Η εποχή του τρύγου …και της μουσταλευριάς στην ορεινή Λευκάδα

7_trygosΛίγοι είναι αυτοί που έχουν τρυγήσει, οι περισσότεροι περιμένουν λίγο ακόμη για να ανέβει ο βαθμός και κάποιοι άλλοι δεν θα μπουν καθόλου φέτος στα αμπέλια, αφού φρόντισαν ήδη να τα τρυγήσουν τα ανεπιτήρητα ζώα.

1_trygosΤο κρασί ήτανε κάποτε μαζί με το λάδι το κύριο προϊόν για τους Λευκαδίτες. Ήτανε μάλιστα το μοναδικό προϊόν που παρείχε κάποια χρήματα και στις πιο φτωχές ακόμη οικογένειες στα χωριά της ορεινής Λευκάδας, που έπρεπε να καλύψουν με αυτά τις ανάγκες μιας ολόκληρης χρονιάς, όπως γράφει Μιλτιάδης Δ. Κακλαμάνης στο βιβλίο του «Εγκλουβή – Λαογραφικά, κοινωνικά, εκπαιδευτικά και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των κατοίκων της» (Εκδόσεις Γρηγόρη, 2005), απ΄ όπου αντιγράφουμε και τα παρακάτω.

11_trygos«… Τα ροζιασμένα χέρια του Εγκλουβησάνου κατόρθωσαν σε όλες εκείνες τις ορεινές εκτάσεις να φυτέψουν αμπέλια… (σ.σ. τα σημάδια είναι ακόμη μέχρι σήμερα ορατά, αφού τις ξερολιθιές και τα κουτσμπέλια τα συναντά κανείς και στα πιο απίθανα σημεία που φτάνουν πολλές φορές μέχρι ψηλά στα βουνά).

10_trygosΟ τρύγος άρχιζε τις αρχές του Οχτώβρη και κρατούσε όλο το μήνα. Τα σταφύλια τα έβαζαν στα καλάθια από καλάμια ή βέργες που τα έφτιαχναν οι ίδιοι, όπως και σε κοφίνια (κόφες) που τα αγόραζαν από τη Λευκάδα, που ειδικοί τεχνίτες τα πουλούσαν στον Άγιο Μηνά και οι ίδιοι τα μετέφεραν στο σωρό. Πρώτη φροντίδα ήταν το καθάρισμα των βαρελιών (βαγένια). Από τις πόρτες του βαρελιού βάζανε μέσα τα παιδιά και με τις θρουμπόσκουπες (σάρωθρα) αρχίζανε το τρίψιμο με το νερό που είχε μέσα, ενώ γύριζαν το βαγένι για να πλυθεί όλο.

9_trygosΧύνανε το νερό, έριχναν κι άλλο και κατόπιν το έβγαζαν. Τα παιδιά παίρνανε το χαρτζιλίκι.

Με χαρές και γέλια όλο εκείνο το ανθρωπομελίσσι τραβούσε από το πρωί για τα αμπέλια, άρχιζαν να μεταφέρνουν τα σταφύλια στο σωρό και οι άντρες να τα βάζουν στα σακιά ή στις νωπές γιδιές, που εσωτερικό τους ήτανε το τριχωτό μέρος και ο λαιμός δεμένος με σχοινί. Απάνω ήταν το πλατύ μέρος και όταν τις γέμιζαν, τις έδεναν με σχοινί και τις φόρτωναν ανά δύο στο κάθε ζώο. Στα μεγάλα αμπελοχτήματα το πάτημα των σταφυλιών γινόταν επιτόπου, αφού προηγουμένως είχαν μεταφέρει τα καδοπάτηρα και τα έφερναν κατόπι στο χωριό ρίχνοντας κατ΄ ευθείαν στα βαγένια. Το πάτημα γινότανε και στα σπίτια.

