Τὰ κλειδιὰ τοῦ Μεσολογγίου κρέμονται στὰ κανόνια του…

Το Μεσολόγγι καίγεται. Γκραβούρα. — Δημοτική Πινακοθήκη.

Το Μεσολόγγι καίγεται. Γκραβούρα. — Δημοτική Πινακοθήκη.

 «Ἐγὼ θ΄ἀποθάνω ἐδῶ!» πρόφερε ὁ Μαυροκορδάτος. «Καὶ ἐγὼ!» ἀνεφώνησε ὁ Μπότσαρης, καὶ τὰ λόγια αὐτὰ λέει ὁ Τρικούπης «χρησίμευσαν ὡς θεμέλιος λίθος τῆς ἐν Μεσολογγίῳ ἐγκαρτερήσεως». 

Πράγματι, ἡ ἀπόφαση τοῦ Μαυροκορδάτου καὶ τοῦ Μάρκου Μπότσαρη νὰ μείνουν καὶ νὰ ὑπερασπίσουν τὸ Μεσολόγγι, εἶναι ἡ ἀρχὴ τῶν γενναίων πράξεων. Ἡ πόλη ὀχυρώνεται καὶ, κάτω ἀπὸ τὴν διοίκηση τοῦ Μαυροκορδάτου, τὰ Σουλιωτικὰ παραγγέλματα τῶν Τζαβελλαίων καὶ τῶν Μποτσαραίων, καὶ μὲ ἀνεξάντλητη τὴ συνδρομὴ τῶν ἐντόπιων Μεσολογγιτῶν, ἀμύνεται ἡρωϊκῶς κατὰ τῶν τριῶν πασάδων ποὺ τὴν πολιορκοῦν ἀπὸ ξηρᾶς καὶ ἀπὸ θαλάσσης. Ἀλλὰ ἡ τύχη τοῦ Μεσολογγίου δὲν ἀφήνει ἀδιάφορους τοὺς ἄλλους Ἕλληνες. Τὸ ἕνα μετὰ τὸ ἄλλο φτάνουν στρατεύματα ἀπὸ τὴ Ρούμελη καὶ τὸ Μωριᾶ. Καὶ ὅταν συγκεντρώθηκαν ἐκεῖ ὁ Μακρῆς καὶ ὁ Τσόγκας, ὁ Ζαΐμης καὶ ὁ Δεληγιάννης, ὁ Νικηταρᾶς καὶ ὁ Πετρόμπεης, ἡ φρουρὰ τοῦ Μεσολογγίου ἔστειλε στὸν Ὀμὲρ Βρυώνη ποὺ ζητοῦσε τὴν παράδοση τῆς πόλεως τὴν περήφανη ἐκείνη ἀπάντηση τοῦ Λεωνίδα, ἐπαναλαμβανόμενη ὕστερα ἀπὸ 23 αἰῶνες ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Μπότσαρη: «Ἂν θέλεις τὸ Μεσολόγγι, ἔλα νὰ τὸ πάρῃς»!

Πρὶν κλεισθοῦν στὸ Μεσολόγγι οἱ ἥρωες εἶχαν πάρει τὴν ἀπόφασή τους «… ὅλοι ἐν τοσούτῳ μὲ μίαν ψυχὴν μὲ μίαν ἀπόφασιν ἐπροκρίναμεν νὰ ἀποθάνομεν μὲ τὰ ὅπλα εἰς τὰ χείρας κάλλιον ἐκδικούμενοι καὶ τὸν ἑαυτόν μας καὶ τὴν πατρίδα μας παρὰ νὰ κλίνωμεν τὸν αὐχένα εἰς τὸν βάρβαρον κατακτητήν, ὅστις ἀπανθρώπως μᾶς ἐδούλωνεν διὰ τόσους αἰῶνας…». (Ἡμερολόγιον ὁπλαρχηγοῦ Σπυρομήλιου ἐκ Χειμάρας).

