕ να γίνει μέσα στην υπάρχουσα ακυβερνησία ρυθμιστής των πολιτικών πραγμάτων. Το γεγονός τούτο αναπότρεπτο ήταν να βαρύνει αποφασιστικά στις μετέπειτα εξελίξεις. Φυσικά το ΚΚΕ εκμεταλλεύτηκε έντεχνα και τις συντρέχουσες συγκυρίες.

Η οικονομία εξ άλλου της χώρας, που είχε επιτελέσει τον άθλο της απορροφήσεως και της παραγωγικής ενεργοποιήσεως του μεγαλυτέρου μέρους των Μικρασιατών συμπατριωτών μας, αν όχι και της πλήρους ακόμα αφομοιώσεως τους, παρέμενε κατά κύριο λόγο αγροτική. Βρισκόταν στην αρχή του εκσυγχρονισμού της και, κατά μεγάλο μέρος, τη χαρακτήριζε τότε η οπισθοδρομικότητα.

Πρόσφατα μόλις είχαν τεθεί από τους πρωτοπόρους της οι βάσεις της οικονομικοτεχνικής και βιομηχανικής αναπτύξεως της χώρας. Και ενώ η αιμορραγία της μεταναστεύσεως δεν είχε ακόμα πάρει ανησυχαστικές διαστάσεις, υπήρχε, εν τούτοις, ενδημική υποαπασχόληση και πολύς οικονομικός παρασιτισμός. Ομολογουμένως δεν είχε ακόμα συντελεσθεί η σημερινή τεράστια δημογραφική αλλοίωση, με τη συνεπακόλουθη της πλήρη μετατόπιση του κέντρου του πολιτικού βάρους της χώρας στις προκύψασες απάνθρωπες μεγαλουπόλεις, και το ρήμαγμα της υπαίθρου. Πάντως το παραγωγικό δυναμικό του τόπου παρέμενε σε χαμηλό επίπεδο αξιοποιήσεως.

Το εθνικό επίσης εισόδημα ήταν πενιχρό. Οι πλουτοπαραγωγικοί πόροι λιγοστοί, με περιορισμένη ανάπτυξη. Χαμηλό το γενικό βιοτικό επίπεδο. Η ποιότητα και η συνοχή της ελληνικής ζωής ήτανε όμως αφ’ ετέρου οπωσδήποτε από πολλές πλευρές, πολύ ανώτερη και αισθητά καλύτερη από τη σημερινή, ασυγκρίτως δε υψηλότερο το χαρακτηριστικό της ήθος. Ο σημερινός εκχυδαϊσμός των πάντων, η εξαχρείωση και ο κιτρινισμός που σήμερα διακρίνουν την ελληνική κοινωνική ζωή, ήταν άγνωστα τότε στην Ελλάδα. Η αλητοκρατία επίσης. Αλλά το φράγμα της οικονομικής καχεξίας δεν είχε ακόμη διασπασθεί. Η φτώχεια, η αρρώστια, η κακομοιριά, η αμορφωσιά, παίδευαν τον Τόπο.

Όπως είναι γνωστό, η οικονομικοτεχνική καθυστέρηση και κακοδαιμονία άρχισε ουσιαστικά να θεραπεύεται με τη βοήθεια και της τεχνολογικής εξελίξεως και της εξωτερικής   βοήθειας,   πολύ  αργότερα.   Ενώ πριν από το ’36 μόλις άρχισε  ν’ αποδίδει τους καρπούς της και η σπορά που έρριξαν οι πρωτεργάτες του εκσυγχρονισμού της οικονομίας μας. Εκείνη όμως την εποχή υπήρχε ακόμα οξύ κοινωνικό πρόβλημα, την άμβλυνση του οποίου μόλις επί των ημερών μας γνωρίσαμε με τη μαζική αποπρολεταριοποίηση του ελληνικού πληθυσμού, συνεπακόλουθη της οικονομικής αναπτύξεως και της προϊούσας ανακατανομής του συνολικού εθνικού εισοδήματος. Έτσι, με εξακολουθούσες επιπτώσεις από την παγκόσμια οικονομική κρίσητου ’29-30, και τη συνεχιζόμενη παρουσία πλείστων εξοργιστικών οικονομικών ανισοτήτων και νοσηρών διαρθρώσεων της οικονομίας, φυσικό ήτανε να υπάρχουν ισχυροί λόγοι κοινωνικής δυσφορίας και αναταραχής, που παρείχαν ιδιαίτερα πρόσφορο έδαφος για πολλαπλή πολιτική εκμετάλλευση. Και που εν πάση περιπτώσει επιδρούσαν αρνητικά επάνω στην ψυχική ενότητα του εθνικού συνόλου και την κοινωνική γαλήνη.

