Ο Αθηναϊκός γάμος στα χρόνια της Τουρκοκρατίας

ΠΡΟΞΕΝΗΤΡΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΞΕΝΗΤΑΔΕΣ… ΜΙΑ ΔΥΣΚΟΛΗ «ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ» ΑΠΟΣΤΟΛΗ…

Wedding_in_Athens

Αθηναία νύφη στα χρόνια της Τουρκοκρατίας (από το βιβλίο του Γάλλου ζωγράφου L.Dupre, «Voyage a Athenes et a Constantinople ou collection de portraits, de vues et de costumes grecs et ottomans peints sur les lieux, d`apres nature, lithographies et colories par L. Dupre eleve de David».

Το προξενειό αποτελούσε πάντοτε μια αρκετά δύσκολη «διπλωματική» αποστολή, για την οποία κυρίως αρμόδιες ήταν οι «προξενήτρες». Οι περιπτώσεις που τις σχετικές υποχρεώσεις αναλάμβαναν άντρες («προξενητάδες») είναι σχετικά σπάνιες, ενώ σχεδόν ελάχιστα υπήρξαν τα συνοικέσια που γίνονταν χωρίς τη μεσολάβηση κανενός, με απευθείας επαφή και συνεννόηση των ενδιαφερόμενων.

Τα καθήκοντα της προξενήτρας ήταν σημαντικά. Βασικά έπρεπε να προβάλλει, στο οικογενειακό περιβάλλον της νύφης, τα σωματικά, διανοητικά, ηθικά και περιουσιακά προσόντα του γαμπρού. Σ’ αυτόν πάλι, αν η πρόταση είχε ευνοϊκή υποδοχή, όφειλε να εξυμνήσει τα διάφορα χαρίσματα της νύφης, με τρόπο πειστικό. Βέβαια ο νέος θα έβλεπε τη μέλλουσα γυναίκα του για πρώτη φορά στην τελετή του γάμου και αν οι πληροφορίες της προξενήτρας αποδεικνύονταν λαθεμένες, είχε απλώς «ατυχήσει». Η μελλόνυμφη εμφανίζεται πιο «τυχερή»… Μπορούσε να δει τον «καλό» της πίσω από τα «καφάσια» (δικτυωτά) του παραθύρου της. Ο τελευταίος φρόντιζε να τριγυρίζει στο δρόμο της — προσέχοντας να μη δώσει τροφή στα κουτσομπολιά της γειτονιάς — και επιδείκνυε, εκτός από το παράστημα του, τα καλά ρούχα, τον «τζουμπέ» (είδος φεσιού), το «καλπάκι» και την καινούρια «ποδεμιά» του (παπούτσια). Η πρόταση γινόταν αρχικά προς τη μητέρα της νύφης. Αν αυτή δεχόταν (με την επιφύλαξη ότι η τελική απόφαση ανήκε στον «αφέντη» της), τότε η προξενήτρα έφευγε σούρνοντας το πασουμακι της, ευχόμενη με τον τρόπο αυτό ανάλογη τύχη και στις άλλες ανύπαντρες κοπέλες του σπιτιού.

Στη συμφωνημένη μέρα ξαναγυρνούσε κι αν η απάντηση του «αφέντη» ήταν καταφατική, έπαιρνε απ’αυτόν την «κόπια», δηλαδή το σημείωμα με τον κατάλογο των προικιών, και το παράδινε στο σπίτι του γαμπρού… Αν η απάντηση των γονιών της νύφης ήταν αρνητική, η απόρριψη γινόταν με πλάγιο, ευγενικό και επιδέξιο τρόπο, έτσι ώστε να μη δημιουργηθούν παρεξηγήσεις και εχθρότητες. Συνήθως οι γονείς του κοριτσιού αποκρίνονταν: «καλός και άξιος ο γαμπρός, δε λέμε, αλλά δεν έχουμε καιρό…», «αν είναι της τύχης θα γίνει» κ.λπ.

Σε κάθε περίπτωση, η προξενήτρα τύχαινε περιποιήσεων από όλους, μια και η «κακογλωσσιά» της ήταν αρκετά επικίνδυνη (αλίμονο στις κοπέλες που θα «έπιανε στο στόμα της»). Η απότομη, εξάλλου, απόρριψη της πρότασης ή η βίαιη αποπομπή της προξενήτρας, μπορούσαν να οδηγήσουν σε άλλες δυσάρεστες περιπλοκές (χαρακτηριστικό είναι και το τραγούδι για τον «Πολίτη πραμματευτή» που έκλεψε την «ξανθομαλλούσα την Αθηνιά» γιατί τους «προξενητάδες τους διώξανε και τις προξενήτρες τις σπρώξανε»...).

