Ή τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς

%cf%83%cf%80%ce%b1%cf%81%cf%84%ce%b9%ce%b1%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%b1%cf%83%cf%80%ce%b9%ce%b4%ce%b1Στην αρχαιότητα, οι Σπαρτιάτισσες αποχωρίζονταν τους γιούς τους στον πόλεμο, με την μικρή αυτή φράση που λειτουργούσε ως υπενθύμιση, προειδοποίηση αλλά και ευχή. Ο μαχητής όφειλε να επιστρέψει από τη μάχη όρθιος, φέρνοντας μαζί του την βαριά ασπίδα του, ειδάλλως να τον φέρουν πίσω οι σύντροφοί του, τραυματία ή νεκρό πάνω σε αυτήν.

Η μεγάλη ασπίδα ήταν το κατεξοχήν όπλο των Ελλήνων, το «ὅπλον» που ονομάτιζε τους οπλίτες. Στον τρόπο μάχης της φάλαγγας, οι οπλίτες-πολίτες, με την ασπίδα προστάτευαν τους διπλανούς συμπολεμιστές τους. Η διατήρηση της αυτοκυριαρχίας και συνεπώς της θέσης τους στην παράταξη, κρατώντας την ασπίδα, ήταν κρίσιμη για την τελική έκβαση της μάχης και άρρηκτα συνδεδεμένη με το συλλογικό, ηρωικό ιδεώδες της αρχαϊκής πόλης.

«Απ’ τη γενιά του Ηρακλή του ανίκητου είσαστε,
θάρρος λοιπόν· και το βλέμμα του ο Δίας
δεν τ’ αποστρέφει·
των εχθρών μας το πλήθος μην το φοβάστε·
εμπρός μεσ’ στους πρώτους την ασπίδα κρατώντας
και την οργή στη ψυχή,
και τη μοίρα τη μαύρη του θανάτου
δεχτείτε την
σαν τις ακτίνες τις ζωογόνες του ήλιου.»

Ο Τυρταίος υμνούσε με τις ελεγείες του, αυτό ακριβώς το πολεμικό ιδανικό που απαιτούσε «και τη ζωή σας χαλάλι· άντρας προς άντρα», όχι μόνο από τους Σπαρτιάτες αλλά κι από όλους τους υπόλοιπους Έλληνες. Η νηφάλια αποδοχή της μαύρης μοίρας του θανάτου, μεταφυσικά μεταλλασσόταν έτσι σε ζωογόνα ηλιακή επιλογή στην πεμπτουσία της μάχης. Και έφερε εγγεγραμμένο στον πυρήνα της, τον επικό απόηχο της περίφημης ομηρικής φράσης, όπου ο Αίαντας ζητούσε από τον Δία, αν ήταν γραφτό να χαθούν οι Αχαιοί, να χάνονταν τουλάχιστον μέσα στο φως του Ήλιου.

Οι Έλληνες ήξεραν να πεθαίνουν για την πατρίδα, για τους συντρόφους, για τη δόξα. Ο τιμημένος θάνατος δεν τους ξεχώριζε πάντως από άλλους, εξίσου υπερήφανους λαούς. Στην πραγματικότητα, η τεράστια πολιτισμική τους υπεροχή ακόμη και στον τομέα της πολεμικής ηθικής, εδραζόταν στον μοναδικό τρόπο καλλιτεχνικής διακήρυξης και στην προσωπική διαφοροποίηση από τις συλλογικές αρχές της κοινότητας.
Σε αυτό το ιδεολογικό πλαίσιο, ο Αρχίλοχος άνοιξε νέους δρόμους. Αν και σχεδόν σύγχρονος με τον Τυρταίο, υπήρξε ο πρώτος δημιουργός που απομακρύνθηκε από τις μυθικές επιταγές της πολεμικής αριστοκρατίας και τόλμησε να κάνει ποίηση τις προσωπικές του πεποιθήσεις.

Ο Αρχίλοχος έζησε την πολυτάραχη ζωή του ταξιδεύοντας, συνθέτοντας λυρικά ποιήματα και ακονίζοντας το δόρυ του. Πολεμώντας συνεχώς, άλλοτε για την ιδιαίτερη πατρίδα του κι άλλοτε σαν μισθοφόρος, γνώριζε από πρώτο χέρι τόσο το πραγματικό όσο και το ηθικό βάρος της ασπίδας. Και το διακωμωδούσε!

