Μέτσοβο: Το «διαμάντι της Πίνδου»

pegasus_large_t_242261_54425896_type12683Γύρω απ’ το τζάκι κάθονταν με πρωτόκολλο, εξού και η φράση «είναι από τζάκι» (αρχοντικό Τοσίτσα).

Παρατεταμένοι χειμώνες σε γραφικές γειτονιές, ζώσα παράδοση συνοδεία εκλεκτών εδεσμάτων και φόντο η μαγευτική φύση της Πίνδου. Οι «χάρες» του Μετσόβου πολλαπλασιάζονται και προκαλούν όλους με ένα ερώτημα: πόσα αξιοθέατα μπορεί να κρύβει μια τόσο μικρή πόλη;

engine-feed-gr«Καρδιά» του Μετσόβου η κεντρική πλατεία.

Καπνισμένες καμινάδες αναδύουν ένα σύννεφο ομίχλης και μέσα του φεγγοβολούν τα αρχοντόσπιτα του Μετσόβου. Απλωμένα αμφιθεατρικά, σε μια κατάφυτη βουνοπλαγιά κάτω από τον περιβόητο αυχένα της Κατάρας, σηματοδοτούν το λατρεμένο καταφύγιο 3.000 βλαχόφωνων ψυχών∙ αυτών που στο μεταίχμιο Ηπείρου, Θεσσαλίας και Δυτικής Μακεδονίας ανευρίσκουν κάθε φορά, τους ιδεατούς τρόπους αξιοποίησης του τόπου τους.

Δεν το ξέρεις ακόμα, μα θα το δεις: οι Μετσοβίτες δεν μεταναστεύουν. Κόντρα στο κατεστημένο που θέλει τους ορεινούς οικισμούς της χώρας να εγκαταλείπονται και να ερημώνουν, το «διαμάντι της Πίνδου» αντιστέκεται σθεναρά, αποτελώντας ένα χωριό που οι κάτοικοί του δεν αποχωρίζονται εύκολα.

Ανυπομονείς να καταλάβεις το γιατί και ακολουθείς τον δρόμο περιμετρικά, μια ανάσα μακριά από τα δύο χιονοδρομικά κέντρα (και ένα ακόμα ανενεργό του Ανήλιου, τρία) που αναμένουν καρτερικά το πρώτο χιόνι. Από το πανοραμικό, προς το παρόν, πράσινο-κόκκινο θέαμα, με τα έλατα και τις οξιές να επιδεικνύουν σε κάθε στροφή του τιμονιού τις πλουμιστές φορεσιές τους, αφήνεσαι μια και καλή στο γκρίζο βασίλειο της πέτρας.

Λιθόχτιστα καλντερίμια διακλαδίζονται ανάμεσα σε διώροφα αρχοντικά με βαριές ξύλινες πόρτες και κεπέγκια, ενώ πίσω από τους εν νυκτί σφαλιστούς μεντεσέδες, αποκαλύπτονται θαυμαστοί χώροι τέχνης. Η υπογραφή των γηγενών, ξακουστών εθνικών ευεργετών – Βαρόνου Μιχαήλ Τοσίτσα και Ευάγγελου Αβέρωφ- χαρακτηρίζουν και θέτουν τις πολιτισμικές βάσεις της σύγχρονης μετσοβίτικης πραγματικότητας. Αβερώφειος Κήπος, Αρχοντικό Τοσίτσα, Πινακοθήκη Αβέρωφ, Τυροκομείο Τοσίτσα, Οινοποιείο Αβέρωφ και ούτω καθεξής…

Οι επιφανείς γόνοι του Μετσόβου συνέβαλαν τα μέγιστα στην εξέλιξη του τόπου τους, αναλαμβάνοντας πρωτοβουλίες για την ανάδειξη και διατήρηση πολύτιμων στοιχείων του, κυρίως μετά την καταστροφή του 1854 από τα στρατεύματα του Αβδή Πασά. Αξίωσαν -και τους το αναγνωρίζουν όλοι- την πατρίδα τους με δεκάδες αξιοθέατα, η ποιότητα και το εύρος των οποίων συναγωνίζονται αυτά μιας σύγχρονης μεγαλούπολης.

engine-feed-grΚόκκινο χαλί οι κεραμιδένιες στέγες.

