Το «πολιτικώς ορθόν» και η δικτατορία των μειονοτήτων

politically-correctΔεν περνά ημέρα να μην ακούσει κανείς περί της έννοιας του «Πολιτικώς Ορθού», αυτήν την τάση αναφορικά με τον δημόσιο λόγο του να μην εκφραζόμεθα ως πρέπει αλλά περιγραφικώς και με «λιγότερο χρωματισμένες εκφράσεις», γύρω από καταστάσεις της καθημερινότητός μας οι οποίες μας πνίγουν και μας αφορούν όλες και όλους.

Τούτη η αποφυγή της ακριβούς έκφρασης, αποτελεί μιάν ιδιότυπη μορφή λογοκρισίας και μάλιστα στην συγκεκριμένη περίπτωση αυτολογοκρισίας.

Το σημερινό σύστημα της «δημοκρατικής ασυδοκρατίας» των δυτικού τύπου κυρίως κοινωνιών, για τους δικούς του λόγους που δεν είναι άλλοι από την διάλυση του «παλαιού κόσμου» αλλά και του θεμελιώδους για την ανθρώπινη ύπαρξη «παλαιομοδίτικου» ΠΑΤΡΙΣ – ΘΡΗΣΚΕΙΑ – ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ, έχει επιβάλλει μιάν ομερτά καταφανή με σκοπό την εκδίωξη κάθε λογικής αλλά και την επιβολή του φόβου των συνεπειών, εάν κάποιος εκφράσει ευθαρσώς την ειλικρινή του άποψη για ορισμένα καίρια ζητήματα αλλά και ομάδες της κοινωνίας οι οποίες βρίσκονται σε μιάν περίεργη κατάσταση προστασίας και ασυλίας, απέναντι στο σύνολο.

Έτσι φθάνουν πολλάκοις εις το σημείον να απαγορεύσουν νομοθετικά την αναφορά με «υβριστικούς χαρακτηρισμούς», σε ομάδες όπως οι ομοφυλόφυλοι, οι αλλόθρησκοι, ή και άλλες ομάδες οι οποίοι και εγώ δεν ξέρω υπό ποια κριτήρια θεωρούνται «υπό διωγμόν», από μία κοινωνία η οποία αποδυκνείεται όσο περνά ο καιρός πως έχει καταντήσει ένας τεράστιος οίκος ανοχής των πάντων, και η κάθε ημέρα που περνά δείχνει ακόμη περισσότερο το σαπισμένο της πρόσωπο.

Αυτός ο ψευτοανθρωπισμός και η επιβολή δια της ψυχολογικής βίας και του ψυχολογικού πολέμου όσων θέλουν οι εξουσιαστές να περάσουν στην κοινή γνώμη ετσιθελικά, ουδεμίαν σχέση έχει προφανώς με αγάπη προς τις συγκεκριμένες κοινωνικές, θρησκευτικές, σεξουαλικές μειονότητες. Αυτό το σημερινό δόγμα του «υπερανθρωπισμού», του «ατόμου πάνω από το σύνολο κατά το δοκούν» και όχι του «συνόλου πάνω από το άτομο», δρα αποδομητικά σε μία ήδη καταβαραθρωμένη κοινωνία η οποία εδώ και χρόνια υφίσταται έναν πολυεπίπεδο πόλεμο, οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό, ατομικό, σεξουαλικού προσδιορισμού κ.α. με μοναδικό σκοπό την διάλυση θεμελιωδών πιστεύω και απόψεων οι οποίες διαμόρφωσαν την Ελλάδα αλλά και τον κόσμο ολόκληρο, τους τελευταίους αιώνες.

