Σίτσα Καραϊσκάκη: Το αλεξίπτωτο

Η αφίσα του ΓΕΣ για το 2011

Μιλούσε στη νεαρή γυναίκα του για το φευγιό και τα μάτια του ήτανε γεμάτα από μια παράξενη λάμψη. Σαν να πήγαινε για το πιο μεγάλο της ζωής του πανηγύρι. Την έσφιξε βιαστικά, σήκωσε ψηλά με τα δυο του χέρια το μικρό του αγόρι, το φίλησε γλυκά και γύρισε να φύγει. Κλείνοντας την πόρτα του κήπου άκουσε τη χαδιάρικη φωνή του γιου του, που του ‘δινε τη στερνή του παραγγελιά:

-Ένα αληθινό αρεοπλάνο να μου φέρεις, μπαμπά… τ’ ακούς;

Ο Αλέκος Φτέρης από δεκαπέντε μέρες ζούσε σαν σε παραμύθι. Γιατί παραμυθένιες ήτανε οι ελληνικές επιτυχίες και οι ελληνικές νίκες. Χωμένος μαζί με άλλους σε κάποιο δασάκι μιας βουνοπλαγιάς, όργωνε με το σιδερένιο πουλί του τον ουρανό πάνω από τις κορφές της Πίνδου, εκτελώντας πάντα με επιτυχία την αποστολή του. Δυο ήτανε τώρα πάνω εκεί οι αγάπες του. Η μηχανή του και ο γιος του. Ήξερε κάθε της καπρίτσιο, ένοιωθε κάθε της τίναγμα, σαν που ένοιωθε κάθε της δικής του καρδιάς χτύπο. Και ο γιος που του ετοίμαζε με τόση αφοσίωση το «αληθινό αρεοπλάνο» στις ώρες της λίγης του τώρα ησυχίας. Αξίζει τον κόπο να αγωνίζεται κανείς για τα παιδιά, για όλα τα παιδιά της πατρίδας, έλεγε συχνά στη γυναίκα του, όταν αυτή δειλά του φανέρωνε το φόβο της για τον ακράτητο ενθουσιασμό του.

Η αφίσα του ΓΕΣ για το 2006

Η αφίσα του ΓΕΣ για το 2006

Καθισμένος και ζωσμένος στη θέση του, άκουγε αυτή τη στιγμή τη μηχανή του να σκορπίζει στο γαλανό ουρανό το ρυθμικό της τραγούδι κι αναθυμόνταν τη χαδιάρα του παιδιού του φωνή, όσο κι αν ήτανε αυτά τα δυο πράγματα ασυμβίβαστα. Μέσα στην ψυχή του ζούσαν αδερφωμένα.

Πετούσε στη δεξιά φτερούγα του σμήνους, που προστάτευε. Τρία βομβαρδιστικά στη μέση και εξ καταδιωκτικά στα πλευρά τραβούσαν να χτυπήσουν ένα εχθρικό αεροδρόμιο. Ο Αλέκος Φτέρης δεν ξεχνούσε και τα παιγνίδια του. Κείνη τη μέρα ήτανε τόσο εύθυμος. Οι ελιγμοί του κινούσαν πάντα τον θαυμασμό των συντρόφων του και η απεριόριστη τόλμη του, του είχε δώσει τη φήμη καλού πιλότου.
Το σιδερένιο του πουλί ήτανε τελευταίου τύπου, γλήγορο και ελαφρό. Το αγαπούσε και το καμάρωνε. Ήτανε αληθινά ερωτευμένος μαζί του. Και κάθε φορά που γύριζε από κάποια επιδρομή, μόνον αυτό ‘παινούσε για τις επιτυχίες. Ποτέ δεν έλεγε λόγο για τον εαυτό του.

Όταν έφτασαν πάνω από το σκοπό προσπαθούσαν εχθρικά αεροπλάνα να τους επιτεθούν. Πετούσαν επίμονα δεξιά και αριστερά κι αγωνίζονταν να φθάσουν σε καλή θέση για ν’ ανοίξουν κανόνι. Σε λίγο η αερομαχία ήτανε στην φούρια της. Ο καθένας από τους Έλληνες πιλότους ανέλαβε έναν εχθρό. Ήτανε σαν μια μάχη «στήθος με στήθος».