τουρκομαχαλάς της ΑκρόποληςΟ τουρκομαχαλάς της Ακρόπολης στα 1810. Διακρίνεται το τζαμί που ήταν χτισμένο στον Παρθενώνα.

Η ΚΟΠΙΑ, Η «ΕΥΧΗ ΤΩΝ ΓΟΝΕΩΝ» ΚΑΙ… Η ΠΡΟΙΚΑ

Η κόπια, το σημείωμα δηλαδή για την προίκα, γραφόταν από τον πατέρα της νύφης ή — αν αυτός ήταν αγράμματος — από τον παπά. Το χαρτί είχε συνήθως μακρύ σχήμα και στο πάνω μέρος του υπήρχε το σημείο του σταυρού, ενώ στις τέσσερις άκρες του τα αρχικά ΙΣ.ΧΡ.ΝΙ.ΚΑ (Ιησούς Χριστός Νικά). Στα προκαταρκτικά υπήρχε κάποιο τυποποιημένο θρησκευτικό ευχολόγιο και ακολουθούσε και η «ευχή των γονέων». Το κυρίως κείμενο άρχιζε με τη φράση «Καγώ δίδω εις την κόρην μου… προίκα» και ακολουθούσε ο κατάλογος των προικιών, όπου και γινόταν διάκριση ποια προσφέρονταν από τον πατέρα και ποια από τη μητέρα. Το έγγραφο έκλεινε με νέα «ευχή των γονέων» και — πολλές φορές — με άλλες θρησκευτικές ευχές.

Μετά την πλήρη συμφωνία ανάμεσα στις δύο οικογένειες ως προς το ύψος της προίκας, οι συμπέθεροι έδιναν τα χέρια, αμοιβόταν η προξενήτρα και ξεκινούσε η διαδικασία του προικοσύμφωνου. (Σημείωση: στην «Ιστορία των Αθηναίων» ο Καμπούρογλου διευκρινίζει ότι αντί για «κόπια», ορθότερος είναι ο όρος «ξωφύλλι»). Κάπου τρεις μέρες πριν από το γάμο γινόταν η πρόσκληση του «νοτάριου» (αξιοσέβαστου Αθηναίου που ασκούσε καθήκοντα συμβολαιογράφου), ο οποίος ερχόταν κουβαλώντας και το επίσημο Βιβλίο Προικοσυμφώνων. Μαζί με τον κουμπάρο, τον παπά και μερικούς μάρτυρες εκτιμούσε την προίκα, έγραφε την κόπια στο βιβλίο και υπέγραφε.

Ακολουθούσαν οι υπογραφές του παπά, των συμπέθερων, του νονού του γαμπρού, του γαμπρού και των μαρτύρων. Να και ο τύπος ενός αρκετά παλιού προικοσύμφωνου:

«1750 Σεπτεμβρίου 16
Η προικοπαράδοσις της νεόνυμφης Ευδοκίας όπου της παραδίδει ο αυθέντης της σιορ Μπενάρδος Καπετανάκης.
Αρχής κασέλα μία… (ακολουθεί ο κατάλογος των προικώων… και η ευχή των γονέων).
Τάσσει δε και ο Θεοδωρής Σπανός της συμβίας του Ευδοκίας δια προγαμιαί αυτής δωρεάν γρόσια τον αριθμόν εξήκοντα ένα και την ευχήν των γονέων. Αμήν.
(Ακολουθούν οι υπογραφές, με τη συμπλήρωση «βεβαιόνω»)
ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ
νοτάριος της Πολιτείας»

Μετά την υπογραφή του προικοσύμφωνου, αναχωρούσε ο νοτάριος και οι συγγενείς έραιναν (ασήμωναν) τα προικιά.

Η ΕΠΙΔΕΙΞΗ ΤΩΝ ΠΡΟΙΚΙΩΝ

Τα προικιά τοποθετούνταν με προσοχή στο μέρος που θα γινόταν το ράντισμα. Τα παπλώματα, τα στρώματα, τα μαξιλάρια, οι πετσέτες κ.λπ. αποτελούσαν το «γιούκο».. Τα πολυτελή ρούχα τα κρεμούσαν σε σχοινί που είχε τοποθετηθεί διαγώνια στην αίθουσα. Σε κάποιο μέρος βρίσκονταν τα «λουτρίκια» (τα δώρα του γαμπρού), εκτός από τη «λουτρομπόλια» (που την κεντούσε η νύφη). Στα λουτρίκια περιλαμβάνονταν και τα «λαλούνια», ένα είδος ψηλών τσόκαρων για το λουτρό (για να περπατήσει η νύφη μ’αυτά έπρεπε να την κρατούν), καθώς και η ασημένια ταμπακιέρα με τα σύνεργα καλλωπισμού (είχε καθρέφτη, τσιμπιδάκι και «σουρμεντένι» — το τελευταίο για το βάψιμο των βλεφαρίδων και γενικότερα των ματιών).

