Το μεγαλείο του απόδημου Ελληνισμού

2010-anzac-parade-march-227Όσοι έτυχε σε τούτο τον τόπο να ασχοληθούμε με το θέμα του Απόδημου Ελληνισμού, με αυτό το ανεκτίμητο εθνικό κεφάλαιο, στο οποίο οφείλουμε, βασικά, την απελευθέρωση της πατρίδας μας από τον τουρκικό ζυγό και την εδραίωση του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους, έχουμε διαπιστώσει, σε όλες του τις διαστάσεις, το μεγαλείο του.

Αυτό οφείλεται, κατά κύριο λόγο, στο γεγονός ότι, στα δίσεχτα χρόνια της σκλαβιάς, οι πιο λαμπροί και δημιουργικοί Έλληνες εγκατέλειψαν τις πατρογονικές τους εστίες, εγκαταστάθηκαν σε όλα τα τότε γνωστά μέρη, με τη δράση τους δε και την προσφορά τους στην πρώτη και στη δεύτερη πατρίδα τους αναδείχτηκαν Ευεργέτες του Ελληνικού Έθνους και ταυτόχρονα συντελεστές της προόδου της ανθρωπότητας.

Κλασική η περίπτωση του Ελληνισμού της Οδησσού, που ανήκε τότε στην Τσαρική Ρωσία, και αποτέλεσε μια απ’ τις φωτεινές εστίες του Ελληνισμού της Ρωσίας, με τη μεγάλη προσφορά του προς το Έθνος.

Ήταν, κατά κοινή ομολογία, υψηλό το πατριωτικό αίσθημα των Ελλήνων της Οδησσού, όπως άλλωστε και των υπόλοιπων Ελλήνων της Διασποράς. Αυτό εκδηλώθηκε κυρίως με το ενδιαφέρον τους και με το ζήλο τους στον ευαίσθητο τομέα της παιδείας.

Είχε παρουσιαστεί αξιόλογη πρόοδος στις εμπορικές τους δραστηριότητες, που είχαν και τον ανάλογο αντίκτυπο στην κοινωνική και πνευματική φυσιογνωμία της Ελληνικής Κοινότητας, και είχαν αρχίσει στην Οδησσό, και σε ολόκληρη τη Ρωσία, με την ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας, οι ζυμώσεις για την προετοιμασία του Γένους προς απόκτηση της ελευθερίας του. Ήταν συνεπώς αδήριτη η ανάγκη για την ίδρυση ενός Σχολείου στην Οδησσό, που θα γινόταν το προπύργιο για την ουσιαστική μόρφωση της ελληνικής νεολαίας και για το φωτισμό του Γένους.

Ίδρυσαν, λοιπόν, την Ελληνική Εμπορική Σχολή της Οδησσού, και αποφάσισαν να αναλάβουν τα έξοδα της λειτουργίας της, και την ευθύνη για τη διοίκηση και τη διαχείρισή της.

Πρώτο και κύριο μέλημά τους η εξεύρεση του πιο κατάλληλου, για μια τέτοια Σχολή, προσώπου το οποίο θα αναλάβει τη Διεύθυνσή της. Απηύθυναν, αρχικά, πρόσκληση στον Κωνσταντίνο Κούμα, Διευθυντή του περίφημου Φιλολογικού Γυμνασίου Σμύρνης, οι μαθητές του οποίου ήταν περιζήτητοι και δίδασκαν στην Ελλάδα, στο Βουκουρέστι, και σε διάφορα μέρη της Ρωσίας, τα μαθήματα του Γυμνασίου. Η πρόσκληση αυτή επαναλήφθηκε και αργότερα, αλλά ο Κούμας δεν αποδέχθηκε «την αγαθήν των πρόσκλησιν» αφού τους εξήγησε ευγενικά ότι «και ήμην και έσομαι, έως ου ζω, της Σμύρνης και πολίτης και δάσκαλος».