Ο Φτέρης κρατώντας ανάλαφρα στα χέρια του τη ρόδα, έκανε αριστοτεχνικούς ελιγμούς, σαν να κορόιδευε διαρκώς τον αντίπαλο. Κάθε φορά, που οι επιτήδειες στροφές του φέρνανε τον εχθρό μπροστά στα κανόνια του, τον φιλοδωρούσε όπως έλεγε «με καρύδια και στραγάλια». Ήξερε ότι σ’ έναν τέτοιον αγώνα δεν πρέπει να προσπαθεί κανείς να ρίξει κυρίως τον εχθρό παρά να τον απασχολεί έως ότου τα βομβαρδιστικά τελειώσουν τη δουλειά τους, Γι’ αυτό η προσοχή του δεν ήτανε μόνο στον ατομικό του αντίπαλο στραμμένη. Παρατηρούσε κυρίως και παρακολουθούσε τις κινήσεις των μεγάλων πουλιών, που προστάτευαν, αυτός και τ’ άλλα καταδιωκτικά.

Μια στιγμή, που σαν γεράκι αρπαχτικό ζυγιάστηκε ένα εχθρικό πάνω από το κέντρο του σμήνους κι ήτανε έτοιμο ν’ αμολήσει τις βόμβες του, ορμά ο Φτέρης σαν ακράτητη σφεντόνα με τη μηχανή του και σημαδεύει τον εχθρικό πιλότο. Το αεροπλάνο έκανε μερικές βαρειές τούμπες στον αγέρα και με τρομαχτική ταχύτητα γκρεμίζονταν στο άπειρο. Ούτε και ο ίδιος ο Φτέρης μπορούσε να εξηγήσει πώς πέτυχε τον άθλον αυτόν, που έκανε να επιτύχει ο σκοπός της μέρας εκείνης.

Σ’ αυτή την αντάρα και την ορμή βρέθηκε ξαφνικά ο Φτέρης ανάμεσα σε μερικά εχθρικά αεροπλάνα, που οι άσπροι σαν γάλα καπνοί των πυρών των τον τύλιγαν σαν μέσα σ’ ένα πέπλο. Το μυαλό του Έλληνα πιλότου δούλευε εντατικά, ενώ τα χέρια του ψύχραιμα κρατούσαν το βολάν. Έπρεπε με κάθε τρόπο να τους διαφύγει και να επιτεθεί ξανά.

Γύρισε το πουλί του με το κεφάλι προς τα κάτω και με δαιμονική ταχύτητα πέφτει χίλια μέτρα προς τη γη, όπως συνηθίζουν να κάνουν την «κάθετο εφόρμηση» οι Έλληνες πιλότοι. Κάτωθέ του βλέπει να σκάζουν οι οβίδες των βομβαρδιστικών του σμήνους του ακριβώς πάνω στο εχθρικό αεροδρόμιο. Πάλι τα μάτια του γέμισαν από το παράξενο εκείνο φως.

Ένας άγριος αλαλαγμός ξέφυγε από το στήθος του κι ένα τρανταχτό γέλιο χάθηκε μέσα στη βοή της μηχανής του και το σκάσιμο των οβίδων.
«Θα γυρίσω πάλι και θα σου φέρω το αεροπλάνο, Κωστάκη, αληθινό…αληθινό…»

Δεν πρόφθασε όμως να τελειώσει τη φράση του και νοιώθει ένα τίναγμα της μηχανής του, που άρχισε τρομαχτικά να ρογχάζει και να τρέμει.
Ολόκληρο το αεροπλάνο τινάζεται σαν πληγωμένο πουλί.

«Μας χτύπησαν στη σύνδεση της μηχανής…» φωνάζει στο ακουστικό για το σύντροφο του πίσω. Μα αυτός έχει χτυπηθεί επίσης στην καρδιά, όπως και το χαλύβδινο πουλί τους και δεν απαντά.

«Αν δεν πάψουν τα τινάγματα, σε λίγες στιγμές θα αποσυντεθεί κι αλλού θα πάνε τα φτερά κι αλλού η ουρά του…»

Παίρνει ρηχά το βολάν για να ελαττώσει την ταχύτητα. Ξαφνικά μια φλόγα τον κυκλώνει. Πρόσωπο και χέρια τον πονούν φοβερά.

«Καίγομαι», φωνάζει. Δεν μπορεί ν’ ανοίξει τα μάτια.

Τυφλός! Ξεφωνίζει, παιδί μου… παιδί μου.

Και στη σκέψη αυτή δεν παραδίδει ακόμα τα όπλα. Ένα κύμα υπεράνθρωπου θάρρους τον πλημμυρίζει Έξω…έξω είναι η μόνη του σκέψη. Με το ένα του χέρι πετά την κάσκα από το κεφάλι και λύνει την πόρπη, που ήταν δεμένος στο κάθισμα. Όμως εκείνη τη στιγμή ένα εχθρικό αεροπλάνο τον πλησιάζει. Το καταλαβαίνει από τον κρότο του. Με μια αφάνταστη χειρονομία ρίχνει τη μηχανή του, που άρχισε να καίγεται, πάνω στο εχθρικό πουλί και σαν από ένα γιγάντιο χέρι σπρωγμένος, πέφτει στο κενό. Τυφλός στο άπειρο!