Η Αθήνα του 1810Η Αθήνα του 1810 (άποψη από την περιοχή όπου σήμερα βρίσκεται η συνοικία της Ακαδημίας Πλάτωνα).

Τα δώρα του γαμπρού έρχονταν σ’ένα χάλκινο γανωμένο ταψί με όμορφες διακοσμήσεις, το «σινί». Εκεί μέσα ο γαμπρός έβαζε, ακόμα, χρήματα, χτένια, λευκό σαπούνι, κίνα κ.λπ. Ισως θα πρέπει να διευκρινιστεί εδώ ότι η τόση αναφορά στο λουτρό, οφείλεται στο ότι αποτελούσε τότε το μόνο δημόσιο χώρο στον οποίο εκδηλωνόταν μια κάποια κοινωνική παρουσία της γυναίκας και φυσικά μόνο με άλλες γυναίκες, μια και οι δημόσιοι περίπατοι ήταν τότε απαγορευμένοι γι’αυτήν. Εκεί μόνο μπορούσε να ανταλλάξει ορισμένες κουβέντες και να επιδείξει τα «τιμαλφή»). Ανάμεσα στα λουτρίκια τοποθετιόταν και ένα μεταλλικό δοχείο, το «τάσι», που κάτω από συνηθισμένες συνθήκες χρησίμευε απλώς για να ρίχνουν μ’αυτό νερό στο λουόμενο ή να φτιάχνουν σαπουνάδα. Σ’αυτό το δοχείο γινόταν το ράντισμα, έριχναν δηλαδή οι επισκέπτες τα δώρα τους (χρήματα, κοσμήματα κ.λπ.). Στα προικιά περιλαμβάνονταν και τα ασπρόρουχα του γαμπρού. Τα πουκάμισα έπρεπε να είναι άκοπα στο λαιμό και στο στήθος, έτσι ώστε να αποδεικνύεται πως δεν είναι μεταχειρισμένα…

ΜΕ ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΣΤΟ ΧΑΜΑΜ…

Δύο μέρες πριν από το γάμο γινόταν η μετάβαση των μελλόνυμφων στο λουτρό. Μη φανταστούμε όμως πως συναντιόντουσαν εκεί… Στο λουτρό οι άντρες πήγαιναν το πρωί και μπορούσαν να μείνουν μέχρι το μεσημέρι, οπότε οι «χαματζήδες», χτυπώντας δυνατά τα τάσια, τους ειδοποιούσαν ότι πρέπει να φύγουν. Στη συνέχεια έρχονταν οι γυναίκες, αλλά το απόγευμα — αυτή τη φορά τα τάσια τα χτυπούσαν οι «λουτράρισες» — έπρεπε να γυρίσουν στα σπίτια τους. Ο γαμπρός πήγαινε πανηγυρικά στο λουτρό, συνοδευόμενος από συγγενείς και φίλους και μετά γυρνούσε στο σπίτι, περιμένοντας την ημέρα του γάμου.

Μετά πήγαινε η νύφη, συνοδεία οργάνων, στολισμένη, και μαζί με τους ηλικιωμένους συγγενείς της. Στο κεφάλι της φορούσε ένα λεπτό μαντήλι λευκό, το «σουλούκι», που κάλυπτε σχεδόν όλο της το πρόσωπο. Την περίμεναν παραταγμένες οι λουτράρισες. Η προϊσταμένη τους, η «χαματζήνα» (συνήθως Οθωμανίδα), την έπαιρνε από το χέρι και την οδηγούσε μέσα, για να δεχτεί τις ποικίλες περιποιήσεις του λουτρού… Στη συνέχεια η νύφη επέστρεφε στο πατρικό της, περιμένοντας και αυτή τη μεγάλη μέρα.

Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΩΝ ΠΑΡΘΕΝΩΝ

Το απόγευμα της ίδιας μέρας, οι φιλενάδες της νύφης συγκεντρώνονταν στο σπίτι της για να γιορτάσουν. Η γιορτή αυτή ονομαζόταν τουρκικά «κινά γκεγκέσι» (κινάς ήταν βαφή που τη μέρα εκείνη επιτρεπόταν να χρησιμοποιήσουν οι κοπέλες) και γινόταν χωρίς φυσικά την παρουσία αντρών. Οι φιλενάδες τραγουδούσαν, έλεγαν αστεία και πειράγματα, κουτσομπόλευαν, χόρευαν και αποχαιρετούσαν τη νύφη με το τετράστιχο: «να ζήσει να γεράσει / και να ασπρομαλλιάσει / να κάνει γιους περίσιους / και πλούμα δεχατέρα». Μετά γυρνούσαν «συνοδεία» στο σπίτι τους. Φυσικά απαγορευόταν να παραστούν στην τελετή του γάμου.