Από την άλλη μεριά όμως πρέπει να ομολογηθεί, ότι  εξ αιτίας και της δημογραφικής συνθέσεως, υπήρχε αντικειμενικά πολύ μεγαλύτερη δυνατότητα ποιοτικής επιλογής και ήρεμης ευθυκρισίας στον πολιτικό τομέα, απ’ όση σήμερα με τη γενόμενη μετακίνηση μεγάλου μέρους του πληθυσμού σε χαοτικές μεγαλουπόλεις. Άλλο ζήτημα κατά πόσον οι διάφοροι παράγοντες του δημοσίου βίου βοηθούσαν την αξιοποίηση αυτής της δυνατότητας.

Πάντως με τα ισχύοντα αντικειμενικά δεδομένα, σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε άλλη, ριζικά διάφορη, πραγματικότητα. Ένα πλήθος απροσάρμοστων και εκριζωμένων, μαζοποιημένων ατόμων, έχουν πολύ περισσότερο ειδικό πολιτικό βάρος από εκείνο που διαθέτουν οι ζυμωμένοι με τον τόπο τους και την ιδιομορφία του άνθρωποι. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση, πρόκειται για ένα άθροισμα αυτονόμων ολοκληρωμένων προσωπικοτήτων, δηλαδή λαού. Στην άλλη, έχουμε μιαν άμορφη μάζα, που εύκολα γίνεται όχλος, έρμαιο οποιουδήποτε πάθους και τυφλού φανατισμού και που στερείται δημιουργικότητας, πείρας και σοφίας.

Ο λαός μας ανέκαθεν υπήρξε ο θεματοφύλακας των αξιών του Νεοελληνισμού. Και το πνεύμα του τόπου μας είναι απαύγασμα της ανεξάντλητης σε ηθικό κάρπισμα λαϊκής ολότητας. Δεν είναι προϊόν πνευματικής κατεργασίας κάποιας περιορισμένης ελίτ. Γι αυτό αν ο λαός μας καταστεί όχλος, αλλοίμονο στον πολιτισμό μας…..

Στην περίπτωση της πολιτικής επενέργειας λαού επάνω στο δημόσιο βίο προάγεται η ρωμαλεότητα αυτού του βίου. Στην περίπτωση όμως πολιτικής επιρροής όχλου, ο κίνδυνος για τη γνήσια δημοκρατία είναι πρόδηλος. Η οχλοκρατία πάντα γέννησε την τυραννίδα. Η γνωστή αυτή αλήθεια και σήμερα ακόμα, ύστερα από τόσες πικρές εμπειρίες, λησμονείται στον Τόπο μας.

Αλλά, ας επανέλθουμε στο θέμα μας, την προ της 4ης Αυγούστου 1936 κατάσταση. Στον τομέα λοιπόν αφ’ ετέρου της δημόσιας διοικήσεως, η ανεπάρκεια ήτανε μόνιμη και εγγενής. Η απόδοση του κρατικού μηχανισμού χώλαινε απελπιστικά. Συντρέχοντος και του κομματισμού και της ασύστολης πολιτικής συναλλαγής, η αδυναμία της δημόσιας διοικήσεως γινότανε τόσο περισσότερο αισθητή, όσο μεγάλωνε ο ρόλος του κράτους και αυξανότανε οι αρμοδιότητες του στην καθημερινή ζωή. Και τόσο πιο επιζήμια καθίστατο η γενικότερη αναξιότης της πολιτείας. Η κατάσταση αυτή ήταν ενδημική από την ίδρυση του κράτους. Γνώρισε πρόσκαιρες μονάχα διακοπές. Δηλαδή επί Καποδίστρια, επί Τρικούπη, επί Ελευθερίου Βενιζέλου και, υστερότερα, επί Μεταξά. Δυστυχώς από τη σύσταση του Βασιλείου οι Νεοέλληνες, με τη βοήθεια των Βαυαρών, κατέστρεφαν τους «αυτογέννητους θεσμούς» τους, και πρωτίστως την κοινότητα. Και, αφού άφησαν ν’ ατροφήσουν πολλά θετικά στοιχεία της ιδιοτυπίας τους, αποδείχθηκαν ανεπαρκείς στη δημόσια οργάνωση και διοίκηση, εντελώς αντίθετα προς την αξιοσύνη που επέδειξαν στο χώρο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας.