Δέκα… έντεκα… δώδεκα… μετρά μηχανικά. Το δεξί χέρι τραβά τον κρίκο του αλεξιπτώτου. Νοιώθει καλά πως το μικρό του βοηθητικό αλεξίπτωτο ξεπηδά από το πακέτο του. Μπλαφ… αντηχεί πάνω από το κεφάλι του. Ένα δυνατό τίναγμα τον τραβά προς τα επάνω. Το αλεξίπτωτο ξεδιπλώθηκε κανονικά, Τι θαύμα! Θεέ μου… σκέπτεται.

– Πόσο άραγε ψηλά να είμαι; αναρωτιέται.

Δεν μπορεί να το ξέρει αφού δεν μπορεί ν’ ανοίξει τα μάτια του. Και όμως είναι ανάγκη να υπολογίσει το ύψος για να κανονίσει την προσγείωση του.

Πάνω απ’ το κεφάλι του ακούει τα πολυβόλα. Ακόμα διαρκεί η αερομαχία; Αιώνες του φάνηκεν ο χρόνος. Κι όμως είναι μόλις μερικά δευτερόλεφτα που χρειάστηκαν για όλα αυτά.

Τακ…τακ…μια μηχανή περνά κοντά του. Η προπέλα με τον αέρα της τον κάνει να κινείται. Σε λίγο πάλι τακ…τακ…πσιτ…Από τον ιδιαίτερο ήχο γνωρίζει τον εχθρό.

– Οι άτιμοι, ψιθυρίζει πάντα με κλειστά τα μάτια, τώρα θα με βάλουν στο στόχο. Τώρα, που με βρίσκουν έτσι ανάμεσα ουρανού και γης ανυπεράσπιστο… Άνανδροι…

Με μια σπάνια οξύτητα αισθήσεων αντιλαμβάνεται ότι εχθρικά αεροπλάνα τον έχουν περικυκλώσει. Κάποτε τον αγγίζουν μάλιστα με τα φτερά τους κι αδειάζουν απάνω του τις δέσμες των.

Παράξενο! Πόσο ήσυχο νοιώθει τον εαυτό του! Έκανε το χρέος του. Κι αυτό του κάνει γλυκό το τέλος. Κάθε ίχνος συγκίνησης έχει περάσει.

– Περιμένω την άτιμη σφαίρα σας, φωνάζει σαν να θέλει να προσβάλει τον δειλό εχθρό.

Να πεθάνεις ανάμεσα ουρανού και γης, σκέπτεται, σαν πουλί που το λάβωσε στον αγέρα το βόλι. Καλός θάνατος…ο πιο καλός. Να ξέρει κανείς να πεθαίνει…αυτό είναι ωραίο. Και είναι τόσο ήσυχος που ούτε τους φριχτούς πριν πόνους νοιώθει τώρα.

Μα ξαφνικά οι θόρυβοι γύρω του έπαυσαν. Τι; Ακόμα το τέλος;

Δεν με πέτυχαν; Αυτοί οι γελοίοι τσαρλατάνοι, οι αρχάριοι, που ούτε έναν ακίνητο στόχο κι από τόσο κοντά δεν μπορούν να πετύχουν.
Σε λίγο όμως πρόσθεσε πικρά.

«Τώρα θα πέσω στην αιχμαλωσία». Και σκέπτεται ήρεμα και με απόφαση. «Μια σφαίρα θα ‘ναι καλύτερη. Σφαίρα; Ναι. Το ένα μου χέρι είναι γερό και το πιστόλι μου έχει την τελευταία του σφαίρα. Η γη θα ‘ναι κοντά, αλλιώς δεν θα μ’ άφηνε ο εχθρός».

Πάνωθέ του θροεί το μετάξι του αλεξιπτώτου, που το παρομοιάζει σαν το γλυκό θρόισμα, που έκανε κάποιο μεταξωτό φόρεμα της γυναίκας του. Κι ενώ λικνίζονταν ήσυχος πια και σχεδόν μακάριος μέσα σε γλυκές θύμησες, ένα χτύπημα τρομερό προς τη γη τον έκανε να χάσει σχεδόν τις αισθήσεις.