Το «σεργούτσο» με τις πούλιεςΤο «σεργούτσο» με τις πούλιες

ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΠΡΙΝ ΤΟ ΓΑΜΟ…

Την παραμονή του γάμου παραδίνονταν τα προικιά. Λίγο πριν από τη μεταφορά τους στο σπίτι του γαμπρού άρχιζαν να παίζουν τα βιολιά και τα λαούτα, στη συνέχεια τα προικιά φορτώνονταν σε ωραία άλογα (πάντοτε μονά στον αριθμό), τα οποία συνήθως παραχωρούσαν οι Οθωμανοί Αθηναίοι στους συμπολίτες τους (αναφέρεται ότι ποτέ δε δέχονταν αμοιβή γι’ αυτήν την εκδούλευση). Η πομπή προχωρούσε αργά και επίσημα και στη διάρκεια της πορείας της ο κόσμος πετούσε ρύζι και βαμβακόσπορο και έδινε ευχές. Κοντά στο σπίτι του γαμπρού τα όργανα άρχιζαν πιο γρήγορους σκοπούς — ταξίμια — που σκόρπιζαν γενική ευθυμία.Τέλος τα προικιά μεταφέρονταν σε ιδιαίτερο δωμάτιο, που το κλείδωνε ο κουμπάρος και παράδινε το κλειδί — μετά το γάμο — στο γαμπρό.

Το απόγευμα της παραμονής του γάμου πήγαινε στο σπίτι της νύφης η λουτράρισα. Εκεί έλουζε την κοπέλα και της έπλεκε τα μαλλιά σε πολλές μικρές πλεξίδες, φτιάχνοντας τα «πισκιούλια» (είδος κόμμωσης, που κατέληγε σε κρόσια από μαλλί, μετάξι και χρυσά νήματα). Όταν αυτή έφευγε άρχιζε το έργο της η «στολίστρα», πραγματική τεχνήτρα της εποχής. Αυτή φρόντιζε κυρίως για το «ξεχνούδισμα ή ξούρισμα» της νύφης, που γινόταν είτε με κάποια ιξώδη ουσία, το «σαμζακήζι», είτε με λεπτό γυαλί που κατέληγε σε κόψη, τον «αθέρα».

Μετά γινόταν ο υπόλοιπος καλλωπισμός του προσώπου, που αποτελούσε πραγματική δοκιμασία για τη μελλόνυμφη. Το ίδιο απόγευμα, οι στενότεροι συγγενείς της νύφης, όσοι δεν είχαν παντρευτεί για δεύτερη φορά, πήγαιναν στο σπίτι του γαμπρού για να στρώσουν το κρεβάτι. Το ραίνανε με ζαχαρικά και κάτω από το μεγάλο μαξιλάρι βάζανε εννιά αμύγδαλα δεμένα σε μαντήλι (για να κάνει η νύφη εννιά γιους). Ανάμεσα στα στρώματα τοποθετούσαν ένα ανοιχτό ψαλίδι (για να κοπούν οι «κακιές γλώσσες», οι κατάρες, τα μάγια, τα ματιάσματα κλπ. και ένα κομμάτι από δίχτυ, ενός ψαρά που δεν ψάρευε πια (φυλαχτό για τα παιδιά που θα γεννιούνταν). Με το ξημέρωμα της μέρας του γάμου θα έπρεπε να αρχίσει το στόλισμα της νύφης…

ΠΩΣ Η ΝΥΦΗ ΓΙΝΟΤΑΝ ΟΜΟΡΦΗ…

Με την ανατολή της ημέρας του γάμου ξανάρχονταν στο σπίτι της νύφης η στολίστρα και ορισμένοι συγγενείς της. Η πόρτα έκλεινε — στη συνέχεια — και έμπαινε το «γκάγκαρο» (σύρτης). Πρώτη δουλειά της στολίστρας ήταν να παρασκευάσει (χρησιμοποιώντας διάφορες φυτικές ύλες) μια μαύρη μπογιά, με την οποία έβαφε χτυπητά τα φρύδια της νύφης. Μετά τη «χρύσωνε», έβαζε δηλαδή ένα «χρυσό» άστρο στο μέσο του μετώπου της και μικρότερα αστεράκια πάνω από τα φρύδια (ας σημειωθεί ότι για το στόλισμα αυτό χρησιμοποιούσε διάφορα «χρυσά» κρόσια, καθώς και κομμάτια… από κέλυφος χρυσόμυγας). Στα μάγουλα, με τα ίδια υλικά, έφτιαχνε τον ήλιο και τη σελήνη και συμπλήρωνε το όλο σύνολο με μικρές στρογγυλές βούλες(!).