Αν εμμείνεις στα ειδυλλιακά μεν, τετριμμένα δε, «βαρύ κρύο, λιθόχτιστα καλντερίμια, τζάκι και καλό φαγητό», θα φανείς κατά πολύ άδικος με το συνολικό πακέτο που τόσο απλόχερα προσφέρει το Μέτσοβο. Εξάλλου, μετά την ολοκλήρωση της Εγνατίας οδού, διαγράφει νέα πορεία, αποτελώντας ένα κοντινό και εύκολα προσβάσιμο προορισμό. Γι’ αυτό λοιπόν, ξέχνα τα όλα και ξεκίνα απ’ την αρχή.

Πλάι στο φαγοπότι, το κούρνιασμα μπροστά στις φλόγες και τους κλασικούς περιπάτους σε λιθόχτιστα μονοπάτια, πρόσθεσε κι άλλα. Κι άλλα πολλά. Δεκάδες επιλογές που ήδη προσφέρονται ή είναι στα σκαριά, το ανάγουν -θα το δεις-, από έναν υποδειγματικό ορεινό προορισμό, σε ένα μοναδικό ορμητήριο διακοπών.

Κάθε φορά, πρώτη φορά

Στήνεις καρτέρι στον ήλιο, μα αυτός σε αφήνει να περιμένεις. Είναι περασμένες οχτώ όταν οι πρώτες δέσμες φωτός βρίσκουν τον δρόμο τους μέσα από μεγαλειώδεις βουνοκορφές, φωτίζοντας μία-μία κεραμοσκεπές και καμινάδες. Η ορεινή πολιτεία ορθώνει ανάστημα στη σμίξη τριών βουνών (Λάκμος, Μαυροβούνι και Ζυγός), στις νότιες απολήξεις της βόρειας Πίνδου, πάνω απ’ τον Μετσοβίτικο ποταμό σα να θέλει να σου αποκαλύψει μονομιάς, όλα της τα μυστικά!

Στα 1.200μ., σε έναν τόπο όπου 220 μέρες τον χρόνο η μέση θερμοκρασία δεν ξεπερνά τους 10 βαθμούς, η ζωή κυλά αργά, σαν τα πρώτα βήματα που ακούγονται γύρω από την περιβόητη κεντρική πλατεία. Χαράζεις πορεία, μα όποια κατεύθυνση κι αν διαλέξεις, όλοι οι δρόμοι οδηγούν εκεί, στην «καρδιά» του, που ανελλιπώς σφύζει από ζωή.

Μεσοβδόμαδα το Μέτσοβο «ανήκει» στους Μετσοβίτες κι εσύ διαγράφεις κύκλους μέχρι να σε απορροφήσει το τοπίο, μέχρι να μη σε ξεχωρίζουν σαν ξένο και έχεις τα αυτιά σου ανοιχτά… Γραφικοί γέροντες με τα χέρια διπλωμένα πίσω από την πλάτη, με κρεμάμενα κομπολόγια ανάμεσα σε ροζιασμένα δάχτυλα, περιφέρονται ανέμελοι, μην αφήνοντας παγκάκι για παγκάκι αδειανό, στεκάμενοι εμπρός τους ή καθιστοί, κρατώντας γκλίτσες και φορώντας κασκέτα, συζητώντας τα πολιτικά. Οι Μετσοβίτισσες κυκλοφορούν επιδιδόμενες στα ψώνια της ημέρας, ούσες έτοιμες, στην πρώτη ευκαιρία να ξεκρεμάσουν απ’ το ντουλάπι τις παραδοσιακές τους στολές.

engine-feed-grΕκ βάθρων αναστηλωμένο το αρχοντικό Τοσίτσα.