Μετά το πάτημα έριχναν στο βαγένι μια φούχτα γύψο που τον έβγαζαν από το λαγκάδι του Αη-Νικόλα, τον έψηναν προηγουμένως στο φούρνο ή σε ειδικά μικρά καμινάκια, τον κοπάνιζαν και όταν ετοιμαζόταν τον κοσκίνιζαν με τη σίτα. Αυτό το έκαναν για να δώσει περισσότερο χρώμα στο κρασί ο γύψος και να διατηρηθεί καλύτερα και περισσότερο…

Αν η σοδειά ήτανε μεγάλη, το κρασί το έριχναν στους λινούς που χωρούσαν 30-40 βαρέλες και ήτανε στην αυλή των σπιτιών ή μέσα σε δαύτα. Μερικοί λινοί διατηρούνται και σήμερα χωρίς βέβαια να γίνεται χρήση τους, γιατί το σταφυλόκαρπο τον παραδίδουν στο Τ.Α.Ο.Λ. Επίσης και τα βαγένια λίγο πολύ πάνε να εξαφανισθούν εκτός από τα μικρά των 2-5 βαρελιών όπου υπάρχουν και οι αγρότες τα κρατούν με το κρασί για τις ίδιες τους ανάγκες.

Στα στέμφυλα (τσίπουρα) ρίχνανε νερό και γινότανε κατώτερης ποιότητας κρασί (λάγκερο), όταν τα έβγαζαν, τα πήγαιναν στη στίψη (τρόκολα) για να πάρουν ό,τι είχε απομείνει. Αυτό το λέγανε τσιπρίτη και κατόπιν ό,τι απόμενε το μεταφέρανε στο αμπέλι για λίπανση. Το λάγκερο το έπιναν σ΄ όλο το διάστημα του χρόνου και μερικές φορές ήτανε σχεδόν το μοναδικό προϊόν του χωριού, διότι όλοι περίμεναν να πουλήσουν το κρασί για να πάρουν λεφτά για το σπιτικό τους που είχε τόσες ανάγκες ολοχρονίς…

Το κρασί πουλιόνταν στο εξωτερικό όπως στην Τεργέστη, στο Φιούμε και στη Βενετία. Το ανακάτευαν με το δικό τους για το χρώμα του, ήτανε δηλαδή κρασί αναμείξεως. Το μετέφεραν με τα ζώα στο μπάρκο και η παραλαβή του γινότανε στο Κάστρο, αργότερα στη Ντουγάνα, παραλία Λευκάδας, για φόρτωση στα καράβια. Ειδικοί μεσίτες πήγαιναν στο αφεντικό τους το δείγμα (μόστρα) σε μπουκάλι κι αυτός όποια έκρινε κατάλληλα έδινε την τιμή. Τέτοιοι μεσίτες στο χωριό ήταν ο μακαρίτης Σπυρανδρέας, ο Γιώργος Καραπάνος, ο Πάνος Χαράς-Καραμέλας και ο πατέρας του.

Ο καθένας βέβαια είχε το δικό του αφεντικό. Οι Μανιάτης, Τζεβελέκης και Τσάντος ήτανε οι έμποροι στην πόλη. Αργότερα βρέθηκε η μέθοδος του βαθμού. Άλλο βάσανο για τον αμπελουργό. Ποιος ήξερε από βαθμό; Παλιά η τιμή ήτανε κατά ιονική βαρέλα (56 οκάδες), αργότερα βάσει του οινοπνεύματος (γράδο). Το γραδάρανε βέβαια και στο Τ.Α.Ο.Λ. και στου ιδιώτη Καμινάρη. Μα ο αφέντης δεν παραδεχόταν το γραδόμετρο. Έλεγε «εγώ δεν ξέρω τι λένε αυτουνού τα γράδα, μόνο το δικό μου παραδέχομαι». Τελείωνε το μέτρημα, ο νοικοκύρης κρατούσε στο ασκί λίγο κρασί για να μην πληρώσει στην ταβέρνα του μακαρίτη Σπυρογιάννη Μελά, του Περικλή ή του Καπελαντώνη.