Ανάλογη, αλλά λιγότερο εντυπωσιακή, ήταν η διακόσμηση που γινόταν στις παριστάμενες παρθένες, καθώς και σε ορισμένους συγγενείς. Όμως με τα τότε κριτήρια περί ομορφιάς, το πρόσωπο της νύφης δεν ήταν ακόμα έτοιμο. Λείπανε οι ελιές… Η στολίστρα ζωγράφιζε μερικές στο πρόσωπο και στον τράχηλο και οπωσδήποτε στο σαγόνι. Στη βάση της μύτης, ανάμεσα στα φρύδια, κολλούσε για το σκοπό αυτό ένα στρογγυλό και στιλπνό σκαθάρι… Μετά άρχιζε το βάψιμο των ματιών (και των βλεφαρίδων) με το σουρμεντένι, έτσι ώστε να φαίνονται μεγάλα και αμυγδαλωτά. Υπομονή αναγνώστη, δεν τελειώσαμε. Άρχιζε τώρα η κόμμωση. Φτιάχνονταν τα «κιαυκιούλια» (αφέλειες) και μετά τα «περτσέμια» (λυμένες πλεξίδες, ανακατωμένες με χρυσά νήματα, ριγμένες μπρος). Στο πίσω μέρος της κόμης πλέκονταν πάνω από 40 πλεξούδες («πισκούλια») που κάλυπταν τις ωμοπλάτες.

Τώρα έμπαινε θέμα η νύφη να βάλει τα «σεργούτσα» και την «κορώνα». Σεργούτσα ήταν μικρά μεταλλικά ραβδιά, με φούντες από λεπτά χρυσά συρματάκια στη μια τους άκρη, όπου μπαίνανε οι πολύχρωμες και φανταχτερές «πούλιες». Πέντε σεργούτσα, προσαρμοσμένα κατακόρυφα, ενώνονταν με χρυσή ανθοστόλιστη ταινία, ενώ η όλη κόμμωση καλυπτόταν από σύμπλεγμα με άπειρα χρυσά κοσμήματα (το σύμπλεγμα αυτό ήταν γνωστό και ως «κορώνα»). Ας σημειωθεί ότι τα σεργούτσα – κορώνες ήταν κτήμα των εκκλησιών (χρησιμοποιούνταν για τους επιτάφιους) από όπου τα δανείζονταν οι ενδιαφερόμενοι. Οι Πλακιώτες τα έπαιρναν από την Παναγία την Ντουβέργαινα και οι Κατωμερίτες από την Παναγία του Αγγέλου (μετά την Επανάσταση, ορισμένες επιφανείς οικογένειες «βούτηξαν» από τις εκκλησίες τέτοια σεργούτσα – κορώνες, ορισμένα μάλιστα σώζονται ακόμα).

Συμπληρώνουμε, ακόμα, ότι κορώνα ονομαζόταν κυρίως το βελούδινο κόκκινο ύφασμα που προσαρμοζόταν πάνω από το μέτωπο, έκλεινε τα μάγουλα και ήταν καταφορτωμένο με κοσμήματα. Τώρα βέβαια είναι πρόβλημα πως κατόρθωνε η νύφη να κρατήσει το κεφάλι της όρθιο, μ’όλο αυτόν το σωρό πάνω… Και να ήταν μόνο αυτά… Αν φορούσε μόνο τα σεργούτσα (χωρίς την κορώνα), έπρεπε να κρεμάσουν στα μηνίγγια της μεγάλα και μικρά χρυσά νομίσματα. Έπρεπε, εξάλλου, στο πίσω μέρος του κεφαλιού της να υπάρχει, το παρθενικό φέσι («χοτόζι»), φορτωμένο και αυτό με κοσμήματα. Και ερχόμαστε στο στήθος.

Το γυμνό του μέρος καλυπτόταν με το «γιορντάνι» (σύμπλεγμα νομισμάτων και κοσμημάτων), που κατέληγε στο «κωσταντινάτο» ή σε υπερμεγέθη χρυσό σταυρό. Στο λαιμό της φορούσαν, ακόμα, την «κανάκα» (ταινία με άλλα χρυσά και κοσμήματα), ενώ στα αυτιά της κρεμούσαν βαριά σκουλαρίκια. Γίναμε όμως κουραστικοί.