Κρυφακούς άθελά σου αποσπάσματα από κατ’ ιδίαν συζητήσεις και ενίοτε ξεκλέβεις λέξεις άγνωστες… Το μεγαλύτερο βλαχοχώρι της Ελλάδας με δύο ζώσες μητρικές γλώσσες, αποτελεί έναν τόπο οπού περισσότερο ακούς την τοπική διάλεκτο, παρά τα νεοελληνικά. Είναι η πρώτη που μαθαίνουν άλλωστε, τουλάχιστον μέχρι τούτη τη γενιά. Αν τους ρωτήσεις, θα σου πουν. Είναι περήφανοι για τη ντοπιολαλιά τους, όπως περήφανοι είναι και για τον τόπο τους, που τους προσφέρει ό,τι χρειάζονται για να είναι αυτάρκεις.

Ορεινοί βοσκότοποι και απεριόριστη ξυλεία, ορίζουν ως κύρια απασχόλησή τους την κτηνοτροφία, τη λαϊκή τέχνη (ξυλουργική, βαρελοποιία και στο παρελθόν την υφαντουργία), από τη δεκαετία του ‘50 και τον τουρισμό. Το βλέπεις ξεκάθαρα στα δεκάδες τουριστικά μαγαζιά που «διαλαλούν» την πραμάτεια τους (μετσοβόνε, λουκάνικα, χυλοπίτες ή δεκάδες σκαλιστά είδη οικιακής χρήσης) σε ξύλινους πάγκους ή πίσω από καλογυαλισμένες προθήκες. Θα τα επισκεφτείς σίγουρα, πριν αποχωρήσεις. Δεν νοείται να μη φορτώσεις το όχημά σου με… όσα λαχταριστά «σουβενίρ» πιάνουν οι χούφτες σου!

Σε μετσοβίτικο «χορό»

Καλημερίζεις τους πρωινούς συνοδοιπόρους σου, γνέφεις στους άρτι αφιχθέντες στο εδώ και 40 χρόνια «δηλωμένο» παγκάκι των γερόντων και διασχίζεις το στρωμένο με χρυσαφένια πλατανόφυλλα προαύλιο της μητρόπολης. Σέρνεις τα πόδια απολαμβάνοντας την αίσθηση του πιο όμορφου φυσικού «χαλιού» και υποκλίνεσαι μπρος στον ναό της Αγίας Παρασκευής. Πάνω απ’ το κεφάλι σου, το καμπαναριό με το ρολόι και στα ενδότερα, το περίτεχνο ξυλόγλυπτο τέμπλο φτιαγμένο από τους περίφημους Μετσοβίτες ταλιαδόρους το 1730. Θαυμαστές εκκλησιές θα βρεις πολλές, διάσπαρτες σε όλη την έκταση του οικισμού.

Η μονή του Αγίου Νικολάου στα «ριζά» του και πολύ κοντά, η Ι.Μ. Κοίμησης της Θεοτόκου με τη μία μοναχή, αποκαλύπτουν μοναδικές τοιχογραφίες και τέμπλα του 17ου αι. Αλλες τόσες θα βρεις βρύσες. Ισως γιατί τα παλιά αρχοντικά βρίσκανε πρώτα την πηγή και μετά χτίζανε. Χρονολογούνται το 18ο και 19ο αι. και ξεχωρίζουν για το μαύρης σχιστόπλακας υπόστεγο, κάτω απ’ το οποίο χρόνια τώρα, ξεδιψούν οι περαστικοί.

engine-feed-grΟ Αϊ-Γιώργης στον Αβερώφειο Κήπο, με τον οποίον ο Γ. Αβέρωφ «ξεπλήρωσε» το τάμα του.

Στο κέντρο του οικισμού, εκεί που το 1668 ανεγέρθηκε το Κάστρο -και το 1854 καταστράφηκε μαζί με όλο το χωριό-, βρίσκεται ο καταπράσινος λόφος αναψυχής, με περιμετρικά παγκάκια, ιδανικά για χάζι από ψηλά. Στην πίσω πλευρά του, το μουσείο-κόσμημα, η πινακοθήκη Αβέρωφ και το συνεδριακό κέντρο Διάσελο, το οποίο «παγώνει τον χρόνο» σε ασπρόμαυρα καρέ, φιλοξενώντας φωτογραφίες του αείμνηστου Κώστα Μπαλάφα.