Παρόμοια φήμη με αυτή του Φιλολογικού Γυμνασίου Σμύρνης είχε εκείνη την εποχή η Αυθεντική Ηγεμονική Ακαδημία Βουκουρεστίου, η οποία, μαζί με την Αυθεντική Ακαδημία Ιασίου, θεωρούνταν στολίδι πραγματικό και καύχημα όχι μόνο στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, αλλά και σε ολόκληρο τον Απόδημο Ελληνισμό στον οποίο το Βουκουρέστι, εκείνη την εποχή, εξαιτίας και της Ακαδημίας, είχε πολιτογραφηθεί ως «Ελληνικό Βουκουρέστι».

Σ’ αυτό, λοιπόν, το «Ελληνικό Βουκουρέστι» και στην περιώνυμη Σχολή του κατέφυγαν οι γεμάτοι από ζήλο για την παιδεία Έλληνες της Οδησσού και ζήτησαν τη συνδρομή τους για να στελεχώσουν με το πιο αξιόλογο διδακτικό προσωπικό, τη δική τους Ελληνική Εμπορική Σχολή. Ανταποκρίθηκαν πρόθυμα, και κατά σύσταση του Νεόφυτου Δούκα, δυο «καλοί καγαθοί νεανίαι, τρόφιμοι λαμπράς παιδείας, μουσόληπτοι, έμπειροι επίσης των εις παράδοσιν Ελληνικής παιδείας μέσων»: Ο Γεώργιος Γεννάδιος, ο οποίος ανέλαβε και Διευθυντής της Σχολής και ο Ιωάννης Μακρής. Αυτοί οι δυο άνοιξαν το αρτισύστατο Ελληνικό Σχολείο της Οδησσού, που επρόκειτο επί δεκαετίες ολόκληρες να αποβεί το καύχημα του Ελληνισμού του Ευξείνου Πόντου.

Η Ελληνική Εμπορική Σχολή της Οδησσού, με την τεράστια προσφορά της στον τομέα της παιδείας, κάλυψε, κατά τα χρόνια της λειτουργίας της, τις εκπαιδευτικές ανάγκες των αρρένων Ελλήνων νέων της Οδησσού και άλλων Ελληνικών Κοινοτήτων της Ρωσίας. Σιγά – σιγά όμως έγινε αισθητή ανάμεσα στους Έλληνες της Οδησσού η έλλειψη ενός Σχολείου – ανάλογου με αυτό της Ελληνικής Εμπορικής Σχολής, – το οποίο θα κάλυπτε τις εκπαιδευτικές ανάγκες των Ελληνίδων κορασίδων.

Όσοι είχαν αυτή την φωτεινή ιδέα, με προεξάρχοντα το Ροδοκανάκη, έσωσαν τον Ελληνισμό σ’ αυτή την ευαίσθητη περιοχή του Ευξείνου Πόντου. Αυτό επιτεύχθηκε με την ιδέα να ιδρυθεί στην Οδησσό ένα Σχολείο για τη συστηματική εκπαίδευση του γυναικείου φύλου, η οποία, εκείνη την εποχή, όχι μόνο στην Οδησσό, αλλά και σε πολλές άλλες μεγάλες πόλεις της Ρωσίας και της Ευρώπης, ή ήταν ανύπαρκτη ή βρισκόταν ακόμα στα σπάργανα.