Συμπληρώνουμε μόνο ότι άλλα «εξαρτήματα» της νύφης ήταν το «αντερί» (από ακριβό ύφασμα), το χρυσό «σαλιβάρι», η «σαμουρόγουνα», το μεταξωτό πουκάμισο με τις πούλιες και τα μαργαριτάρια, η χρυσοκέντητη φαρδιά ζώνη κ.λπ. Στα χέρια έμπαιναν βαριά αλυσσιδωτά βραχιόλια («μπελεζίκια»). Τελειώνοντας τη δουλειά της η στολίστρα, έβαζε σε μια λεκάνη τρεις βόλους από αλάτι και με το νερό ράντιζε τα δωμάτια, λέγοντας: «όπως λειώνει το αλάτι ας λειώσουν κι οι εχθροί». Πίσω από τη ζώνη της νύφης έχωνε ένα μικρό ψαλίδι για «να κοπούν οι κακές γλώσσες» κ.λπ.Τέλος, σχεδίαζε με κατράμι στην πατούσα της ένα σταυρό, για «να πατήσει τον τρισκατάρατο».

Μετά δίνανε στη νύφη — που κόντευε να πέσει κάτω από την εξάντληση — ένα ρόφημα με νερό, ζάχαρη, κανέλα, γαρύφαλο και φλύδα λεμονιού. Η νύφη ήταν επιτέλους έτοιμη. Μ’αυτό το βάρος πάνω της έπρεπε να μείνει τρεις ολόκληρες μέρες (τις δύο έγγαμη), πράγμα αρκετά δύσκολο. Συνήθως αντιδρούσε ο ίδιος ο γαμπρός (με το δίκιο του) που την πρώτη νύχτα του γάμου δε φαίνεται να πρόσεχε ιδιαίτερα για τη διατήρηση των στολισμάτων. Τα σεργούτσα, οι κορώνες, τα χοτάζια, οι πούλιες, τα γιορντάνια, οι κανάκες κ.λπ. σκορπίζονταν σ’ ολόκληρο το δωμάτιο κ.λπ. κ.λπ… Οι ηλικιωμένοι — κυρίως οι γριές — γκρίνιαζαν τότε για την «έκλυση των ηθών» και για τη νεολαία που περιφρονεί τις παραδόσεις…

Η ΣΕΙΡΑ ΤΟΥ ΓΑΜΠΡΟΥ

Το στόλισμα του γαμπρού ήταν γενικά απλό. Ερχόταν ο κουρέας — συνήθως Οθωμανός — τον έβαζε στο «θρονί» και τον ξύριζε, ενώ παίζαν τα όργανα. Μετά του έβρεχε με ροδόσταμο το πρόσωπο, χτένιζε τα μακριά του μαλλιά (το μεγάλο μήκος τους πρόδιδε και οικονομική ευρωστία) και έκρυβε στη ζώνη του ένα μαυρομάνικο μαχαίρι, «για το μάτι». Οι συγγενείς φρόντιζαν για το ντύσιμο, με την πατροπαράδοτη — την εποχή εκείνη — τουρκική αμφίεση (αντερί, γούνα, ζωνάρι, σαλβάρι κ.λπ.) που επίσης ποίκιλε, ανάλογα με την κοινωνική τάξη.

ΒΑΔΙΖΟΝΤΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ…

Τέσσερις η ώρα το απόγευμα, ώρα του γάμου. Ο γαμπρός χλώμιαζε, η νύφη κοκκίνιζε και όλα ήταν έτοιμα. Τα πειράγματα των συγγενών έδιναν και έπαιρναν. Πρώτη ξεκινούσε για τον τόπο του μυστηρίου η νύφη, αφού φιλούσε τους συγγενείς της — τους πρεσβύτερους στο χέρι — και εισέπραττε τις σχετικές ευχές («καλή μοίρα, καλορίζικα, καλούς απογόνους, καλά στερνά, να κάνεις ρίζες και κορφές»). Την παραλάμβαναν δύο κακάσχημες και βρόμικες γριές (για να χτυπά, με την αντίθεση, η ομορφιά της) και σχηματιζόταν η πομπή, στην οποία έπαιρναν μέρος συγγενείς και από τις δύο πλευρές. Προηγούνταν τα κληματένια στέφανα — δώρο του γαμπρού — μέσα σε δίσκο, στον οποίο υπήρχε ένα μεταξωτό ύφασμα, το «κουμάσι». Ακολουθούσαν τα όργανα και πίσω από αυτά ένας πιτσιρίκος, που περπατούσε ανάποδα και κρατούσε έναν καθρέφτη.