Με το «μάτι» του φακού ταξιδεύεις νοερά στην ευρύτερη περιοχή της Πίνδου και «μαζεύεις» εικόνες πολλές, πριν καλά-καλά το πράξεις στα αλήθεια. Θα έρθει η ώρα για εκδρομές. Σε μηδαμινή απόσταση σε περιμένουν πράματα και θάματα, τοπία και δράσεις, για όλα τα γούστα. Πάρε για παράδειγμα το εξίσου ξακουστό για τα πεντανόστιμα κοψίδια και τους… καλοπερασάκηδες κατοίκους του, Ανήλιο, ή ακόμα παραπέρα, την τεχνητή λίμνη πηγών Αώου, το αλπικό σκηνικό με τον 30 χλμ. περίπλου.

Σε απόσταση μισής ώρας εμφανίζεται η επίσης βλαχόφωνη, νοικοκυρεμένη Μηλιά. Το χωριό με τα 40 εργαστήρια -που χειρίζεται το ξύλο με μεγάλη μαεστρία!-, έχει την αγκάλη του ανοιχτή σε όλους τους επισκέπτες, ενώ παρέχει πρόσβαση και στη Βάλια Κάλντα.

Σε αντίθετη κατεύθυνση η Χρυσοβίτσα, το φημισμένο πατατοχώρι με την ομώνυμη, ξακουστή μονή και τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, πιο κάτω το Ανθοχώρι, με τη νεροτριβή, το όρος Λάκμος με τα δεκάδες χαρτογραφημένα περιπατητικά μονοπάτια… Κρατάς σημειώσεις για τη συνέχεια και παίρνεις την κατηφόρα για το παλιό Μέτσοβο.

Στην καρδιά της παράδοσης

Μέσω ενός στενού ασφαλτόδρομου βρίσκεσαι εκεί που κάποτε χτυπούσε η καρδιά του αρχικού χωριού και των παλιών (ξύλο-)βιοτεχνιών, όπως αυτή του Κωνσταντίνου Γκίνα, ο οποίος εδώ και 40 χρόνια φτιάχνει βαρέλια από ολόκληρους κορμούς οξιάς. Ολοένα κατεβαίνεις, μέχρι που ακούς πια, την ποταμιά και βρίσκεις την ηρεμία σου δίπλα στον ανενεργό νερόμυλο Γκίνα, πάνω στο γεφυράκι.

engine-feed-grΟ δρόμος προς τη μονή Αγ. Νικολάου. Στο βάθος το Ανήλιο.

Αναλογίζεσαι τι θα πρωτοκάνεις. Θα προλάβεις να ζήσεις πώς είναι να είσαι «από τζάκι» εντός του θαυμαστού Μουσείου Λαϊκής Ηπειρώτικης Τέχνης του Αρχοντικού Τοσίτσα; Θα καταφέρεις να παρακολουθήσεις τη διαδικασία παραγωγής του φημισμένου μετσοβόνε;

Μην εύχεσαι, πράξε! Να προτείνεις τις ιδέες σου, μαζί με τους εκλεκτούς φοιτητές του πρότυπου ερευνητικού κέντρου ΜΕ.Κ.ΔΕ.. Να «μεθύσεις» απ’ την πλούσια υφή, το άρωμα και το διαυγές χρώμα του επάξια δημοφιλούς «Κατώγι Αβέρωφ». Κάτω απ’ το καμπαναριό του Αγίου Γεωργίου, και εν μέσω όλων των δέντρων που ευδοκιμούν στην Πίνδο μάζεψε στις τσέπες σου άγρια κάστανα, ακολουθώντας το παράδειγμα των γύρω.

Ισως συναντήσεις και τον κ. Κώστα, έναν από τους μάστορες που χρόνια πριν, έχτισαν την πέτρινη πρόσοψη και τα γεφύρια στον Αβερώφειο Κήπο. «Τι κοιτάτε; Αν κρατάνε;», να ρωτήσεις. Και μ’ ένα χαμόγελο να πάρεις απάντηση: «Τα γεφύρια κρατάνε, εμείς δεν κρατάμε, κόρη μου». Κείμενο: Ηλέκτρα Φατούρου. Φωτογραφίες: Παναγιώτης Σαρρής. Πηγή

This entry was posted in ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΣ, ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ and tagged , , , , . Bookmark the permalink.