Λαύκος Πηλίου: Ένα μπαλκόνι στον Παγασητικό

Η βραδινή άφιξη δεν καταφέρνει να μας στερήσει την υπέροχη θέα από το Λαγοτράχι προς τον Παγασητικό κόλπο. Εντούτοις αφήνω τα παραθυρόφυλλα ανοιχτά, για να την απολαύσω με το πρώτο πρωινό φως. Το ίδιο που φωτίζει υπέροχα τον Λαύκο, το χωριουδάκι του νότιου Πηλίου που αγναντεύει τον Παγασητικό και τα νησάκια του, όπως τον Αλατά και το Παλαιό Τρίκερι.

Περιπλανιέμαι στα δρομάκια του. Πετρόκτιστα σπίτια, κεραμοσκεπές και άλλες παλαιότερες σκεπές με πηλιορείτικες πλάκες, απόλυτα φυσικοί ήχοι, το κελάηδισμα των πουλιών… άντε κι ένα νιαούρισμα. Οι αυλές γεμάτες ορτανσίες. Στέκομαι έξω από την πλέον ανθισμένη και, σχεδόν χωρίς να το καταλάβω, βρίσκομαι να πίνω τον ελληνικό καφέ μου συνοδευόμενο από γλυκό του κουταλιού καρύδι, μαζί με την κυρία Αθανασία και την κόρη της Βασιλική. «Εσύ κατέβαινες το μονοπάτι πριν από λίγο;» ρωτάει η κυρία Αθανασία και μου δείχνει ένα κενό ανάμεσα στα φυτά της που επιτρέπει στο δρομάκι να φανεί. Μαζί της ακούγεται η φιλόξενη όσο και άγρυπνη φωνή του χωριού, που τίποτα δεν της ξεφεύγει.

Δεν ξέρω αν υπάρχουν πλέον «καλά κρυμμένα μυστικά» όσον αφορά τουριστικούς προορισμούς, θα απαντήσω στη φίλη μας Μελίνα Κατσαλούλη, που μας ξενάγησε με ενθουσιασμό παιδιού σ’ αυτή την πλευρά του νότιου Πηλίου. Υπάρχουν σίγουρα τόποι ανόθευτοι από τον υπέρμετρο τουρισμό (παρά τη φυσική ομορφιά τους) και τις αλλοιώσεις που συχνά φέρνει στις τοπικές κοινωνίες.

Η καρδιά του Λαύκου χτυπάει στην πλατεία, μαζί με την καμπάνα της εκκλησιάς του, κοντά στο καφενείο του Εμμανουήλ Φορλίδα, που λειτουργεί αδιαλείπτως από το 1785. Υπήρξε κουρείο και καφενείο μαζί στο παρελθόν. Την εποχή που ο επάνω όροφος λειτουργούσε σαν χάνι, είχε φιλοξενήσει τον Παπαδιαμάντη ντυμένο καλογερόπαιδο, αλλά και τον Βάρναλη όταν ήταν λυκειάρχης στη γειτονική Αργαλαστή. «Εμεινε, τώρα, το χωριό μόνο του με τους παππούδες», σχολιάζει ο Φορλίδης για τον Λαύκο των 350 κατοίκων του χειμώνα και των 2.000 του καλοκαιριού. Ξαφνικά εμφανίζεται ο έκτος της παρέας και οι σκόρπιοι στα τραπέζια πελάτες αμέσως μαζεύονται γύρω από το τραπέζι της «δηλωτής» στο εσωτερικό του καφενείου.

Εμάς θα μας παρασύρει μαζί του ο Στάθης Σφονδυλιάς στην άλλη άκρη της πλατείας, στο Φάμπειο Μουσείο, για να απολαύσουμε τα απαλά χρώματα των πινάκων και τα αγάλματα του Θανάση Φάμπα. Αλλα φημισμένα παιδιά του Λαύκου είναι ο κιθαρίστας Δημήτρης Φάμπας και ο εικαστικός Αντώνης Ταβάνης. Με το όνομα του τελευταίου λειτουργεί το ιδιαίτερο Μουσείο Ραδιοφώνου με τη συλλογή που δώρισε ο Γερμανός Βίλφρεντ Σεπς.