«Χαίρεται κάποιος Σάϊος με την ασπίδα
που την πέταξα, μη θέλοντας, στα θαμνά,
κι ας ήταν θαύμα ολόκληρη.
Ο ίδιος όμως σώθηκα· γι’ ασπίδες θα μιλάμε;
Στα κομμάτια η ασπίδα· καλύτερη θα πάρω.»

Όταν διάβασα για πρώτη φορά τους παραπάνω εικονοκλαστικούς στίχους, ένοιωσα μια δυσάρεστη έκπληξη για τον αμφιλεγόμενο βάρδο που δεν δίσταζε να σατυρίσει ακόμη και την εγκατάλειψη της ασπίδας του στα χέρια των βάρβαρων Θρακών.

Ήταν όμως ο Αρχίλοχος «ρίψασπις» με την άτιμη και μιαρή έννοια του όρου; Κι έπραξαν σωστά οι Σπαρτιάτες, που δεν τον δέχτηκαν στην πόλη τους όταν κάποτε τους επισκέφτηκε; Άξιζαν άραγε οι συμπολεμιστές του, οι εχθροί, ο αντικειμενικός σκοπός του πολέμου, τον χαμό του σ’ εκείνη την εκστρατεία;

Πέρασε καιρός για να συνειδητοποίησω το σφάλμα της προκατειλημμένης, αρχικής μου ανάγνωσης. Ο κυνικός Αρχίλοχος έστεκε υπεράνω της συμβατικής, κοινωνικής κριτικής και κοντά στο πρότυπο του αυτοκαθοριζόμενου υπερανθρώπου. Η ποιητική του έμπνευση προερχόταν από την ισχυρή αυτοκατάφαση που τον χαρακτήριζε. Με αυτήν ως μέτρο σύγκρισης, έκρινε εγωκεντρικά και κατά περίπτωση, το κύρος των συγκρούσεων που λάμβανε μέρος. Αυτή ήταν η δική του Μούσα, που πετώντας την ασπίδα, διέρρηξε τα κοινοτικά θέσφατα της εποχής του και επανατοποθέτησε τα δυσδιάκριτα όρια της προσωπικής ηθικής.

Ο ποιητής-πολεμιστής Αρχίλοχος αμφιταλαντεύτηκε ρουφώντας τη χαρά της ζωής, δίχως όμως να απεμπολήσει την ύστατη τιμή του μαύρου ήλιου του θανάτου. Γιατί εν τέλει, γέροντας άνδρας, κρατώντας καλύτερη ασπίδα, όντως φονεύθηκε στη μάχη…

Η φωτογραφία: Σπαρτιατική, χάλκινη ασπίδα. Λάφυρο των Αθηναίων από τη μάχη της Πύλου (425 π.Χ.). Στην επιφάνειά της αναγράφεται η στικτή επιγραφή: «ΑΘΗΝΑΙΟΙ ΑΠΟ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ ΕΚ ΠΥΛΟ». Από παλαιότερη επίσκεψή μου στο Μουσείο της Αρχαίας Αγοράς, στη Στοά του Αττάλου.
Οι στίχοι: Τυρταίος και Αρχίλοχος (7ος αιώνας π.Χ.). Μετάφραση Κ. Τοπούζη.

«ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς»: Με την ασπίδα ή πάνω στην ασπίδα. Μια από τις παλαιότερες φράσεις που θυμούμαι από παιδί. Την επαναλάμβανε συχνά η φιλόλογος μητέρα μας, απαιτώντας από εμένα και τον μικρότερο αδερφό μου, την πρωτιά στα μαθητικά θρανία. Το διαφορετικό νόημα που της πρόσδιδε, υποδήλωνε πως ή θα γινόμασταν κορυφαίοι στο σχολείο ή ως αποτυχημένοι «Σπαρτιάτες» δεν θα ήμασταν αποδεκτοί στην οικογενειακή εστία… Πηγή

This entry was posted in ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΣ and tagged , , , , , , , . Bookmark the permalink.