Τὴν 28ην Ἀπριλίου τοῦ 1825, ἄρχισε ἡ στενὴ πολιορκία τῆς πόλεως. Ἡ ὀχυρωματικὴ τέχνη τοῦ Κοκκίνη εἶχε δυναμώσει τὸ τεῖχος καὶ οἱ προμαχῶνες εἶχαν πυργωθῇ πυκνοὶ καὶ ἀκλόνητοι. Ἀπὸ τὰ ἡμερολόγια τῶν ὑπερασπιστῶν βλέπουμε τοὺς καθημερινοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν θανάτων καὶ τῶν σκοτωμῶν, τῆς πείνας καὶ τῆς ἀρρώστιας, τῆς καρτερίας καὶ τῆς παλληκαριᾶς τῶν γενναίων πολεμιστῶν καὶ τῶν ἀθώων παιδιῶν, τῶν ἀδύνατων γερόντων καὶ τῶν ὑπομονετικῶν γυναικῶν, τῶν εὐσεβῶν παπάδων καὶ τῶν ἀφελῶν ψαράδων ποῦ εἶχαν ἀλλάξει μὲ τουφέκι τὸ θυμιατό καὶ μὲ σπαθί τὸ δίχτυ, τῶν ξένων καὶ τῶν ἐντοπίων, τῶν Ἑλλήνων καὶ τῶν Φιλελλήνων, ὅλων τῶν Ἐλεύθερων Πολιορκημένων…

φωτομεσολογγι1Καὶ ὁ Ἰμπραῆμ δὲν ἄργησε νὰ διδαχθῇ ὅτι ὁ μικρὸς ἐκεῖνος «παλιοφράχτης», ὅπως περιφρονητικὰ εἶχε ἀποκαλέσει στὴν ἀρχὴ τὸ Μεσολόγγι, περιέκλειε παλληκάρια λεοντόκαρδα καὶ ἀποφασιστικά, τὰ ὁποῖα δὲν ἦταν εὔκολο νὰ ὑποταχθοῦν σὲ δύο ἑβδομάδες, ὅπως πίστευε καὶ εἶχε καυχηθῇ.