Περιπτώσεις πραγματικής αποδόσεως στο δημόσιο τομέα σημειώθηκαν μονάχα κατά τις προαναφερθείσες περιόδους. Αλλιώτικα, ενώ ο σύγχρονος Έλληνας έχει σταθεί εξαίρετος ατομικός δημιουργός, άξιος επίσης στο επίπεδο της οικογένειας, του συνεταιρισμού και της κοινότητας, στην παραπάνω βαθμίδα ομαδικής δράσεως και οργανώσεως, και δη την πολιτική και την πολιτειακή, η αποτυχία του υπήρξε δυστυχώς κραυγαλέα. Τούτο, βέβαια συνυφαίνεται μερικώς με το φυλετικό χαρακτήρα του, μερικώς με την έλλειψη σωστής αγωγής.

Ο ΚΛΟΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ

Όσον τώρα αφορά, πέρα από κομματικούς φανατισμούς, στο πεδίο της πολιτικής ιδεολογίας, ως τομέα του ευρύτερου πνευματικού χώρου, τα κύρια χαρακτηριστικά του ήταν η σύγχυση, η αποθάρρυνση, η κόπωση και η αγχώδης προσπάθεια ενδοσκοπήσεως και επανεκτιμήσεως του λόγου υπάρξεως των Ελλήνων. Αυτό το κλίμα ήτανε άμεση απόρροια του συγκλονισμού που επέφερε η καταστροφή του 1922, με την οποία συντελέστηκε και η πραγματική τελευτή του Βυζαντίου. Η ίδια εσήμανε άλλωστε και τη θανή της Μεγάλης ιδέας, τουλάχιστον υπό την εδαφική της μορφή, που οιστρηλατούσε τον Νεοελληνισμό από την Εθνεγερσία και πέρα.

Συνυπήρχε αυτό το κλίμα μαζί με τη γενικότερη ρευστότητα ιδεών και πεποιθήσεων, τη χαρακτηριστική του Μεσοπολέμου, και με την αναζήτηση πειστικών υπερβατικών σκοπών. Η αμφιβολία, ή ακόμα χειρότερα η αδιαφορία, συνείχε πολλές ψυχές, έστω κι αν δεν είχε σημειωθεί ακόμα η γενική αμφισβήτηση ή απόρριψη που έγιναν συρμός στις τεχνολογικά εξελιγμένες κοινωνίες των ημερών μας. Ιδίως οι προβληματιζόμενοι νέοι κατά μεγάλο μέρος περιπλανιότανε απροσανατόλιστοι μέσα στη σύγχυση και την ερημιά. Οι μόνοι, ή σχεδόν οι μόνοι, που είχαν ξεκαθαρισμένες ιδεολογικές θέσεις, που με πάθος υποστηρίζανε, ήταν οι νεοφώτιστοι στο Μαρξισμό-Λενινισμό.

Η παρουσία και η επενέργεια της Ελληνικής Ιδέας, σαν ενεργοποιητικής δυνάμεως δημιουργικής ανταποκρίσεως στην πρόκληση της εποχής, παρουσιαζότανε  πολύ ατροφική και ασθενική, δίχως γονιμότητα, σαν παραλυμένη και αυτή από το απίστευτο φοβερό τράνταγμα του 1922. Μέσα στον πνευματικό αποπροσανατολισμό ακόμα και ο πατριωτισμός εθεωρείτο από πολλούς  αναχρονισμός! Και τούτο επετείνετο από τη διεθνιστική μαρξιστική-λενινιστική ιδεοληψία, και τις διδαχές του διαλεκτικού υλισμού, που, όπως πάντα καθυστερημένα, μαζί με τις θεωρίες του επιστημονικού σοσιαλισμού- εισβάλανε τότε ομαδικά στον ελληνικό πνευματικό χώρο.

Μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα ολόκληρη η πνευματική ελληνικότητα μας, το βαθύτερο πνεύμα της καθ’ αυτό Ρωμιοσύνης, είχε παραμεληθεί και περιφρονηθεί. Και τούτο προς χάριν κάποιου ρηχού κοσμοπολιτισμού, που σε κιβδηλότητα συναγωνιζότανε έναν φραγκολεβαντινισμό. εκπορευόμενο από κύκλους ξενοπλήκτων νεόπλουτων, που χωρίς κανένα πραγματικό τίτλο, αξίωναν να παίζουν ρόλο κοινωνικής ηγεσίας.
Η καθημερινότητα παρά τον εν πολλοίς ακόμα ειδυλλιακό της χαρακτήρα και την ποίηση της, κυλούσε έτσι χωρίς έξαρση και δίχως λεβεντιά. Αλλά με σαφή την τάση μιμητισμού αναφομοίωτων τρόπων ζωής και δοξασιών. Συντελείτο μ’ αυτόν τον τρόπο, ένα ολοένα μεγαλύτερο ξεμάκρεμα από τις πηγές της εμπνεύσεως και της αυτοχθονίας μας, και μια αύξουσα ξιπασμένη περιφρόνηση προς τη λαϊκή ψυχή, που με τις πανάρχαιες καταβολές της είναι, και, καθοριστική της πνευματικής μας αυτονομίας. Είναι αξιοπρόσεκτο ότι μέσα στη γενική αυτή ραστώνη και μοιροκρατία, ο τομέας της λογοτεχνίας, ήτανε ο μόνος στον οποίο σημειωνότανε πρωτοτυπία και αξιόλογα επιτεύγματα.

Στο χώρο των ιδεών και της πολιτικής σκέψεως, δεν είχε γίνει ακόμα την εποχή εκείνη επαρκώς αισθητή η φωτεινή παρουσία των διακεκριμένων εκφραστών του συγχρόνου ελληνικού ιδανισμού. Όπως του Τ. Ν. Θεοδωρακόπουλου, του Παναγιώτη Κανελλόπουλου ή και του Κωνσταντίνου Τσάτσου, που κατόρθωσαν έκτοτε, να δώσουν μορφή σε μια μεστή και άρτια νεοελληνική ιδεολογία, που έχει τις ρίζες της χωμένες βαθιά στη ζώσα χυμώδη πνευματική μας παράδοση, αλλά και την ενατένιση της στραμμένη προς τα μελλούμενα πεπρωμένα του Γένους, εμφορούμενη από βαθιά πίστη προς το Έθνος. Ο Μεταξάς κηρύσσοντας το 1934 μια συγχρονισμένη μορφή της Μεγάλης Ιδέας ήταν φωνή αδύναμη  (βλ. «Καθημερινή» 23/1/35).

Χωρίς λοιπόν να έχει οριστικά μολυνθεί ακόμα η ελληνική ζωή από την επενέργεια ξένων αποσυνθετικών προτύπων, είχε αρχίσει μία διαδικασία υποβαθμίσεως της και μονοσήμαντης νοθεύσεως του χαρακτήρα της. Αυτήν αγωνίστηκαν να προλάβουν στο γενικότερο πνευματικό χώρο οι φωτισμένοι εκείνοι Δάσκαλοι, ακτινοβολώντας σε κάποιον ευρύτερο κύκλο πολιτικά ενεργούν νέων, που έδειχναν πνευματική αγωνιστική διάθεση και που, εξόν από τους κομμουνιστές, ήταν οι μόνοι νεαροί μαχητές στο σύγχρονο ιδεολογικό στίβο.

Τα κηρύγματα του Ίωνα Δραγούμη, του Περικλή Γιαννόπουλου κλπ, οι παρακαταθήκες του Μακρυγιάννη, το μήνυμα του Σολωμού, του Κάλβου και του Παλαμά, οι υποθήκες του Σικελιανού και του Καβάφη, στη συνείδηση πολλών είχαν παραμεριστεί. Η προσφορά του Παπαδιαμάντη, αλλά και ο πλούτος ολόκληρης της ζωντανής δημοτικής παραδόσεως μας, είχαν παραμεληθεί. Ακόμα και οι ευεργετικές επιδράσεις του γνήσιου, ανόθευτου δημοτικιστικού κινήματος, είχαν απονευρωθεί. Αποξένωση και αδιαφορία απέναντι στις προαιώνιες ρίζες μας, διέκριναν την εποχή. Οι αρνητικές αυτές τοποθετήσεις και τάσεις δεν προσέφεραν όμως κανένα ουσιαστικό αντιστάθμισμα.

