Πατρινό Καρναβάλι του 1939: Η πρώτη Βασίλισσα του Πατρινού Καρναβαλιού, που τελικά ήταν… δύο.

Πατρινό Καρναβάλι του 1939«Ο απολογισμός της εφετινής Αποκριάς είναι πολύ τιμητικός διά την πόλιν μας. Το «Πατρινό Καρναβάλι» έγινε και πάλιν φίρμα πανελλήνιος, όπως ήτο και στην Παληά Πάτρα, οπότε μόνον με τα Καρναβάλια της Νικαίας ημπορούσε να συγκριθή», έγραφε στις 21 Φεβρουαρίου 1939 η εφημερίδα «Νεολόγος» των Πατρών, από τα ρεπορτάζ της οποίας σχηματίζουμε μια ικανοποιητική εικόνα για το Καρναβάλι της χρονιάς εκείνης. «Πλέον το Πατρινό Καρναβάλι γίνεται νέα παράδοσις και καθήκον επιβεβλημένον όλων των αρμοδίων είναι να συνεχίσουν συστηματικώς μέχρις ότου η Πατρινή Αποκρηά ξαναπάρη όλην την παλαιάν της λάμψιν», κατέληγε ο συντάκτης της εφημερίδας.

Από το 1910 και μετά, το Καρναβάλι της Πάτρας είχε πέσει σε παρακμή, εξ αιτίας των οικονομικών δυσχερειών, των συνεχών πολεμικών αναμετρήσεων, της πολιτικής κρίσης κλπ. Κάποιες προσπάθειες αναβίωσης της παλιάς ατμόσφαιρας έγιναν στα τέλη της δεκαετίας του ’30 – για να έρθει ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος και να ανακόψει την εξέλιξη του.

Πιο εντυπωσιακές ήταν οι εκδηλώσεις του 1939, οι οποίες μάλιστα κινηματογραφήθηκαν από τον γνωστό Έλληνα σκηνοθέτη Ορέστη Λάσκο, ο οποίος θα εγγυόταν «διά την καλλιτεχνικήν και εφάμιλλον των Ευρωπαϊκών εμφάνισιν της ταινίας, η οποία θ’ αποτελέση την καλυτέραν διαφήμισιν διά τα μελλοντικά Καρναβάλια των Πατρών», όπως σχολίαζε η εφημερίδα (Νεολόγος, 10.02.1939).

Η έναρξη του Καρναβαλιού έγινε το Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου – το προτελευταίο Σάββατο της Αποκριάς – με τα εγκαίνια της χορευτικής πίστας που κατασκευάστηκε ειδικά για την εορταστική περίοδο στο μέσο της πλατείας Γεωργίου από τον αρχιτέκτονα Ζεράρ Ναχνικιάν. Οι ηλεκτρικοί λαμπτήρες είχαν στολιστεί με ενετικούς φανούς, οι οποίοι, όταν άναψαν, «έδωσαν μίαν φαντασμαγορικήν όψιν, ενισχυομένην από τας φωτεινάς δέσμας των ηλεκτρικών προβολέων, και την έκτακτον λειτουργίαν των συντριβανίων. Σε δύο σημεία της πλατείας είχαν στηθεί μικρά μπαρ, τα οποία πωλούσαν κρασί και μπύρα με μεζέδες. Τα εγκαίνια πραγματοποιήθηκαν γύρω στις 7.30΄ το απόγευμα με την άφιξη της δημοτικής μουσικής, οπότε άρχισαν οι χοροί των μεταμφιεσμένων μέχρι τις 9 το βράδυ.

Μία μέρα μετά, στους δρόμους της Πάτρας βγήκε το άρμα της Βασίλισσας του Καρναβαλιού – η πρώτη Βασίλισσα στην ιστορία του Καρναβαλιού. Μέχρι την προηγούμενη χρονιά, το Καρναβάλι της Πάτρας διέθετε Πρίγκιπα, που στο τέλος καταδικαζόταν σε θάνατο στην πυρά! «Αναμιμνησκόμενος, φαίνεται, της αχαριστίας των υπηκόων του, απεφάσισε να… μην αναγεννηθή εκ της τέφρας του και έτσι η δυναστεία του Καρναβάλου έμεινεν ορφανή από άρρενας βλαστούς», διαβάζουμε στο «Νεολόγο» (14.02.1939).