Το ίδιο ενδιαφέρον που έδειξαν οι Έλληνες της Οδησσού για την Ελληνική Εμπορική Σχολή, έδειξαν και για το νέο Σχολείο των Θηλέων, το Ροδοκανάκειο Παρθεναγωγείο.
Κάλεσαν μάλιστα από την Ελλάδα τη γνωστή φεμινίστρια, δημοσιογράφο και συγγραφέα, Καλλιρρόη Παρρέν και της ανέθεσαν, για δυο χρόνια, τη Διεύθυνση του Ροδοκανάκειου Παρθεναγωγείου. Η επιλογή αυτή δεν ήταν τυχαία. Η εβδομαδιαία εφημερίδα της, με τον τίτλο «Εφημερίς των Κυριών», το πρώτο γυναικείο έντυπο στην ελληνική επικράτεια, με την οποία ανέλυε τα προβλήματα τα σχετιζόμενα με την ψυχική και πνευματική μόρφωση της Ελληνίδας και διακήρυττε την ανάγκη εξασφάλισης παιδείας και εργασίας για τις γυναίκες, κυκλοφορούσε μέσα και έξω απ’ την Ελλάδα, ήταν γνωστή στους ελληνικούς κύκλους της Οδησσού· μαζί δε με την παράλληλη συγγραφική και κοινωνική της δράση, την είχαν καθιερώσει ως προτοπόρο του φεμιστικού κινήματος, που «έσπειρε τον ανθηρόν σπόρον, στην τότε άγονον και πετρώδη γην, ώστε να δημιουργηθή η τελεία γυναίκα της αύριον».

Οι Έλληνες της Οδησσού όμως, δεν περιορίστηκαν να ενισχύσουν μόνο τη σχολική εκπαίδευση με την ίδρυση των δυο αξιόλογων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων: της Ελληνικής Εμπορικής Σχολής και του Ροδοκανάκειου Παρθεναγωγείου. Φρόντισαν παράλληλα να συνδέσουν τη ζωή του σχολείου με τη ζωή της κοινωνίας και της δράσης. Διαπίστωσαν, με τη σκληρή και αποδοτική εργασία στην οποία οι ίδιοι είχαν αφοσιωθεί, ότι ο νέος, προκειμένου να σταδιοδρομήσει στη ζωή, χρειάζεται τη γνώση. Αυτή αποτελεί οπωσδήποτε εφόδιο αναγκαίο στη ζωή, όχι όμως αρκετό. Χρειάζεται, μαζί μ’ αυτή, και την απαραίτητη εξοικείωσή του με τη ζωή και τη δράση μέσα στο στίβο της κοινωνικής ζωής. Τότε μόνο θα κατορθώσει, όταν αφήσει τη ζωή του σχολείου και εισέλθει στο σχολείο της ζωής, να μετατρέψει τη θεωρία σε πράξη, τη γνώση σε δημιουργία.

Από αυτές τις διαπιστώσεις ξεκίνησε η προσπάθειά τους, παράλληλα με την ίδρυση των σχολείων, να συνδέσουν, κατά τρόπο αμοιβαίο, το σχολείο με την κοινωνία, να προσφέρουν τη συμβολή τους στην πνευματική ανάπτυξη του τόπου της διαμονής τους, και να συντελέσουν αποφασιστικά στην ουσιαστική μόρφωση της νεολαίας. Και αυτό το πέτυχαν με δυο αποτελεσματικά μέσα που συνδέουν άμεσα το σχολείο με την κοινωνία: Και αυτά τα μέσα ήταν το τυπογραφείο και το θέατρο.

Το Ελληνικό Θέατρο χρησιμοποιήθηκε από την Ελληνική Κοινότητα ως ισχυρό όπλο για την προβολή των πατριωτικών ιδεωδών, ως μέσο κοινωνικής και εθνικής συσπείρωσης των μεταναστών και ως κέντρο ιδεολογικής ζύμωσης για την προετοιμασία της Ελληνικής Επανάστασης και της διάδοσης των επαναστατικών ιδεών. Δεν μπορούσε βέβαια να συμβεί κάτι το διαφορετικό σε μια πόλη, όπως η Οδησσός, στην οποία οι Έλληνες μετανάστες είχαν διαποτιστεί από το πνεύμα του Ελληνικού Διαφωτισμού το οποίο είχε τις ρίζες του στην αρχαία Ελλάδα. Λαϊκό σχολείο θεωρήθηκε – και τέτοιο ακριβώς ήταν – το θέατρο στην κλασική αρχαιότητα, ήδη από την εποχή του Κλεισθένη, αυτός είναι και ο λόγος που ο Περικλής, δίνοντας ουσιαστικό περιεχόμενο στην έννοια της Δημοκρατίας, καθιέρωσε τα θεωρικά που έδιναν στους άπορους πολίτες τη δυνατότητα να παρακολουθούν θεατρικές παραστάσεις στις μεγάλες αυτές γιορτές της πόλης και να απολαμβάνουν τα αριστουργήματα της αρχαίας δραματικής τέχνης, τα οποία μέχρι σήμερα διατηρούν την επικαιρότητά τους και το μεγαλείο τους.
Φρόντισαν, λοιπόν, οι Έλληνες της Οδησσού να συνδέσουν το σχολείο με το θέατρο, ξεκινώντας απ’ την πεποίθηση ότι και οι δυο αυτές κοινωνικές μονάδες συμβάλλουν αποφασιστικά στην πνευματική και αισθητική καλλιέργεια της νεολαίας.
Πλούσια η θεατρική δραστηριότητα στην Οδησσό, πλούσιες και οι εντυπώσεις που προκαλούνταν απ’ αυτή.