Όταν τελείωνε το φαγοπότι, ο νοικοκύρης πήγαινε να πάρει τον λογαριασμό. Μα ο αφέντης καθόταν στην πλατεία με τον Λογοθέτη το δικηγόρο ή το Σέρβο το γιατρό και έπιναν τον καφέ τους. Ο νοικοκύρης με τις πλάτες ακουμπισμένες στον τοίχο του Αγίου Σπυρίδωνα περίμενε υπομονετικά το σηκωμό του αφέντη για το γραφείο του και ακολουθώντας τον, πήγαινε κι έπαιρνε το λογαριασμό. Τι απονιά είχε αυτός ο κόσμος και να ξέρει ότι ο αγρότης θέλει 3 ώρες με τα ζώα να πάει στο χωριό με βροχή ή χαλάζι για να παραδώσει τ΄ ασκιά σ΄ άλλον που θα πήγαινε την άλλη μέρα το κρασί στο μπάρκο! Οι άνθρωποι που πήγαιναν το κρασί συχνά τρώγανε στο δρόμο.

Η τιμή κοβόταν βάσει του οινοπνεύματος και το μέτρημα, με την ξέστα: 128 καρτούτσα είχε η βαρέλα ή δεκαέξι μέτρα ίσον 8 ξέστες. Καμιά φορά το βαγένι του νοικοκύρη με τις 15 βαρέλες έβγαινε 14. Ποιος φταίει; Βέβαια η ξέστα του άρχοντα…».

Για τη Μουσταλευριά γράφει Μιλτ. Κακλαμάνης:

3_%ce%bc%ce%bf%cf%85%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bb%ce%b5%cf%85%cf%81%ce%b9%ce%ac«Οι γυναίκες κρατούσαν μούστο και τον έβραζαν ρίχνοντας αλεύρι και τα ανακάτευαν συνεχώς μέχρι να πήξει. Ύστερα έριχαναν τη μουσταλευριά σε ταψιά και τη χάραζαν σε τεμάχια. Έβγαζαν μετά τη μουσταλευριά και την τοποθετούσαν σε σανίδες ώσπου να ξεραθεί. Τη μουσταλευριά τη μεταχειρίζονταν σε σπερνά και την πρόσφεραν σε επισκέπτες. Όταν έβραζε, βουτούσαν μέσα σφήνες ολόκληρες από καρύδια που τα είχανε περάσει σε κλωστή, τα έλιαζαν και ήτανε τα περίφημα σουζούκια».

2_%ce%bc%ce%bf%cf%85%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bb%ce%b5%cf%85%cf%81%ce%b9%ce%acΟι φωτογραφίες της Μουσταλευριάς είναι του Μπάμπη Λάζαρη ο οποίος γράφει στο fb:

1_%ce%bc%ce%bf%cf%85%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bb%ce%b5%cf%85%cf%81%ce%b9%ce%acΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΜΟΥΣΤΑΛΕΥΡΙΑΣ!

1. Χθες μεσάνυχτα μας χάρισαν το μούστο.
2. Μέχρι τις 6 το πρωί βράσιμο του μούστου και ξάφρισμα για να μη ξυνίσει.
3. Σήμερα το απόγευμα ανάμειξη μούστου με αλεύρι και βράσιμο μέχρι να πήξει.
4. Σερβίρισμα και στόλισμα μουσταλευριάς με καρύδια, σουσάμι και κανέλα.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Όταν το διαδίκτυο θα μπορέσει εκτός από πληροφορία να μεταφέρει και ύλη, ΟΛΟΙ φίλες και φίλοι σίγουρα θα τραταριστούν από την κυρία Κατερίνα. ΚΑΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ…».

This entry was posted in ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΣ, ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ, Λευκάδα and tagged , , , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.