Η επιλογή της «Βασίλισσας του Καρναβαλιού» έγινε από μαθήτριες της πόλης, ενώ το όνομα της τυχερής, αποτελούσε επτασφράγιστο μυστικό, μέχρι την ημέρα που θα έκανε την εμφάνιση του το άρμα της στους δρόμους της Πάτρας, ενώ το στέμμα της ήταν φτιαγμένο από λεπτό, γυαλισμένο μπρούτζο. Η παρέλαση ξεκίνησε στις 12 Φεβρουαρίου, στις 3 το μεσημέρι, υπό πολύ καλές καιρικές συνθήκες  – «σαν καλοκαίρι», έγραφε η εφημερίδα.

Επί κεφαλής της πομπής ήταν ο Μέγας Αυλάρχης φορώντας ειδική στολή και «χρυσό» – στην πραγματικότητα τενεκεδένιο – πέλεκυ, ενώ πίσω του και από απόσταση ακολουθούσε η μουσικής της τοπικής φασιστικής νεολαίας, που τα μέλη της ήταν ντυμένα Αρλεκίνοι – ας μην ξεχνάμε ότι εκείνη την περίοδο στη χώρα επικρατούσε η φασίζουσα δικτατορία του Ι. Μεταξά. Ακολουθούσαν οι σαλπιγκτές και οι τυμπανιστές της «Αυλής», που ήταν επίσης ντυμένοι ως Αρλεκίνοι, αλλά και ποδηλάτες, πιερότοι και οι αγγελιαφόροι των «Ανακτόρων».

Στην κεφαλή της κύριας «βασιλικής» πομπής βρίσκονταν άλογα που μετέφεραν τους.. συγγενείς της Βασίλισσας του Καρναβαλιού, η οποία ήταν καθισμένη στο θρόνο της και περιστοιχιζόταν από τις Κυρίες των Τιμών. Όπως διαβάζουμε, η πρώτη Βασίλισσα του Πατρινού Καρναβαλιού ονομαζόταν Μαριγούλα Σκαρπέτα, ενώ Κυρίες της Αυλής ήταν οι δεσποινίδες Τασία Λούτα, Φ. Κωνσταντίνου, Δημάκη και Μανεσιάδη.

Το άρμα της Βασίλισσας είχε κατασκευαστεί από το σκηνογράφο Ζαν Ραμό, που ήταν ο καλλιτεχνικός διευθυντής των εκδηλώσεων. Ο Ραμό είχε βρεθεί στην Πάτρα για τις ανάγκες του θιάσου Οικονόμου, αλλά του ζητήθηκε να παρατείνει την παραμονή του εκεί, προκειμένου να προσφέρει τις καλλιτεχνικές του υπηρεσίες στην οργάνωση του Πατρινού Καρναβαλιού. Άλλωστε, ο καλλιτέχνης είχε μια σχετική πείρα, καθώς την προηγούμενη χρονιά είχε συμβάλει στη διοργάνωση των αποκριάτικων εκδηλώσεων της πρωτεύουσας.

Πίσω από το άρμα της Βασίλισσας του Καρναβαλιού ακολουθούσαν πεζή οι διάφοροι φανταστικοί αντιπρόσωποι ξένων κρατών, αλλά και η προσκοπική μπάντα, που έκλεινε την πομπή. Τέλος, παρήλασε το άρμα της Παλιάς Πάτρας, που επίσης είχε κατασκευαστεί από τον Ζαν Ραμό. ΤΟ άρμα αυτό περιελάμβανε ένα παλιό σπίτι, κάτω από το οποίο ήταν συγκεντρωμένοι είκοσι τροβαδούροι – μέλη της χορωδίας «Ορφεύς» – και με τις κιθάρες τους έκαναν καντάδα στην «ωραία κόρη» της γειτονιάς, που τους παρακολουθούσε από το παράθυρο.

Η πομπή πέρασε από τις οδούς Μαιζώνος, Αγίου Νικολάου, Αγίου Ανδρέου, Γεροκωστοπούλου, επανήλθε στην πλατεία, εν συνεχεία πέρασε από τις οδούς Μαιζώνος, Αγίου Νικολάου και 4ης Αυγούστου, έκανε για τρίτη φορά το γύρο της πλατείας Γεωργίου Α΄, και τέλος διήλθε των οδών Μαιζώνος, πλατεία Όλγας, Κολοκοτρώνη, Αγίου Ανδρέου και Γούναρη καταλήγοντας στο σημείο της αφετηρίας.