Κλοιὸς τρομερὸς περιζώνει τὴν πόλη· πεισματώδης διεξάγεται ἡ μάχη μεταξὺ πολιορκητῶν καὶ πολιορκούμενων. Τὶς λυσσώδεις ἐπιθέσεις τῶν πολιορκούντων διαδέχονται οἱ ἀντεπιθέσεις τῶν πολιορκούμενων, μέχρι ποὺ τὴν ἡμέρα τῆς νίκης τῆς Κλείσοβας, τὴν 25η Μαρτίου, ἄρχισε νὰ λείπῃ τὸ ψωμὶ ἀπὸ τὸ Μεσολόγγι. Ἀποκλεισμένοι ἀπὸ ξηρὰ καὶ θάλασσα ἄρχισαν νὰ ἐξασθενίζουν, τὰ σώματά τους νὰ σκελετώνουν. «Κατηντήσαμε εἰς τοιαὔτην ἀνάγκην», γράφει ὁ Μάγερ «ὥστε νὰ τρεφώμεθα άπὸ τὰ πλέον ἀκάθαρτα ζῶα… Ὑποφέρομεν φρικτὰ ἀπὸ πεῖναν καὶ ἀπὸ δίψαν. Προσεβλήθημεν ἀπὸ διαφόρους ἀσθενείας. Χίλια ἑπτακόσιοι τεσσαράκοντα ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς μας ἔχουν ἢδη ἀποθάνει. Περισσότεροι ἀπὸ ἑκατὸν χιλιάδας βόμβαι, ῥιφθεῖσαι ἀπὸ τὸν ἐχθρὸν κατέστρεψαν τοὺς προμαχῶνες καὶ τὰ οἰκήματά μας. Τὸ ψῦχος μᾶς βασανίζει ἕνεκα τῆς παντελοῦς ἐλλείψεως ξύλων. Μὲ ὅλας τὰ στερήσεις ταύτας εἶναι ἀξιοθαύμαστον θέαμα νὰ βλέπῃ κανεῖς τὸ θάρρος καὶ τὸ ὑψηλὸν φρόνημα τῆς φρουρᾶς μας. Εἴς ὀλίγας ἡμέρας ὅλοι αὐτοὶ οἱ γενναῖοι θὰ εἶναι σκιαὶ μόνον ἀγγέλων, μάρτυρες ἐνώπιον τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ τῆς ἀδιαφορίας τοῦ Χριστιανικοῦ κόσμου δι΄ὑπόθεσιν ἥτις ἦτο ἰδική του. Ἐξ ὀνόματος ὅλων τῶν ἀνδρείων μας σᾶς ἀναγγέλω τὴν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μεθ΄ὅρκου ληφθεῖσαν ἀπόφασίν μας νὰ ὑπερασπίσωμεν σπιθαμὴν πρὸς σπιθαμὴν τὸ ἔδαφος τοῦ Μεσολογγίου καὶ νὰ συνεταφιασθῶμεν ὑπὸ τὰ ἐρείπια τῆς πόλεως, παρὰ νὰ ἀκούσωμεν πρότασίν τινα περὶ παραδόσεως. Ζῶμεν τὰ τελευταίας μας στιγμάς. Ἡ ἱστορία θέλει μᾶς δικαιώσει καὶ οἱ μεταγενέστεροι θὰ θρηνήσουν τὴν συμφοράν μας. Ἐμὲ καθιστᾶ ὑπερήφανος ἡ σκέψις ὅτι τὸ αἷμα ἑνὸς Ἐλβετοῦ, ἑνὸς ἀπογόνου τοῦ Γουλιέλμου Τέλλου, μέλλει νὰ συμμιχθῇ μὲ τὸ αἷμα τῶν ἡρώων τῆς Ἑλλάδος».Μάταια οἱ Ἐλεύθεροι Πολιορκημένοι περιφέρουν τὸ θολὸ ἀπὸ τὴν πείνα βλέμμα πρὸς τὴν θάλασσα περιμένοντας προσέγγιση τοῦ Ἑλληνικοῦ στόλου. Ὁ Μιαούλης, ὁ ὁποῖος κατ΄ἐπανάληψη εἶχε διασπάσει τὴν πολιορκία γιὰ νὰ τροφοδοτήσῃ τὸ Μεσολόγγι, εἶναι τώρα ὑποχρεωμένος νὰ ἀδρανῇ μπροστὰ στὴν ἰσχὺ καὶ στὴν πυκνότητα τοῦ ἀποκλεισμοῦ. Ἐπιχείρησαν οἱ ἐνωμένες Μοῖρες τῶν Σπετσῶν καὶ τῆς Ὕδρας νὰ φθάσουν στὸ Μεσολόγγι, ἀλλὰ στάθηκε ἀδύνατον νὰ διασπάσουν τὴν πλωτὴ ἀλυσίδα τοῦ Ἰμπραῆμ.
mesologion1.Τὴν 5η Ἀπριλίου, ὁ ἀρχηγὸς τῆς Σπετσιώτικης Μοίρας ἔγραψε:  «Τὸ Μεσολόγγιον εὐρίσκεται εἰς τὴν ἐσχάτης στεναχώριαν, ἔχει πέντε ἡμέρες σήμερος ἄσιτον· ἄλογα, γαϊδάρους, τὰ πάντα ἐτελείωσαν· ἐλπίδα διὰ νὰ εἰσέλθουν ἀπὸ κανένα μέρος ζωοτροφίαι δὲν ὑπάρχουν· ὅλα τὰ μπαγάζια καὶ νησίδια τὰ ἔχουν καλὰ πιασμένα, ὥστε δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἰσέλθῃ οὔτε μονόξυλον…».Δύο ἡμέρες ἀργότερα, τὴν 7η Ἀπριλίου ἔγραφε ὁ Μιαούλης πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴ τῆς Ζακύνθου: «Τέλος πάντων τὸ πολυπαθὲς τοῦτο προπύργιον τῆς πατρίδος χάνεται ἄφευκτα ἐντὸς ὀλίγου… Ὁ ἀποκλεισμὸς εἶναι τόσο στενός, ὥστε οὐδὲ εἴδησιν δὲν εἶναι τρόπος εἴτε νὰ στείλωμεν εἴτε νὰ λάβωμεν».

Καὶ ὅμως, παρὰ τὰ δεινὰ, οὔτε νὰ συζητήσουν θέλουν τὶς προτάσεις περὶ παραδόσεως τῆς πόλεως καὶ μὲ τὰ παρακάτω λόγια ἀπαντοῦσε ἡ φρουρὰ τοῦ Μεσολογγίου.

«Τὰ κλειδιὰ τοῦ Μεσολογγίου κρέμονται στὰ κανόνια του…».