Η θεατρική δραστηριότητα της Οδησσού γρήγορα έγινε γνωστή στην ελεύθερη Ελλάδα. Σ’ αυτό, βέβαια, βοήθησε η Ελληνική Αγαθοεργός Κοινότητα η οποία φρόντιζε να μετακαλεί ελληνικούς θιάσους για παραστάσεις στο ελληνικό κοινό της Οδησσού. Ιδιαίτερη εντύπωση στους Έλληνες κατοίκους της Οδησσού προκάλεσε, το 1907, η παράσταση του έργου «Τιμή» του Σούντερμαν, που δόθηκε με μεγαλοπρέπεια στο θέατρο της Οδησσού, με πρωταγωνίστρια τη μεγάλη Ελληνίδα δραματουργό Κυβέλη, που έφτασε στην Οδησσό γι’ αυτόν ακριβώς το σκοπό. Με τη χάρη και τη γοητεία του ταλέντου της, και με την πρωτόγνωρη υποκριτική της τέχνη, που την κράτησαν για πολλά χρόνια στην κορυφαία θέση του ελληνικού θεάτρου, προκάλεσε τον ενθουσιασμό και τα συνεχή χειροκροτήματα των Ελλήνων θεατών της Οδησσού, που είχαν κατακλύσει την κεντρική αίθουσα και τα θεωρεία του θεάτρου.

Όσα παραπάνω ενδεικτικά αναφέρουμε επιβεβαιώνουν την αρχική άποψή μας για τον τρόπο με τον οποίο μεγαλούργησε ο Απόδημος Ελληνισμός:

Ίδρυσαν στην Οδησσό Ελληνικό Σχολείο για τους άρρενες νέους. Ανάθεσαν τη Δ/νση του Σχολείου σε έναν από τους λαμπρότερους Δασκάλους εκείνης της εποχής, στο Γ. Γεννάδιο.

Ίδρυσαν, στη συνέχεια, Σχολείο για τις Ελληνίδες κορασίδες. Ανάθεσαν τη Διεύθυνση του Σχολείου στο πιο κατάλληλο πρόσωπο για τη δημιουργία της τέλειας γυναίκας της αύριον, στην Καλλιρρόη Παρρέν. Σύνδεσαν, κατά τρόπο, πρωτοποριακό για την εποχή εκείνη το Σχολείο με το Θέατρο. Κάλεσαν από την Ελλάδα τη μεγάλη Ελληνίδα δραματουργό Κυβέλη για να παρουσιάσει ένα από τα πιο αξιόλογα θεατρικά έργα της εποχής, την «Τιμή» του Σούντερμαν.

Ενέργειες που δείχνουν πώς μια ομάδα, ένας Λαός, μπορεί να βαδίσει το δρόμο της προόδου, και που καλό θα ήταν να τις έχουμε ως υπόδειγμα και εμείς οι ταλαίπωροι σύγχρονοι Έλληνες. Πηγή

This entry was posted in ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΣ, ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΟΥ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ, ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ and tagged , , , . Bookmark the permalink.