Τις επόμενες μέρες – ή μάλλον βραδιές – η πόλη της Πάτρας γιόρταζε τις Απόκριες με χορούς είτε σε κλειστούς χώρους είτε στην ειδική πίστα της πλατείας Γεωργίου, ενώ στις 16 Φεβρουαρίου, ημέρα Πέμπτη, δόθηκαν βραβεία αξίας 250 δραχμών στους τέσσερις καλύτερα μεταμφιεσμένους – ένας που είχε ντυθεί Σαρλό, ένας κανίβαλος, ένας Μπελίρης με τη φυσαρμόνικα του και ένας μικρός φουστανελάς, που είχε διακριθεί στους παραδοσιακούς χορούς.

Το τελευταίο Σάββατο της Αποκριάς δόθηκαν κι άλλα βραβεία μεταμφιεσμένων – σ’ έναν πιερότο που χόρευε ρωσικούς χορούς, σ’ έναν καθηγητή, σε μια οικογένεια Βλάχων, σε κάτι Βεδουίνους και σε μια ομάδα βλάχων από τη Δημητσάνα. Το ίδιο βράδυ έγινε η βράβευση και της καλύτερα στολισμένης ταβέρνας της Πάτρας. Όλες ήταν στολισμένες συμμετέχοντας στο γιορτινό κλίμα. ενώ έξω από τα μαγαζιά είχαν τοποθετηθεί τραπέζια καφενείων για τους περαστικούς που δεν χωρούσαν στις ασφυκτικά γεμάτες εσωτερικές αίθουσες. Στη χειρότερη των περιπτώσεων, αν δηλαδή δεν έβρισκαν ελεύθερο τραπέζι, οι πολίτες «ηρκούντο να πίνουν εις το πόδι και να βρέχουν με μοσχούδι και κοκκινέλι τους μεζέδες που εκρατούσαν εις τα χέρια» (Νεολόγος, 21.02.1939).

Τα τρία πρώτα βραβεία αξία 1.500 δραχμών απονεμήθηκαν στις ταβέρνες Βασ. Παπαθωμά ή Κεφαλλωνίτη (Γηροκομείου 32), «Κανάλια της Βενετίας» του Ν. Μανωλόπουλου (πλατεία Όλγας) και «δημητσάνα» του Βασ. Τσουμπλέκα (Αγ. Ανδρέα-Κανάρη). Από χίλιες δραχμές απονεμήθηκαν στις ταβέρνες Μαρίνου Δεμαρτίνου (Μουρούζη 37) και Δ. Φιλιπποπούλου (Μουρούζη 33), ο οποίος μάλιστα είχε μεταβάλει την ταβέρνα του σε στάνη: σε μια γωνιά ψηνόταν ένα αρνί, σε άλλη ένας βοσκός έπαιζε με τη φλογέρα του, ενώ κορίτσια ντυμένα βλαχοπούλες κουβαλούσαν σταφύλια.  Τέλος, βραβεία 500 δραχμών δόθηκαν στις ταβέρνας των Διον. Μπότσαρη (Υψηλάντου-Κανάρη), Κων. Καλλίτση (Άστιγγος – Γαμβέτα 24), Γ. Μαρκοπούλου (Βότσαρη 41- Τάσι) και Π. Χειμώνα (Γηροκομείου 35).

Την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς του 1939, 19 Φεβρουαρίου, έγινε και η μεγάλη παρέλαση των αρμάτων. Αν και τις πρωινές ώρες είχε βρέξει, ο καιρός ήταν καλός κατά το μεγαλύτερο τμήμα της ημέρας, χωρίς να λείψουν και κάποιες ψιχάλες. Η πομπή σχηματίστηκε στα δημοτικά γκαράζ και διήλθε τρεις φορές από την πλατεία Γεωργίου, όπου βρισκόταν η ελλανόδικος επιτροπή, απαρτιζόμενη από το Νομάρχη κ. Πέπα, το Δήμαρχο κ. Ρούφο, τον αστυνομικό διευθυντή κ. Σαλταμαύρο, το διευθυντή της Νομαρχίας κ. Θεοδωράκη, τον πρόεδρο της Επιτροπής Αποκριάς κ. Τόφαλο και τα υπόλοιπα μέλη αυτής.

