Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΜΕΛΑ

cebcceb5cebbceb1-cebdceb1cf84ceb1cebbceb9ceb1-cf80ceb1cf85cebbcebfcf83-cebcceb5cebbceb1cf83Καθώς πηγαίναμεν ήτο κατήφορος. Είχε κατεβή ο Ζέζας από το άλογον, ως και ο Πέτρος, και τα αλόγατα πήγαιναν εμπρός και πηγαίναμεν δια την Στάτιτσα. Μας είχε πη ο Γρηγόρης ότι γνω­ρίζει εκεί ένα παιδί. Καθώς πηγαίναμεν σιγά, ήμην όπισθεν του Ζέζα’ έκαμα να βγω εμπροστά του δια να επιταχύνωμεν το βήμα ολίγον. Αμέσως με απέτρεψεν ο Ζέζας.
«Ησύχασε καημένε’ επειδή εσύ ημπορείς να περιπατείς, άρα γε όλοι ημπορούν; »

« Μα καπετά­νιε, δεν θα προλάβωμεν εις το Ζέλοβον να πάμεν. »

«’Οχι, μου είπεν, θα μείνωμεν εδώ εις την Στάτιτσα, αφού γνωρίζει ο Γρηγόρης εκείνο το παιδί. »Τότε του είπα’

«Νομίζω καπετάνιε ότι καλύτερον είναι να μην πάμεν εις το χωριό, παρά να πάμεν έξω από το  χωριό’ είναι μερικά καλύβια’ εάν βρέχη, μένομεν εις τα καλύβια’ εάν δεν βρέχη, μένομεν εις το δάσος. Με είπεν ο Ζέζας’

«Παύσε, Νίκο, όλο τα λημέρια και τα δάση αγαπάς, σαν να είσαι κανένας παλαιός κλέφτης. Είναι αμαρτία, τα παιδιά κουρασμένα, βρεγμένα’ ας μείνωμεν εις το χωριό να στεγνώσουν ολίγον. »

«Όπως θέλεις.»

Μόλις πλησιάσαμεν εις το χωριό, βγήκε πρώτος ο Γρηγόρης, μας πήγεν εις την εκκλησίαν, η οποία ήταν εις την άκρην του χωριού’ μας άφησεν εις την αυλήν και πήγεν εις το χωριό. Μετά κάμποση ώρα ήλθεν. Είχε μαζί του και 2 χωρικούς, τον Ντίνα, όπου ήτο με την συμμορίαν του Παύλου Κύρου και έναν άλλον. Αφού μας εχαιρέτησαν, ερώτησεν ο Ζέζας τον Ντίνα εάν ημπορή να μας εύρη 4 καταλύματα. Μάλιστα, είπεν ο Ντίνας, και πήγε να ετοιμάση τα καταλύματα. Κατόπιν ήλθε να μας πάρη. Καθώς κατεβαίναμεν ερώτησεν ο Ζέζας τον Ντίνα’

— Δεν ημπορούμεν, βρε Ντίνα, να εύρωμεν περισσότερα καταλύματα δια να είναι πιο ήσυχα τα παιδιά να στεγνώσουν τα καημένα;» (Πύρζας).

Το πρωί ήλθε πάλι ο Ντίνας, ο μουχτάρης και άλλοι’ εφρόντισε ο Παύλος να δοθή τροφή στα καταλύματα, πληροφορήθηκε κι έμαθε ότι τακτικά περνά στρατός απ’ το χωριό και πηγαίνει στο Ζέλοβο (150 στρατιώ­τες έμεναν στο Κονομπλάτι, 1/2 ώρα από τη Στάτιτσα). Έστειλε τότε με ανθρώπους γράμμα του Ευθυμη, την άλλη μέρα να έλθη να συναντηθούν έξω από τη Στάτιτσα, στο δάσος.

Το μεσημέρι κράτησε το Ντίνα στο τραπέζι και άλλους προεστούς του χωρίου και τους παράγγειλε το βράδυ να έλθουν και άλλοι να τους μιλήση. Ήταν ακό­μη μαζί του ο Ντίνας, όταν ήλθε η σπιτονοικοκυρά και είπε ότι μια γριά είδε στο δρόμο να έρχεται στρατός από το Κονομπλάτι. «Ε», είπε ο Παύλος, «θα έλθη, θα περάση»· και ειδοποίησε στα καταλύματα να είναι έτοιμοι, αλλά να μην κουνηθή κανείς. Ο στρατός επέρασε κάτω από τα καταλύματα και τράβηξε για τον απάνω μαχαλά. Από τα παράθυρα τον έβλεπαν. Μετά κάμποση ώρα ήλθαν γυναίκες και είπαν ότι ο στρατός έρχεται προς τα κάτω’ και ο Καραλίβανος έστειλε να ρωτήση τι να κάμουν να πυροβολήσουν ; Ο Παύλος απάντησε να μην πυροβόληση κανείς, χωρίς να τους διάταξη, και όλοι να μείνουν στις θέσεις τους. Ο στρα­τός όμως, που τον είχε ειδοποιήσει ο Μήτρος Βλάχος με μια γυναίκα, πως τάχα ήταν κρυμμένος αυτός ο ίδιος και η συμμορία του μέσα στο χωριό, επλησίασε το σπίτι όπου ήταν ο Παύλος με 4 παιδιά του και άρχι­σε να χτυπά με τους κοπάνους των όπλων το απέναντι σπίτι, οπού ήταν κρυμμένοι άλλοι 7. Αν και δεν έλα­βαν απάντηση καμιά,  εξακολούθησαν   δυνατώτερα   να  χτυπούν οι Τούρκοι και να φωνάζουν’