Η εσωτερική λοιπόν ιδεολογική ερείπωση στο πεδίο της εθνικής αυτοσυνειδησίας προχωρούσε σταθερά. Τα υποκατάστατα της κλονισμένης πίστεως στα εθνικά ιδανικά και πεπρωμένα, δεν ικανοποιούσαν. Άλλα απ’ αυτά τα υποκατάστατα ήταν είδωλα ψευδή, και άλλα αγοραία παρακολουθήματα της τρέχουσας συναλλακτικής της ζωής και της πολιτικής. Ταυτόχρονα, για πολλούς πρεσβυτέρους, η τραυματική εμπειρία του ’22, μαζί με το σύνδρομο ματαιότητας που τούτη γέννησε, παρέμεινε ατόφια. Στους νεότερους επέφερε κλονισμό της εθνικής πίστεως βαθύτατο.

ΕΠΙΤΕΥΓΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΒΟΛΗΣ

Μέσα λοιπόν σ’ αυτή την υποτονική μετριοκρατία, στο ψυχικό κενό και την πλαδαρή ασυναρτησία του 1936, που απεργαζόταν και τη γενική αποδιοργάνωση και ανεπάρκεια, η 4η Αυγούστου εμφανίστηκε, γεννηθείσα από τη χρεοκοπία του κατεστημένου και την κομμουνιστική απειλή, σαν μια από τα πράγματα ενδεδειγμένη διέξοδος. Και μάλιστα με ρωμαλεότητα, σύνεση και πνοή. Γι’ αυτό και πολλοί ήταν εκείνοι που, παρά τις επιφυλάξεις τους και τις διαφορετικές πολιτικές τους τοποθετήσεις, την δέχθηκαν σαν αναγκαία διαδικασία και χρήσιμο διορθωτικό της μόνιμης κακοδαιμονίας. Και πολλοί ήταν οι κοινοί πολίτες που ένιωσαν ανακούφιση.

Και πραγματικά. Για να μπορέσει να πραγματωθεί η 28η Οκτωβρίου συντελέστηκαν τότε, όσο το επέτρεπαν ο διαθέσιμος χρόνος, οι διαθέσιμες δυνάμεις και οι υφιστάμενες συγκυρίες, ορισμένα πραγματικά επιτεύγματα. Ανάμεσα σ’ άλλα και τα ακόλουθα σημαντικά,

1. Η αποκατάσταση της πρωταρχίας της εθνικής, και ειδικότερα της ελληνικής Ιδέας στη συνείδηση των Ελλήνων, σαν το κοινής αποδοχής σταθερό σημείο αναφοράς.

2. Συνεπακόλουθο αυτού η συστηματική καλλιέργεια υψηλού εθνικού φρονήματος και η τόνωση της εμπιστοσύνης του Έθνους στις δυνατότητες της σύγχρονης Ελλάδος. Αφ’ ετέρου η επανάκτηση της πίστεως στην αξιωσύνη του Έθνους και την αξία των ιδανικών του, και το ακμαίο ηθικό που δημιουργήθηκε, υπήρξε στοιχείο απαραίτητο προκειμένου το εθνικό σύνολο ν’ αποδυθεί σε υπέρτατο αγώνα, όπου τα πάντα διακυβεύονταν. Πνεύμα αυτοθυσίας, αγωνιστικό πάθος, και «ανδρώα αρετή» δεν επικρατούν εκεί όπου οι άνθρωποι δεν οραματίζονται και δεν οιστρηλατούνται εμπνεόμενοι από άξια και μεγάλα ιδανικά. Απόρροια αυτής της ζωντανής πίστεως και της εθνικής προπαίδειας τους υπήρξε και η ηρωική ορμή και η ακατάβλητη αυταπάρνηση των νέων της Ελλάδος, που είχαν ξαναπιστέψει στην ακατάλυτη αλήθεια της. Το Έθνος ξαναβρήκε τελικά τη νευρώδη αλκή του. το γνώριμο σ’ ώρες εξάρσεως παλμό του. Την ασυνθηκολόγητη αποφασιστικότητα του.