Η νύφη έπρεπε να κρατά μισόκλειστα και χαμηλωμένα τα μάτια της και να κοιτά μόνο τον καθρέφτη, περπατούσε εξαιρετικά αργά, σέρνοντας μόλις τα πόδια της, έτσι ώστε η μετάβαση της στην εκκλησία να διαρκεί πολύ (διηγούνται για κάποια «νύφη της Μπαμπάραινας» που το παράκανε και έφτασε στην εκκλησία νύχτα, αν και κατοικούσε εκεί κοντά…) Σ’ όλη τη διάρκεια της πορείας, τα όργανα παίζανε αργούς σκοπούς, γνωστούς σαν «νίνι – νάνα», που μετατρέπονταν σε γοργούς, όσο η νύφη πλησίαζε στην εκκλησία. Εκεί οι συγγενείς εγκατέλειπαν τη νύφη — εκτός από ελάχιστους — και πήγαιναν να παραλάβουν το γαμπρό.

Η Αθήνα γύρω στα 1700Η Αθήνα γύρω στα 1700 (σχεδίασμα της εποχής)

Αυτός, στολισμένος και κορδωτός, προχωρούσε προς την εκκλησία, πίσω από τα όργανα (που έπαιζαν τώρα εύθυμους σκοπούς), ενώ ο κόσμος του πετούσε ρύζι και βαμβακόσπορο και του έστελνε ευχές και πειράγματα. Τον κρατούσαν κάποιος στενός συγγενής του και ο κουμπάρος. Στην εκκλησία γινόταν και η πρώτη γνωριμία των δύο νέων. Δυστυχώς δεν έχουμε πληροφορίες για τις ειδικότερες αντιδράσεις τους… Για την ιεροτελεστία δεν είναι γνωστό τι έθιμα υπήρχαν, αν εξαιρέσει κανείς το «τύλιγμα» (όταν γινόταν ο τρίτος γύρος απο το χορό του Ησαΐα, τύλιγαν ανάλαφρα τους νεόνυμφους με ένα μεταξωτό ύφασμα — δώρο κι αυτό του κουμπάρου — ενώ ανάμεσα τους πηγαινοερχόταν ένα αγόρι). (Σημείωση: Στην «Ιστορία των Αθηναίων» ο Καμπούρογλου παραθέτει τον εξής διάλογο ανάμεσα στον παπά και σε κάποια νύφη, την «κόρη του Τσουκλάρα», για την οποία ο γαμπρός είχε ζητήσει «πανωπροίκι» ένα ληοτρίβι:

Παπάς: Τον θέλεις για άντρα σου;
Νύφη: Όχι
Παπάς: Αυτός όμως σε θέλει…
Νύφη: Δε θέλει εμένα, θέλει το ληοτρίβι).

«ΧΑΜ ΠΕΘΕΡΑ – ΕΓΩ ΠΕΘΕΡΑ»

Μετά την ιεροτελεστία ξεκινούσαν όλοι — πάλι με τα όργανα — για το σπίτι του γαμπρού, αλλά στο δρόμο η νύφη περπατούσε πίσω από τον άντρα της, ανάμεσα στις γριές. Πλησίαζε όμως πρώτη την πόρτα, όπου οι γυναίκες της «υποδοχής» της προσέφεραν ρόδι, μια «καβούλα» μπαμπάκι και μέλι με μύγδαλο. Αυτή «μέλωνε» με το δάχτυλο τέσσερις φορές την πόρτα, κάνοντας το σημείο του σταυρού. Ακολουθούσε ο γαμπρός, που χάραζε με το μαυρομάνικο μαχαίρι του σταυρούς στα σημεία που είχαν μελωθεί, το έμπηγε στο ξύλο και περνούσε πρώτος το κεφαλόσκαλο. Η πεθερά στο μεταξύ φρόντιζε να κρυφτεί (φοβόταν, λένε, πως όταν την αντίκρυζε η νύφη της θάλεγε μέσα της: «χαμ πεθερά – εγώ νοικοκυρά»).

Από εδώ και πέρα το ζευγάρι μπορούσε επιτέλους να είναι μαζί. Ο γαμπρός έπαιρνε τη γυναίκα του από το χέρι, την οδηγούσε κοντά στο τζάκι — τιμητική θέση — και καθόταν δίπλα της. Ακολουθούσε σύντομος χορός και γεύμα, όπου δεν έπαιρναν μέρος οι νεόνυμφοι. Μετά οι καλεσμένοι έφευγαν, σκορπίζοντας ευχές και αστεία. Εμενε μόνο μια γριά (συνήθως η τροφός της νύφης) που σέρβιρε στους νέους «πιτσούνι» ψητό και μετά πήγαινε να «κοιμηθεί» (;) στο διπλανό απ’αυτούς δωμάτιο (για «να μη γίνουν κουφά τα παιδιά»).