«Θα κάψωμε το σπίτι!»

Ο Παύλος με το Ντίνα είχαν πιάσει τα παράθυρα. Κοντά στον Παύλο ήταν ο Στρατινάκης. Ο Πύρζας έβλεπε κρυμμένος πίσω από την πόρτα, ο Πέτρος ήταν πιο μέσα. Σε λίγο άρχισαν οι στρατιώτες να χτυπούν την κάτω θύρα κι αυτού του σπιτιού για να μπουν μέ­σα να προφυλαχθούν, γιατί είχαν πεισθή ότι στο αντικρυνό ήταν άνθρωποι ύποπτοι. Τότε σήκωσε ο Παύλος το τουφέκι του και πυροβόλησε. Άρχισε και ο Ντίνος στο πλάγι του’ άρχισαν και από το απέναντι σπίτι να πυροβολούν. Οι Τούρκοι σκόρπισαν κι έπιασαν θέσεις» Πυροβολούσαν κι αυτοί μα σε λίγο έπαυσαν το πυρ. Τότε είπε ο Στρατινάκης. «Δέν κατεβαίνομε κάτω ; γιατί επάνω δεν είμαστε ασφαλείς και θα μας κάψουν σαν τα ποντίκια», Και κατέβηκαν από την ξύλινη ανεμόσκαλα σ’ ένα μικρό στάβλο από κάτω. Ο Παύλος με τον Πέτρο ήταν στην πόρτα κοντά κι έβλεπαν έξω, που επλησίαζε ένας Τούρκος στρατιώτης για να μπη και πυροβόλησαν.

Άρχιζε να νυχτώνη.  Σε λίγο βγήκε ο Στρατινάκης στην αυλή για να ιδή το σκοτωμένο’ επροχώρησαν στον περίβολο του σπιτιού και ό Παύλος με τον Ντίνα και τον Πέτρο. Ό Στρατινάκης κοίταζε να πάρη τ’ όπλο του Τούρκου. Ακούσθηκε τότε ένας πυροβολι­σμός μονάχα, Και γύρισε ο Παύλος πίσω, λέγοντας* «Στη μέση με πήρε παιδιά.»

Μπήκε μέσα, εκάθησε και φώναξε τον Πύρζα’ «Νί­κο, που είσαι ;» Έβγαλε το σταυρό του απ’ το λαιμό και είπε’ «Το σταυρό να τον δώσης στη γυναίκα μου’
και το τουφέκι, όπως σου είπα, του Μίκη’ και να τους πης, ότι το καθήκον μου έκαμα.»

Έβγαλε το πορτο­φόλι με τις φωτογραφίες των παιδιών του και ξεζώσθηκε. Τότε φάνηκαν αίματα και έπεσαν λίρες κατά γης, γιατί είχε τρυπήσει το κεμέρι του η σφαίρα, Άρχι­σε να πονή ο Παύλος κι έλεγε* «Σκοτώστε με παιδιά’ πώς θα μ’ αφήσετε στους Τούρκους ;»

Όσο περνούσε η ώρα και πονούσε δυνατώτερα, βογγούσε «πονώ». Ύστερα είπε με δυνατή φωνή΄

«Νίκο, εσύ πώς θα με αφήσης ;» Ο Πύρζας γονάτισε και τον εφίλησε στο στόμα και του είπε’

«Κοντά σου είμαι, καπετάνιε’ δε σε αφήνομε.» Και τα χείλη του Παύλου ήταν ψυχρά.

«Πονώ» έλεγε ό Παύλος και ωνόμαζε τα παιδιά του. Και πάλι έλεγε’ «Σκοτώστε με».

Δεν μπο­ρούσε πια να κουνηθή από τη θέση του. Και τα παιδιά του δεν τα ωνόμαζε πιά.

«Πονώ», είπε σιγά και ξεψύχησε. [storiacontroversa.blogspot.gr]

This entry was posted in ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΣ, ΙΣΤΟΡΙΑ and tagged , , , . Bookmark the permalink.