«Η Αργολίς»: Ένα ξενοδοχείο στο Μοναστηράκι του 1900

ImageHandler.ashxΑς αφήσουμε τον Αντώνη Βερβενιώτη να μας μεταφέρει με την αμεσότητα της γραφής του μερικά χαρακτηριστικά στιγμιότυπα από την καθημερινή ζωή ενός μικρού ξενοδοχείου στο Μοναστηράκι, αλλά και την εικόνα που έδιναν τα μικρά ξενοδοχεία στην Αθηνάς γενικότερα.

«Στην οδόν Ερμού, κοντά στο Μοναστηράκι, απέναντι στο σπίτι μου, ένα ξενοδοχείο λαϊκό, μαζή με άλλα δυο που ήταν εκεί δίπλα, αποτελούσε, κατά τα παιδικά μου χρόνια, μια ψυχαγωγία τόσο για μένα όσο και για τα αδέλφια μου.

Φίλος οικογενειακός ο ξενοδόχος, μας εκαλούσε τακτικά να περνούμε εκεί τις ώρες που δεν είχαμε μαθήματα. Στο ξενοδοχείο αυτό είχαμε, συχνά, θεάματα διασκεδαστικά, τα οποία μέχρι τώρα μου μένουν αλησμόνητα.

Μια ημέρα, κατά τις εορτές των Χριστουγέννων, ο ξενοδόχος είχε βάλει λαχνούς για μια τούρτα. Την τούρτα αυτή την εκέρδισε κάποιος πελάτης, ο οποίος κατά σύμπτωσι απουσίαζε από το ξενοδοχείο, όταν έγινε η κλήρωσις.

Καθ’όλες τις ημέρες, επί ένα μήνα, το γλύκισμα ήταν εκτεθειμένο στη σκόνη του διαδρόμου και στα διάφορα έντομα. Επειδή η τούρτα είχε μαυρίσει, λίγο πριν έλθη ο δικαιούχος, ο ξενοδόχος την έστειλε στο ζαχαροπλαστείο για να τη… φρεσκάρη και να την κάνη παρουσιάσιμη και ορεκτική.

stΌταν ο πελάτης επέστρεψε, όλοι τον συνεχάρηκαν για την τύχη του (!) και αυτός, ευχαριστημένος, επήρε το γλύκισμα και έφυγε.

Μέχρι τώρα που γράφω δεν μπορώ να βεβαιώσω πόσες ώρες επέζησαν όσοι την έφαγαν…».

«Συχνά, ήρχοντο στο ξενοδοχείο περιηγηταί ξεπεσμένοι, σαν αυτούς που βλέπομε σήμερα και είχαν τη συνήθεια να κοιμούνται γυμνοί. Όταν ο ξενοδόχος τους συναντούσε στο διάδρομο, σ’αυτή την κατάστασι, τους εκυνηγούσε, ενώ αυτοί έντρομοι έτρεχαν να κλειδωθούν στα δωμάτιά τους, χωρίς να ξέρουν και αυτοί οι δυστυχείς τι κακό είχαν κάνει, αφού είναι γνωστό ότι οι ξένοι λαοί κοιμούνται ολόγυμνοι.»

«Μαζή μ’αυτούς τους ιδιόρρυθμους ενοίκους, που ήταν έκτακτοι, ήταν πολλοί μόνιμοι. Μια απ’αυτούς ήταν μια ωραία κυρία παχουλή και με χαρακτηριστικά που μας έδιναν μια ιδέα για τις όμορφες χανούμισσες της Πόλης. Στολισμένη με τα χρυσαφικά της, με φανταχτερά και πλούσια φορέματα, με μπόλικη πούδρα και κοκκινάδι, όμοια με τις έγχρωμες λιθογραφίες που εβλέπαμε επάνω στις λατέρνες, διέσχιζε καμαρωτή το διάδρομο του ξενοδοχείου, αφήνοντας πίσω της, ένα άρωμα βαρύ, που για πολλή ώρα αιωρείτο στην ατμόσφαιρα. Ένα αμάξι την επερίμενε, κάθε βράδυ, σε ωρισμένη ώρα και τη μετέφερε στον «Ορφέα», στο γνωστό τότε καφέ σαντάν της οδού Αθηνάς, όπου ετραγουδούσε και εχόρευε τους χορούς της Ανατολής.