3. Η  εξασφάλιση  γύρω  από  την πρωταρχία της Εθνικής Ιδέας, της εθνικής ενότητας στη βάση, και του πειθαρχημένου συντονισμού στην κορυφή, όλων των εθνικών δυνάμεων. Και τούτο μ’ ένα μοναδικό σκοπό, την κατίσχυση του δικαίου μας και την εθνική επαγρύπνηση.

4. Η κάτω από στιβαρή ηγεσία ανασύνταξη, η κατά πολύ επαυξημένη απόδοση του κρατικού μηχανισμού και η εξυγίανση της δημόσιας διοικήσεως.

5. Η εμπέδωση της εμπιστοσύνης του απλού πολίτη προς το υπερκομματικό Εθνικό Κράτος, και ο, μερικός έστω, συνταυτισμός του μ’ αυτό, σε αντιδιαστολή προς την έμμονη, ραγιάδικη νοοτροπία που έβλεπε, πολλές φορές δικαιολογημένα, το Κράτος σαν εχθρό του πολίτη.

6. Η κατά το δυνατόν, και με τα μέτρα της εποχής, ανταπόκριση σε βασικά αιτήματα κοινωνικής δικαιοσύνης, βασικού συντελεστή εθνικής ενότητας, η ικανοποίηση πλείστων σχετικών αναγκών, και η ενεργή συμπαράσταση της Πολιτείας προς τον αγρότη, τον εργάτη και τους παραγωγικά μοχθούντες, με μια προοδευτικότητα και ευρύτητα σκέψεως αξιοσημείωτη για την εποχή.

7. Η συστηματική ανάπτυξη των πλουτοπαραγωγικών πηγών της Χώρας και η διαχείριση των πόρων της κατά τρόπο υπεύθυνο, τίμιο και ικανό να στηρίξει την πολεμική προετοιμασία στο μέτρο του δυνατού, με σωστή ιεράρχηση των προτεραιοτήτων και ορθή αξιολόγηση των συντελεστούν της προαγωγής της Οικονομίας.

8. Η κατά το εφικτό αρτιότερη στρατιωτική προπαρασκευή, και η δημιουργία απολύτως αξιόμαχου, από πάσης απόψεως, Στρατεύματος, απαλλαγμένου από τις τραγικές αδυναμίες που και άλλοτε είχαν υπονομεύσει την πολεμική προσπάθεια, την αποδοτικότητα και την αλκή των ενόπλων μας δυνάμεων, οι οποίες το 1936 βρισκότανε   ουσιαστικά σε διάλυση.

9. Η απερίσπαστη επίδοση του κοινωνικού συνόλου στην παραγωγική του δραστηριότητα, με προγραμματισμό και θεληματικότητα, και ουσιώδη περιορισμό των ποικίλων αποσυνθετικών διεργασιών και παρασιτικών κωλυσιεργιών.

10. Η διακήρυξη της οικουμενικής και κοσμοϊστορικής αποστολής του νέου Ελληνισμού σαν θεματοφύλακα και συνεχιστή της ελληνοχριστιανικής πολιτιστικής παραδόσεως για να έχει νόημα η ιστορική του πορεία. Αλλά ό,τι δίνει νόημα στην ύπαρξη υπαγορεύει και το χρέος στις δύσκολες ώρες, όπου αυτή διακυβεύεται!

Αυτή συνοπτικά υπήρξε, κατά το μέτρο του δυνατού και παρά πάσαν ανθρώπινη ατέλεια, η αναντίρρητη προσφορά της τεταρτοαυγουστιανής προσπάθειας στην ηθική και υλική προετοιμασία της Ελλάδος, για τον υπέρ πάντων αγώνα της, η συμβολή στον ηθικό και στον υλικό επανεξοπλισμό της. Η αξιολόγηση της προσφοράς είναι έργο της ιστορίας και προνόμιο της συνειδήσεως του Έθνους.