Μα το πλέον ανησυχητικόν δεν είναι τόσο η προφανής προσπάθεια κάποιων κυρίαρχων με τον ένα ή με τον άλλον τρόπο, να επιβάλλουν την «δικτατορία των μειονοτήτων» μέσα σε μια υποτιθέμενη δημοκρατία, αλλά το γεγονός πως οι ίδιοι οι πολίτες έχουν χάσει έπειτα από χρόνια «εκπαίδευσης στην ανοχή» κάθε αισθητήριο περί του τι είναι ορθό και τι όχι. Έτσι σε παρατηρούν οι ίδιοι αχρείοι συμπολίτες σου σε περίπτωση όπου τολμήσεις να αρθρώσεις λέξη ενάντια σε ό,τι γίνεται γύρω, σε καταδυκνείουν ως «φασίστα», «ρατσιστή» «ομοφοβικό» καθώς και έναν σωρό άλλες ανυπόστατες και τεχνιέντως κατασκευασμένες προσπάθειες κοινωνικού ελέγχου, κατασκευασμένες και επιβαλλόμενες άνωθεν αλλά με τέτοιον τρόπο περασμένες προς τα κάτω ώστε να δείχνονται ως σκέψεις και απόψεις του λαού.

Αυτός ο μεταμοντερνισμός και η ανοχή σε ό,τι ανώμαλο, σε ό,τι ξενόφερτο, σε ό,τι επικίνδυνο για την συνοχή μιάς κοινωνίας, σπρώχνει την κοινή λογική μέρα με την ημέρα, χρόνο με τον χρόνο στο περιθώριο και είναι προφανές πως εάν η λογική στηθεί στο εκτελεστικό απόσπασμα της νέας τάξης των πραγμάτων, το τέλος μιας κοινωνίας είναι πολύ κοντά, και οι συνέπειες αυτού του τέλους απροσδιόριστα άγνωστες.

Μία κοινωνία η οποία δεν στηρίζεται σε στιβαρές βάσεις κυρίως ηθικής αξίας ως η πίστη στον Θεό, την πατρίδα και τον θεσμό της οικογένειας, δεν είναι δυνατόν να επιβιώσει, αλλά τουναντίον βρίσκεται πολύ κοντά στο βάραθρο της ολοσχερούς καταστροφής όχι μόνον για το παρόν αλλά και για το μεσομακροπρόθεσμο μέλλον.

Ο μεγαλύτερος φασισμός, είναι μία κατά το δοκούν δημοκρατία. Και είναι τραγικό στην χώρα που τα χώματά της είναι ποτισμένα με το αίμα μαρτύρων και ηρώων, σήμερα να αποδειχνόμαστε ανίκανοι να πετάξουμε από επάνω μας αυτή την απάθεια όπου μας χτυπά από παντού, αυτόν τον φιλοτομαρισμό, αυτό το μη – νοιάξιμο για ό,τι γίνεται γύρω, διότι «τίποτε δεν μπορεί να αλλάξει». Αυτό εκ του αποτελέσματος κρίνοντας, είναι και το μεγαλύτερο όπλο όσων προσπαθούν να εξουσιάσουν. Η δική μας αδυναμία και ο φόβος καθίσταται η δική τους δύναμη.

Σε τούτο το εφιαλτικό σκηνικό όπου ο καθείς θεωρεί πως είναι μόνος, σε ένα θέατρο του παραλόγου το οποίο μοιάζει ατέλειωτο, οφείλουμε να επαναφέρουμε στα δημόσια πράγματα αλλά και στην ιδιωτική μας ζωή την αξιοπρέπεια, την αλήθεια, την λογική, το θάρρος της γνώμης και να μην επιτρέψουμε σε κανενός είδους περιθωριακή ομάδα να κυριαρχήσει εκμεταλλευόμενη τις καταστάσεις, μέσα σε μια κοινωνία η οποία είναι τόσο άρρωστη ώστε νομίζει πως βρίσκεται εν πλήρη υγεία.

Ο μυθριδατισμός, αυτό το συνεχές μπόλιασμα με δηλητήριο που καταλήγει στην ανοχή και στην αρρώστεια, πρέπει, και κάποια στιγμή σίγουρα διατηρώ την πεποίθηση πως θα εκλίψει, διότι έχουμε ξεπεράσει προ πολλού χρόνου τα όριά μας. Το καίριο ζήτημα είναι κατά πόσον το συναισθανόμεθα. [Πάνος Χατζηγεωργιάδης, (Φ.162), πηγή]

This entry was posted in ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΣ, ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ, ΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ, ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ and tagged , , , , , , , , . Bookmark the permalink.