Επικεφαλής της πομπής ήταν ένας ιππέας κάου-μπόι, ακολουθούσε η Ιταλική μουσική με αποκριάτικες στολές και δό λαγοί με ξυλοπόδαρα. Στο κύριο τμήμα της πομπής, επικεφαλής ήταν το άρμα του Καρνάβαλου και ακολουθούσε η ακολουθία της Βασίλισσας της Αποκριάς (ιππείς, σαλπιγκτές, τυμπανιστές κλπ. με Μεσαιωνικές στολές) και κατόπιν το άρμα της Βασίλισσας. Όμως, για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο, η Βασίλισσα… άλλαξε και τη θέση της κατέλαβε η πρώην Κυρία των Τιμών, Τασία Λούτα, την οποία πλαισίωναν οι δεσποινίδες Ντίνα Μανεσιάδου, Τούλα Σπυροπούλου, Χρυσούλα Μόρφη και Νικολίτσα Κουντούρη, μαζί με τους αυλικούς Ντιντή Χρυσικόπουλο και Νικ. Γιαννόπουλο.  αν αναρωτιέστε τι απέγινε η πρώην Βασίλισσα της Αποκριάς, η Μαριγούλα Σκαρπέτα, βρισκόταν πάνω σ’ ένα άλλο άρμα, που ονομαζόταν «Άνοιξη με την ανθισμένη μυγδαλιά», και ήταν ντυμένη πεταλούδα.

Πίσω, ακολουθούσε το άρμα της Παλιάς Πάτρας, το οποίο ήταν είχε νέα, ωραιότερη εμφάνιση, καθώς είχε προστεθεί ένα φανάρι του γκαζιού και μια απλωμένη μπουγάδα έξω από το σπίτι, που συμβόλιζε την παλιά πόλη της Πάτρας. Εξάλλου, οι τροβαδούροι βρίσκονταν σε μια γόνδολα, απ’ όπου τραγουδούσαν τις καντάδες τους. Στη συνέχεια, στους δρόμους έκαναν την εμφάνιση τους και νέα άρματα: ο Καραγκιόζης μαχαραγιάς που με την οικογένεια του πήγαινε στην Ευρώπη για να επιβάλλει την ερήνη επιβαίνοντας σε ελέφαντα, η Άνοιξη, ένα φουτουριστικό σατιρικό άρμα με γαϊδούρια, ένα άρμα που σατίριζε τα νέα γυναικεία καπέλα του 1939, το άρμα της Πειραϊκής Πατραϊκής, , και άλλα πολλά σατιρικά άρματα, όπως η «υπερφυσική γυναίκα» που κουβαλούσε ένα σακί γεμάτο γαμπρούς, η «υπερφυσική νταντά με τα πεντάδυμα», η «δαμασθείσα πεθερά», ένα άρμα με Μίκι-Μάους κλπ.

Και όταν ολοκληρώθηκε η παρέλαση των αρμάτων ξεκίνησε ο σοκολατοπόλεμος. Ένα ταξί μετέφερε δύο ντομινοφόρους, οι οποίοι πετούσαν σοκολάτες στο πλήθος, ενώ τα παιδιά ακολουθούσαν κατά πόδας για να μαζέψουν ό,τι έπεφτε στο δρόμο. Στη συνέχεια εμφανίστηκαν και άλλα αυτοκίνητα και ο σοκολατοπόλεμος γενικεύτηκε. Η γιορτή ολοκληρώθηκε με το κάψιμο του άρματος που μετέφερε το Βασιλιά-Καρνάβαλο υπό τον ήχο πένθιμης μουσικής, αλλά και με λαμπαδηφορία «Μπαρμπερίνων», που ήταν τυλιγμένοι με λευκά σεντόνια, στα κεφάλια φορούσαν σαρίκια, ενώ στα πρόσωπα τους είχαν μουστάκια και μούσια. Αυτοί βγήκαν στους δρόμους της Πάτρας συνοδεία μουσικής στις 11 το βράδυ. [ola-ta-kala.blogspot.gr]

This entry was posted in ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΣ, ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ, Ν. Αχαΐας and tagged , , , , , , , , . Bookmark the permalink.