Εν πάση όμως περιπτώσει πεμπτουσία της παραμένει η ανυπότακτη, μονολιθική απόκρουση κάθε ιδέας συνθηκολογήσεως ή συμβιβασμού. Και η με πλήρη επίγνωση ανυποχώρητη εκ προοιμίων επιλογή του Ολοκαυτώματος σαν προϋπόθεση εθνικής επιβιώσεως.

Ενσυνείδητο, έμπρακτο ενστερνισμό του παραδείγματος και της διδαχής των Θερμοπυλών και της Πύλης του Αγίου Ρωμανού, του Μεσολογγίου και του Αρκαδίου, αποτέλεσε αυτή η ελεύθερη, ηθελημένη συμμόρφωση προς το Μείζον Χρέος σαν μόνου τρόπου τελικής σωτηρίας ή λυτρώσεως.

Έτσι, ο Ελληνισμόςεπιβεβαίωσε και πάλι το αδιάκοπο της συνέχειας του. Ο μεγαλύτερος σύγχρονος ποιητής μας, ο Οδυσσέας Ελύτης, έγραφε σχετικά, «…..Για τον ελληνισμό του αιώνα μας η δικαίωση αυτή ήταν η Αλβανία. Ε­κεί πάνω στα χιονισμένα καταράχια της Πίνδου, του Μοράβα και των Κεραυνίων, όπου ο φτωχός, ο πεινασμέ­νος, ο τσακισμένος από τις πορείες φα­ντάρος έρριχνε αψήφιστα τη χειροβομ­βίδα του και προχωρούσεν ακάματος με τη λόγχη μπροστά, εκεί δινόταν η συνέχεια μιας φωτεινής ιστορίας και συνάμα η λύσις ενός παλιού δράματος. Εκεί ξανάβρισκε με μιας το νόημα του ο αγώνας του ’21. Εκεί ωλοκλήρωσε το φωτοστέφανο της η δοξασμένη εποχή του ‘ 12-13. Εκεί ξεσπούσε, μετατοπι­σμένη εδαφικά, η αντεκδίκηση της μι­κρασιατικής υποχώρησης και λυνόταν το ψυχολογικό σύμπλεγμα που βάραι­νε τον τόπο από την εποχή της προ­σφυγιάς. Αλλά πάνω απ’ όλα εκεί ο λαός έδινε το μέτρο της ηθικής αντο­χής του, πρώτη φορά στην ιστορία ε­νωμένος σ’ ένα ενιαίο και αδιαχώριστο σύνολο».

Ο σύγχρονος Ελληνισμός δεν είναι παρά μια φάση, η πιο πρόσφατη, του ενιαίου από χιλιετηρίδες Ελληνισμού. Η απαρχή αυτής της παρούσας φάσε­ως ανάγεται στην πριν από την Άλω­ση εποχή, και φθάνει έως τις ημέρες μας. Αρχισμιλευταί της πνευματικής μορφής του συγχρόνου Ελληνισμού και πρωτομάστορες του ψυχικού του κόσμου στάθηκαν ο Πλήθων Γεμιστός και ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, συ­ναίρεση σοφίας και αρετής, πνευματι­κού και ηρωικού στοιχείου.

Το Έπος του 1940 δεν διέψευσε τις τολμηρές τους προσδοκίες, ούτε και τις εμπνευσμένες τους οπτασίες. Και καταφάσκει την βασική καταβολή του ενιαίου Ελληνισμού, την Ε λ ε υ θ ε ρ ί α.

«Τώρα χτυπάει πιο γρήγορα τα’  όνειρο μέσ’ το αίμα
τον κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει:
Ελευθερία
Έλληνες μες τα σκοτεινά δείχνουν το δρόμο:
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
Για σένα θα δακρύσει από χαρά ο ήλιος»
Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας, Οδυσσέα  Ελύτη. [Απόσπασμα απ’ το βιβλίο του Αλέξη Ελικιώτη «4η ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ και 28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ», Αθήνα 1979, Πηγή]

Διαβάστε επίσης

Εθνική Οργάνωσις Νεολαίας: Η ιστορία του Ελληνικού φαλαγγιτισμού

Ιωάννης Μεταξάς: Ένας Μεγάλος Ηγέτης

ΕΛΛΑΣ

Advertisements
This entry was posted in ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΣ, ΙΣΤΟΡΙΑ, ΤΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ '40 and tagged , , , , , , , , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.