«Προσγειώθηκα. Μα δεν μπορεί να το πει κανείς εκείνο προσγείωση. Σεισμός και τρανταγμός ήτανε. Σαν το ποδόσφαιρο χτύπησα στη γης κι ανατινάχτηκα. Ένοιωθα τώρα τον άνεμο ως το μεδούλι, ως το τελευταίο μου κοκαλάκι. Με τραβούσε, με τίναζε και μ’ έσερνε πάνω από πρινάρια και από βράχια. Με υπεράνθρωπη δύναμη προσπαθώ να πιάσω τα σκοινιά. Δεν μπορούσα. Το αριστερό μου χέρι ήταν χτυπημένο. Τρομεροί πόνοι περνούσαν τις ωμοπλάτες μου. Η μια ήτανε σπασμένη. Με τραβούνε τα σκοινιά κι όλο χτυπώ από βράχο σε βράχο. Με το δεξί μου χέρι προσπαθώ να προστατέψω το κεφάλι μου. Νοιώθω τις δυνάμεις μου να μ’ αφήνουν. Ω, δεν έλεγε να τελειώσει εκείνο το σούρσιμο του θανάτου. Επί τέλους σταματά το τράβηγμα των σκοινιών. Ήσυχα κείτομαι στη γη ή κάλλιο κρέμομαι σ’ ένα πρινάρι. Το δεξί μου χέρι γαντζώθη σπασμωδικά στ’ αγκάθια του. Η φούχτα μου είναι υγρή από το αίμα.

Η αφίσα του ΓΕΣ για το 1992

Έτσι θα ‘θελα να μείνω εκείνη τη στιγμή ως να περάσω το κατώφλι της ανυπαρξίας. Με ξυπνούν όμως στην πραγματικότητα λυσσασμένοι οι πόνοι. Τι ήθελα; Και ξαναθυμήθηκα. Ας κάνω γρήγορα, σκέφτηκα, πριν να ‘ρθουν.

Το γερό μου δεξί χέρι ψάχνει στην απάνω τσέπη της φόρμας μου. Άδεια… Μια βλαστήμια ξεπήδησε από τα χείλη μου. Σε κάθε πτήση είχα μαζί μου το πιστόλι. Και κείνη τη μέρα γιατί; Γιατί; Ναι, θυμήθηκα…Πριν να ξεκινήσουμε, όταν έβαζα τη ζώνη του αλεξιπτώτου μ’ έσφιγγε πάνω στο στήθος και το έδωκα στο μηχανικό μου. Ποτέ δεν το είχα χρειαστεί. Στο ψάξιμο της τσέπης εκείνης βρήκα κάτι άλλο. Ήτανε τα κομμάτια του μικρού αεροπλάνου. Το ετοίμαζα στις στιγμές της ησυχίας μας για τον Κωστάκη.  Άφηκα το πιστόλι για να ‘χω μαζί μου το παιγνιδάκι του γιου μου. Αυτό ήτανε και η σωτηρία μου. Τ’ άλλα τα ξέρετε. Αντίς να πέσω στην αιχμαλωσία, με βρήκαν οι δικοί μας, που προχώρησαν σαν με φτερά».

Γύρω στο λευκό κρεβάτι του στρατιωτικού νοσοκομείου οι φίλοι του ηρωικού αεροπόρου Αλέξη Φτέρη και οι συγγενείς αφουγκράζονταν συγκινημένοι. Μόνο ο μικρός του γιος, ο Κωστάκης, έπιασε τα κιτρινωπά ξυλαράκια πάνω από το κομοδίνο λέγοντας στον πατέρα του πολύ σοβαρά:

– Και πότε θα τελειώσει τ’ αρεοπλάνο μου, μπαμπά;

– Πολύ σύντομα, Κωστάκη,

– Μα χρειάζομαι και «αλεξίπτωτο», προσθέτει στερνά από σκέψη.

– Χωρίς άλλο, παιδί μου, απαντά κι ο πατέρας με την ίδια σοβαρότητα.

– Τότε θα μπορώ πια να πετάξω κι εγώ, μπαμπά…

– Και συ θα πετάξεις για τον ίδιο σκοπό, παιδί μου, και συ… ψιθυρίζει ο ήρωας. Κι η γυναίκα του διέκρινε πάλι μέσα στα ξάστερα μάτια του εκείνη την παράξενη φλόγα.