Φτάνοντας στο Παλαιό Τρίκερι με το καραβάκι. (Φωτογραφία: Βασιλική Κεράστα)

Η παρουσία των ξένων, Ελλήνων και μη, υπήρξε ανέκαθεν ευεργετική για τον Λαύκο. Αγόραζαν και αγοράζουν σπίτια, αναπαλαιώνοντάς τα, δίνοντας νέα ζωή, έστω και για τον μισό χρόνο, στο χωριό που χτίστηκε μεταξύ 15ου και 16ου αιώνα και έχει γνωρίσει στο παρελθόν σημαντική οικονομική άνθηση. Ακόμα κατασκευάζονται περίτεχνες ξύλινες σκάλες και κουπαστές από καλούς τεχνίτες, ενώ κάποια μαρμάρινα μπαλκόνια εντυπωσιάζουν πάνω σε παλιά αρχοντικά.

Ενα υπέροχο μπαλκόνι του Παγασητικού ο ίδιος ο Λαύκος, μας οδηγεί με κάθε φυσικότητα σε μια σύντομη εξερεύνηση των πολλαπλών ακτών που αγναντεύουμε… Στη Μηλίνα για έναν καφέ ή τσίπουρο και μεζεδάκι δίπλα στη θάλασσα. Ακολουθούν πολλές μικρές παραλίες. Ξεχωρίζει εκείνη πριν από την Τζάστενη, ενώ ο Μαραθιάς με τους ατίθασους αέρηδές του ενδείκνυται για windsurfing. Στις Κότες τα ψαροκάικα πηγαινοέρχονται καθημερινά με φρέσκια ψαριά και, αν φτάσετε μέχρι τον Αλογόπορο, μόλις σε 10 λεπτά θα βρεθείτε στο Παλαιό Τρίκερι.

Ενα ιδιόρρυθμο νησάκι με μόνο 20 κατοίκους, η αρχαία Κικύνηθος, όπου προσάραξε η «Αργώ» του Ιάσονα και το οποίο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο υπήρξε τόπος εξορίας για περισσότερες από 500 γυναίκες και παιδιά. Δεσπόζει το Μοναστήρι της Ευαγγελίστριας, το οποίο στην ουσία ποτέ δεν λειτούργησε ως μοναστήρι, παρά τα περίπου 100 κελιά του. Ακόμη και σήμερα στα κελιά αυτά φιλοξενούνται επισκέπτες που αρκούνται σε πολύ βασικές παροχές έναντι αντιτίμου 10 ευρώ, ακολουθώντας την παράδοση που εγκαινίασε τη δεκαετία του ’60 η μυθιστορηματική προσωπικότητα του Αλφόνς Χοχάουζερ. Στον μοναστηριακό ιδιόρρυθμο αυτόν ξενώνα έχει φιλοξενηθεί και η Γκρέτα Γκάρμπο.

Οι ιστορίες του νότιου Πηλίου είναι ανεξάντλητες. Το ίδιο και οι ομορφιές του, όπως το καλντερίμι από τον Λαύκο στη Μηλίνα και οι πεταλούδες που μας ακολούθησαν σε όλη τη διαδρομή καθώς το κατεβαίναμε. Ή τα οκτώ χιλιόμετρα χωματόδρομου που οδηγούν σε τεράστια κυπαρίσσια και ελαιώνες, δίπλα στη μονή του Αγίου Αθανασίου του 1795. Παρεμπιπτόντως, ακόμα απορώ πόσους αιώνες ζωής μετρά το τεράστιο κυπαρίσσι της κεντρικής πλατείας.

Ο Λαύκος μάς κέρδισε τόσο πολύ με την πρώτη γνωριμία, που θα σταθεί μια καλή αφορμή για να επιστρέψουμε στο φυσικό τοπίο των μυθικών Κενταύρων, σε δάση από οξιές και καστανιές και σε όλα τα χωριά του νότιου Πηλίου που δροσίζονται από τη θέα και τις παραλίες τόσο του Παγασητικού κόλπου όσο και του Αιγαίου πελάγους.
[kathimerini.gr]

Advertisements
This entry was posted in ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΣ, ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ and tagged , , , , , , , . Bookmark the permalink.