Βιβλιογραφία: «Ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάστασις» Δ. Κόκκινου, τόμ. 5ος
«Τὸ Ἀθήνησι Πανεπιστήμιον, Λόγοι ἐκφωνηθέντες ἐν τῇ αἰθούση τῶν τελετῶν τοῦ Πανεπιστημίου τῇ 23η Ἀπριλίου 1926». ΑΘΗΝΑΙ, 1926
«Ἀπομνημονεύματα τῆς δευτέρας πολιορκίας τοῦ Μεσολογγίου 1825-1826» Σπυρομίλιου, 1926.
Είκόνες: Τὸ Μεσολόγγι καίγεται. Γκραβούρα. — Δημοτικὴ Πινακοθήκη, Μεσολογγίου. http://1821.skai.gr  http://xiromeronews.blogspot.gr  http://www.agiasofia.com Φωτογραφία:Χλόη anihneftes.blogspot.gr

This entry was posted in ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΣ, ΙΣΤΟΡΙΑ and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

1 Response to Τὰ κλειδιὰ τοῦ Μεσολογγίου κρέμονται στὰ κανόνια του…

  1. Ο/Η ΚΤ λέει:

    Ω ΠΡΟΓΟΝΕ ΜΟΥ 1932

    Ο Δροσίνης γράφει:
    «Δεν μπορώ να εξηγήσω πως, χωρίς καμμιά φανερή αιτία, κάποια νύχτα χειμωνιάτικη του 1932 για πρώτη και μόνη φορά ωνειρεύτηκα τον Καραγιώργο, κατά τον τύπο βέβαια που μου είχε χαράξη στο νου η παράδοση. Και τ’ όνειρό μου εκείνο, που το θυμώμουν ολοζώντανο, όταν ξύπνησα το πρωΐ, για να μην ξεχαστή με τον καιρό, το σημείωσα σε λίγους στίχους. Ας εύρη εδώ την θέση του τώρα σαν ένα ταπεινό αφιέρωμα στην ιερή μνήμη του:»

    Ω ΠΡΟΓΟΝΕ ΜΟΥ
    Ω πρόγονέ μου, που ποτέ δε γνώρισα
    κι’ ούτε ζωγραφιστή είδα τη θωριά σου,
    σπαθί, ρολόϊ και δαχτυλίδι απόμειναν
    τρεις θύμησες απ’ την παλικαριά σου.

    Απ’ το κορμί σου το άψυχο, αιματόβρεχτα
    τη νύχτα της Εξόδου, στα σκοτάδια,
    τα πήρε ο ψυχογιός πιστός και τα φερε
    στην Καπετάνισσα, χηρειάς σημάδια.

    Το λιγερό κορμί σου, άκλαυτο, άθαφτο,
    στου δοξασμένου Κάστρου τα χαντάκια,
    ριγμένο με μύρια άλλα, μέρες έθρεψαν
    τα όρνια της ερημιάς και τα κοράκια.

    Μα τ’ άσαρκα τα κόκκαλα τι απόγιναν;
    Τα λιάνισε το αλέτρι ζευγωλάτη;
    Τα συραν τα νερά στη λιμνοθάλασσα;
    Τα χώνεψε της αλυκής το αλάτι;

    Ή κοίτονται αξεχώριστα κι’ αγνώριστα,
    θαμμένα από Πατρίδας Μάννας χέρι,
    της Λευτεριάς άγια, τρισάγια λείψανα,
    στον Τύμβο των Ηρώων; – Κανείς δεν ξέρει.

    Όμως εγώ ψυχή και σάρκα σού δωσα,
    συνάζοντας τα σκόρπια σου κομμάτια,
    κι’ ολόσωμο και σύψυχο σ’ ανάστησα
    μια νύχτα με του ονείρου μου τα μάτια.

    Την όψη σου δεν είδα. Ακολουθώντας σε
    σε κάποιον της παλιάς Αθήνας δρόμο,
    παιδί, καμάρωνα ένα γιγαντόκορμο
    με τη φλοκάτα ανεμιστή στον ώμο.

    Και το ξερα, πως είσ’ εσύ και πήγαινες
    κάπου να ξαποστάσης, ν’ απογείρης,
    όχι σαν καπετάνιος, μα σαν ήσυχος
    στη λεύτερη πατρίδα νοικοκύρης…

    δεν μ’ ένιωθες πως έρχομαι ξοπίσω σου,
    ξεμάκραινα κ’ εγώ απ’ τα βήματά σου:
    με συγκρατούσε σαν ντροπή, σα δείλιασμα,
    να μη βρεθώ ένα θρύψαλο κοντά σου!

    Σκόρπια Φύλλα της Ζωής μου 1940 σ. 10.

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.