Η Σίτσα Καραϊσκάκη γεννήθηκε στα Μοσχονήσια της Μικράς Ασίας, απ’ όπου έφυγε ως πρόσφυγας μετά την ήττα του 1922 κι εγκαταστάθηκε στη Μυτιλήνη…..Μετά το Γυμνάσιο γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και αργότερα συνέχισε τις σπουδές της στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου όπου ανακηρύχτηκε Διδάκτορας της Φιλοσοφίας…..συνέχισε τις σπουδές της στα Πανεπιστήμια Πράγας, Ζυρίχης, Βιέννης και Βερολίνου ενώ παράλληλα έγραφε βιβλία, μελέτες και άρθρα σε εφημερίδες και επιστημονικά περιοδικά της εποχής.
Παρακολούθησε στενά τον αγώνα του Χίτλερ για την κατάκτηση της εξουσίας κι ενστερνίστηκε άμεσα και βαθειά  τις εθνικοσοσιαλιστικές ιδέες…..

Το 1930 -χρονιά που ο Χίτλερ ανήλθε στην εξουσία- η Καραϊσκάκη ήταν σύμβουλος στο υπουργείο Προπαγάνδας και κυκλοφόρησε στα Γερμανικά το βιβλίο της «Το Τρίτο Ράιχ μέσα από τα γυαλιά μου» στο οποίο ανέφερε γεγονότα της εποχής και επιτεύγματα της εθνικοσοσιαλιστικής διακυβέρνησης…..Το 1934 προσπάθησε έντονα παρέα με τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρυσόστομο, τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας και τους Μητροπολίτες Λήμνου και Λέσβου, να υλοποιήσει μια μορφή πανευρωπαϊκής αντικομουνιστικής χριστιανικής συνεργασίας…..

Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936 στο Βερολίνο είχε τη διοργάνωση της Ελληνικής συμμετοχής από πλευράς τύπου και προπαγάνδας…..Το 1939 κυκλοφόρησε στην Ελλάδα από την «Εστία» το βιβλίο της «Ο γιός της Καλογριάς» στο οποίο παρουσίαζε τη ζωή και τη δράση του προγόνου της και ήρωα της Ελληνικής Επανάστασης Γεωργίου Καραϊσκάκη. Βιβλίο –που έγινε αμέσως λογοτεχνική επιτυχία- και την έκανε γνωστή  στα Ελληνικά γράμματα. Ήταν βασική αρθογράφος του περιοδικού της ΕΟΝ «ΝΕΟΛΑΙΑ» και συνεργάστηκε και μένα ακόμη περιοδικό της εποχής τη «ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ» του καθηγητή της Ανωτάτης Εμπορικής Ιωάννη Τουρνάκη που συγκέντρωνε έναν ευρύ κύκλο εθνικιστών διανοουμένων.

Στη «ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ» η Καραϊσκάκη δημοσίευσε διάφορα λογοτεχνικά κείμενα ξένων εθνικιστών συγγραφέων, μελέτες για τον Γερμανικό εθνικοσοσιαλισμό, την ισπανική Φάλαγγα, το εθνικοσοσιαλιστικό θέατρο και κινηματογράφο, ενώ τον Αύγουστο του 1937 δημοσίευσε ένα άρθρο για το βελγικό κίνημα των Ρεξιστών του Λεόν Ντεγκρέλ. Αρθρογράφησε ενάντια στους Ιταλούς στη διάρκεια του Έπους του ’40 και μετά την Γερμανική εισβολή ανέλαβε σύμβουλος Τύπου και Διαφώτισης στη γερμανική πρεσβεία στην Αθήνα και πραγματοποίησε πολλές πολιτικές ομιλίες απ’ το ραδιόφωνο…..

Λίγο πριν την απελευθέρωση έφυγε για τη Γερμανία όπου συνέχισε τη δράση της συνεργαζόμενη με την κατοχική εξόριστη κυβέρνηση Τσιρονίκου στη Βιέννη…..Καταδικάστηκε απ’  τα Ειδικά Δικαστήρια Δοσίλογων τρεις φορές σε θάνατο για την προπαγανδιστική της δράση, αργότερα όμως αμνηστεύτηκε…..Επέστρεψε στην Ελλάδα -μετά τον θάνατο του συζύγου της- το 1963 κι αφοσιώθηκε στη λογοτεχνία. Πέθανε στις 30 Απριλίου 1987 και σε αντίθεση με πολλούς επώνυμους λογοτέχνες δεν αποποιήθηκε ποτέ τις ιδέες της και τη σχέση της με τον εθνικοσοσιαλισμό. [Πηγή]

Διαβάστε επίσης

Στοιβαγμένα σε κούτες τα οστά των νεκρών του ’40!

28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940

28η Οκτωβρίου 1940: Ποιός είπε το ΟΧΙ;

ΕΛΛΑΣ

Advertisements
This entry was posted in ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΣ, ΙΣΤΟΡΙΑ, ΤΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ '40 and tagged , , , , , , , , . Bookmark the permalink.