28 Οκτωβρίου 1940, η επέτειος της γενναιότητας και της γενναιοδωρίας των Ελλήνων

Greek-Italian-War-Duce-2

Ο Ντούτσε της Ιταλίας, ο φόβος και ο τρόμος της Ευρώπης, ο κολλητός του Χίτλερ, ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου του 1940 απλώνει το χέρι του ν’αρπάξει την μικρή Ελλάδα. Οι Αθηναίοι ξύπνησαν από το ουρλιαχτό των σειρήνων στις επτά το πρωί και μισοκοιμισμένοι ακόμα μαθαίνουν για την αιφνίδια κήρυξη του πολέμου της Ιταλίας εναντίον της Ελλάδας.

«Παρακολουθούσα τα πρόσωπα των Ελλήνων κάτω εκεί στον δρόμο, τ’ αχτένιστα μαλλιά, τις αγουροξυπνημένες φάτσες στα παράθυρα και δεν εννοούσαν να τρομάξουν. Ο πανικός; Πού είναι ο πανικός; Έβλεπα ίσα-ίσα ένα περίεργο γέλιο ν’ αυλακώνει σιγά-σιγά τα μούτρα του κόσμου, ένα γέλιο όλο πείσμα, λύσσα κι αγανάκτηση, Ούτε οι γυναικούλες δεν τρόμαξαν, αν και είχαν διδαχτεί μήνες και μήνες πριν πως ο πόλεμος τούτος θα ήταν τέτοιος που δεν τον έβαλε ποτέ ανθρώπου νους.» (περιγράφει εκείνο το πρωινό ο Δημήτρης Ψαθάς στην εφ. «Ταχυδρόμος Ομόνοια», Αλεξάνδρεια Αιγύπτου, 28 Οκτ. 1948).

Είναι εντυπωσιακή η άμεση ανταπόκριση των Ελλήνων στο άχαρο αυτό κάλεσμα. Με τραγούδια έφευγαν οι στρατιώτες για το μέτωπο, με χορούς αντιμετώπιζαν τις τρομερές συνθήκες στα βουνά της Πίνδου. Κι εκείνοι που έμειναν πίσω σχημάτισαν ένα ισχυρό σώμα, όλοι μαζί, ξεχνώντας οι πλούσιοι τις φιλοδοξίες τους και οι φτωχοί την φτώχια τους. Κανείς δεν έμεινε αμέτοχος τη δύσκολη εκείνη ώρα. Όλοι οι Έλληνες, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, «στρατεύτηκαν» και πρόσφεραν ό, τι είχε ο καθένας στον βωμό της ελευθερίας.

Οι επιχειρήσεις και οι σύλλογοι

Από τα πρώτα κιόλας εικοσιτετράωρα του πολέμου, οι εφημερίδες αρχίζουν να δημοσιεύουν δωρεές. Γνωστές οικογένειες πλοιοκτητών εμφανίζονται ανάμεσα στους πρώτους δωρητές: Η οικογένεια Σιγάλα θέτει στη διάθεση του στρατού τρία πλοία και δωρίζει 3 εκ. δρχ. για την ενίσχυση της αεροπορίας. Η οικογένεια Εμπειρίκου 5.000 λίρες Αγγλίας, ο Ευγένιος Ευγενίδης και η Χρυσή Γουλανδρή από 1 εκ. δρχ. για ν’ αναφέρουμε μερικούς μόνο. Μέχρι τις 10 Νοεμβρίου 1940 οι εφοπλιστικές οικογένειες είχαν προσφέρει συνολικά 35 εκ. δρχ. περίπου.

Σύσσωμος συμπαρατάχθηκε στον αγώνα και ο επιχειρηματικός κόσμος. Οι Αφοι Παπαστράτου, οι τρανοί καπνοβιομήχανοι διέθεσαν στην Αεροπορία, στον Ερυθρό Σταυρό και για τις ανάγκες της Κοινωνικής Πρόνοιας 5 εκ. δρχ. μόνο πρώτο δεκαήμερο. Αλλά και αργότερα, βρίσκονται τακτικά στις λίστες των δωρητών που δημοσιεύονται κάθε μέρα στις εφημερίδες. Υπέρ του Εθνικού Εράνου, η Τράπεζα Ελληνικής Εμπορικής Πίστεως (που εξελίχθηκε στη σημερινή Alpha Bank), καταθέτει 200.000 δρχ., ενώ η οικογένεια Κωστόπουλου (ιδιοκτήτες της Τράπεζας) καταθέτουν 100. 000 δρχ. αρχικά και συνεχίζουν με τακτικές συνεισφορές. Όλες οι Τράπεζες ενίσχυαν οικονομικά τον στρατό σε όλη τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου.