Ομως τα βάσανα του ζευγαριού δεν τελείωναν εδώ. Πολλές φορές ο γαμπρός, μπαίνοντας στο δωμάτιο του, έβρισκε ξαπλωμένους πάνω στο νυφικό κρεββάτι δυο-τρεις χωρατατζήδες συγγενείς. Τους παρακαλούσε να φύγουν — βιαζόταν ο άνθρωπος — αυτοί όμως απαιτούσαν «τάξιμο». Συνήθως τους έταζε τραπέζι, οπότε αυτοί «ξεκουμπίζονταν» (διηγούνται πως κάποιος γαμπρός εκπλήρωσε το τάξιμο, στέλνοντας ένα… πραγματικό ξύλινο τραπέζι). (Σημείωση: Ο Καμπούρογλου διακόπτει εδώ τη διήγηση του για την πρώτη νύχτα του γάμου. Οσοι ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για άλλες σχετικές λαογραφικές λεπτομέρειες, πρέπει δυστυχώς να ινατρέξουν σε άλλες πηγές…).

ΤΑ ΤΡΙΜΕΡΑ ΚΑΙ ΤΑ ΟΧΤΩΜΕΡΑ

Στις 10 η ώρα το πρωί της επόμενης μέρας, ο κουμπάρος με τα όργανα πήγαινε στο σπίτι της νύφης. Εκεί παραλάμβαινε τους δίσκους («ταμπλάδες») με τα γλυκά που είχαν στείλει συγγενείς και φίλοι και — συνοδεία κόσμου — τραβούσε για το σπίτι του γαμπρού (τους δίσκους κρατούσαν αγόρια). Στο δρόμο ακούγοντα εύθυμα τραγούδια, με χαραχτηριστικότερο το «ξύπνησε πετροπέρδικα / και τίναχ’τα φτερά σου / και βγάλε τον χρυσόν αητό / από την αγκαλιά σου…». Μ’ όλον αυτό το σαματά ξυπνούσαν βέβαια οι νεόνυμφοι και σηκώνονταν γρήγορα. Ο σύζυγος έριχνε λεφτά στο κρεβάτι για εκείνην που θα το ευπρέπιζε (που συνήθως ήταν η γυναίκα του).

Ακολουθούσε διασκέδαση — χωρίς τη νύφη — και μετά οι επισκέπτες έφευγαν. Σ’έναν από τους δίσκους, που είχαν στείλει οι γονείς της νύφης, υπήρχαν δύο ψητά πιτσούνια για το μεσημεριανό φαγητό του ζευγαριού. Τα κεφάλια τους, ενωμένα στο ράμφος, τυλίγονταν σε ύφασμα και μπαίναν στα εικονίσματα. Τρεις μέρες μετά το γάμο, ο κουμπάρος πήγαινε πάλι με τα όργανα (υπομονή όμως) και έπαιρνε το γαμπρό από το σπίτι του. Μαζί και με ορισμένους αρσενικούς συγγενείς του τελευταίου, άρχιζαν οι επισκέψεις, πρώτα στους συγγενείς της νύφης, μετά του γαμπρού και τέλος στους φίλους. Σε κάθε σπίτι ο γαμπρός έπαιρνε δώρα — κρυστάλλινα, γλυκίσματα, υφάσματα κ.λπ. — που τα κουβαλούσε κάποιος υπηρέτης (σχετική είναι και η παροιμία: «ότι πάρει η νύφη μπρος / κι ο γαμπρός στις τρεις ημέρες»).Οι «πλακατζήδες» της παρέας φρόντιζαν κατά τις επισκέψεις να «κλέβουν» κότες, γαλοπούλες και άλλα τρόφιμα — οι νοικοκυραίοι έκαναν πως δε βλέπουν — που τα ξεκοκκάλιζαν στο σπίτι του γαμπρού.

Την ημέρα αυτή μπορούσε επιτέλους να πλυθεί η νύφη και να πετάξει από το κεφάλι της το σωρό που είχε τοποθετήσει η στολίστρα… Το απόγευμα της όγδοης μέρας από το γάμο — συνήθως Κυριακή — γινόταν η τελευταία γαμήλια γιορτή, γνωστή ως «οχτώμερα» ή «πιστρόφια». Τρώγαν όλοι μαζί στα πεθερικά του γαμπρού και στη γιορτινή ατμόσφαιρα επιτρέπονταν και οι «ακρότητες». Μπορούσε δηλαδή να τραγουδήσει τότε και η νύφη… Επισκέψεις σε άλλους γάμους δεν έκανε το ζευγάρι αν δεν περνούσε τουλάχιστον ένας χρόνος. Σε άλλες γιορτινές μέρες ο σύζυγος έβγαινε μόνος του, ενώ η γυναίκα του με τις άλλες γυναίκες. [anemourion.blogspot.gr]

Advertisements
This entry was posted in ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΣ, ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ, Ν. Αττικής and tagged , , , , , , , , , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.