Κι ο Βερβενιώτης συνεχίζει:

«Πειό πάνω από το Μοναστηράκι, στην οδόν Αθηνάς, μια σειρά λαϊκών ξενοδοχείων ήταν το ένα κοντά στο άλλο.

Τα ξενοδοχεία αυτά, που είχαν για πελάτες πτωχούς επαρχιώτες και πτωχούς υπαλλήλους και εργάτες, είχαν τη φήμη ότι ήταν ακάθαρτα.

Τα παράσιτα έντομα ενδημούσαν και οι πελάτες, όσοι είχαν κάποια ευαισθησία στον ύπνο, ή έμεναν άγρυπνοι ή εγκατέλιπαν το ξενοδοχείο για να περάσουν τη νύχτα σε κάποιο παγκάκι της Ομονοίας ή σε κάποιο διανυκτερεύον καφενείο.

st1Πιστεύομε γενικώς ότι η αιμοδοσία είναι επινόησις που μας ήλθε από τη Δύση. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Όπως και στην ατομική ενέργεια τόσο και στην αιμοδοσία η Ελλάς είναι πρωτοπόρος. Προέρχεται… από τα ξενοδοχεία της οδού Αθηνάς, όπου επί τόσα έτη τόσοι έχουν προσφέρει το αίμα τους.

Με μια μόνη διαφορά ότι το έχουν δώσει όχι σε ανθρώπους αλλά σε κορέους! Η καθαριότης των ξενοδοχείων αυτών ήταν στοιχειώδης και επιφανειακή. Η μεγάλη λειψυδρία που εμάστιζε τότε την Αθήνα, εδημιουργούσε μια κακή κατάστασι στα ιδρύματα αυτά, που έπρεπε να ήταν υποδειγματικά, αφού αποτελούσαν τη βιτρίνα του πολιτισμού μας. Τα χονδροειδή σανιδένια πατώματα δεν ήταν εύκολο να σφουγγαρίζωνται τακτικά, γιατί και κόπο πολύ ήθελαν και νερό πολύ, το οποίο οι καμαριέρηδες αντλούσαν από τα πηγάδια.

st2Οι λεκάνες των αποχωρητηρίων ήταν συχνά γεμάτες. Το ένα ή δύο μπάνια, που ευρίσκοντο σε κάθε όροφο, πεπαλαιωμένα και κακοπλυμένα, έμεναν και αυτά σχεδόν αχρησιμοποίητα.

Βρύσες δεν υπήρχαν στα δωμάτια. Μια λεκάνη και μια κανάτα από πορσελάνη ευρίσκοντο επάνω σ’ένα νιπτήρα, ο οποίος ήταν σκεπασμένος με μαρμάρινη πλάκα.
Δίπλα στο νιπτήρα, στο πάτωμα, μια άλλη μακρουλή κανάτα εμαγιέ, το μπροκ, ήταν γεμάτη νερό για ρεζέρβα.

Ο πελάτης εσαπουνίζετο μέσα στο ίδιο νερό της λεκάνης και ύστερα εξέπλενε της σαπουνάδες με το ένα χέρι, γιατί με το άλλο εκρατούσε τη βαρειά κανάτα. Όταν το νερό της κανάτας ετελείωνε, για να τη γεμίση πάλι ο πελάτης, με κλειστά τα μάτια από τις σαπουνάδες, έψαχνε ψηλαφητά για να εύρη το μπροκ.

Κάποτε η κανάτα εγλυστρούσε από το χέρι του πελάτη και έπεφτε, σπάζοντας λεκάνες και μάρμαρα. Γι’αυτό, σπανίως έβλεπε κανείς στα ξενοδοχεία, ακέραια αυτά τα δοχεία και αυτά τα έπιπλα». [Α. Βερβενιώτη, «Η Αθήνα του 1900». Θωμάς Σιταράς (Αθηναιογράφος), http://www.paliaathina.com, πηγή]

This entry was posted in ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΑ and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.