Αρκετές βιομηχανίες διέθεσαν τις εγκαταστάσεις, το προσωπικό τους και τις πρώτες ύλες για την παραγωγή ρουχισμού και άλλων αναγκαίων για τον στρατό:

«Η Εριοβιομηχανία «Θάνος Ι. Καββαδίας» στη Ν. Φιλαδέλφεια προσέφερε 150 κλινοσκεπάσματα και διέθεσε δωρεάν το νήμα για την κατασκευή πουλόβερ ενός συντάγματος.» Η εταιρία αδελφών Δούμα παραχωρεί για τις ανάγκες του αγώνα το εργοστάσιό της που βρισκόταν στην οδό Εμμ. Μπενάκη 4 «προς κατασκευήν, δια των 24 εργατριών μας, ειδών χρησίμων δια τας ανάγκας της Υγειονομικής Υπηρεσίας του Κράτους. Κάθε μέρα διάβαζε κανείς ειδήσεις τέτοιου είδους.»

Με χρηματικές δωρεές συμμετείχαν σύλλογοι, ασφαλιστικά ταμεία, οργανώσεις επαγγελματιών και εργατών, ιδιωτικές λέσχες και συνεταιρισμοί:

«Ο Ισραηλιτικός Σύλλογος, απέστειλε το σύνολο της περιουσίας του, 1 εκ. δρχ.» την πρώτη κιόλας εβδομάδα. Τα ταμεία των εργατικών ενώσεων προσέφεραν συνολικά 65 εκ. δρχ. το πρώτο δεκαπενθήμερο του πολέμου. Οι ναυτεργατικές οργανώσεις 5 εκ. δρχ, η Ένωση Συντακτών 1 εκ., ο σύνδεσμος λαϊκών αγορών 53.000 δρχ., μεταξύ πολλών άλλων.

Οι πολίτες, πλούσιοι και φτωχοί

Οι γνωστές αστικές οικογένειες καταθέτουν γενναιόδωρα τον οβολό τους για τον αγώνα: οικογένεια Στεφάνου Δέλτα, Σκουζέ, Χαροκόπου, Πεσματζόγλου και πολλοί άλλοι καταθέτουν αρκετές χιλιάδες δρχ. για την ενίσχυση της Αεροπορίας και για τον Ερυθρό Σταυρό στην αρχή και αργότερα στον επίσημο Πανελλήνιο Έρανο. Αλλά και οι φτωχότεροι έδιναν με χαρά ό, τι είχαν. Κάθε μέρα στις εφημερίδες δημοσιεύεται δελτίο με τα ονόματα των δωρητών και τα ποσά που κατέβαλε ο καθένας. Ακόμα και εκείνα των 50 και των 100 δρχ. Κάποιες δωρεές είναι ιδιαιτέρως συγκινητικές:

Ο Μιχαλάκης Δ. Παπαγιάννης, μαθητής Γ’ Δημοτικού διαθέτει στην κυβέρνηση μία χρυσή λίρα. «Με αυτή τη λίρα χρυσώσανε την κούνια μου όταν γεννήθηκα και μου την εφύλαγε ο μπαμπάς μου για να μου τη δώσει όταν μεγαλώσω. Τώρα όμως που έχουμε πόλεμο, σας τη στέλνω για να την κάμετε μία οβίδα να πέσει στην Ιταλία», γράφει στη συνοδευτική επιστολή.

Χιλιάδες Έλληνες πρόσφεραν τα κοσμήματά τους: «Υπέρ του Πανελληνίου Εράνου η Στάσα Ιωάννου Μαγκούζου προσέφερε τα χρυσαφικά της από πλατίνα, διαμάντια και πολύτιμους λίθους.»

Κάποιοι πρόσφεραν το μοναδικό κόσμημα που είχαν, όπως ο Γεώργιος Θ. Πρωτοπαππάς από την Γορτυνία, που τη βέρα του. Στην επιστολή που συνοδεύει τη δωρεά του γράφει πως όταν τελειώσει ο πόλεμος, θα φτιάξει νέα βέρα, στην οποία θα χαράξει τις ημερομηνίες έναρξης του πολέμου και της τελικής νίκης της Ελλάδας.

Υπήρχαν όμως κι εκείνοι που δεν είχαν ούτε χρήματα ούτε κοσμήματα να προσφέρουν, έβρισκαν όμως τρόπο να λάβουν μέρος στην πανεθνική προσπάθεια.

Ο Αχμέτ Τσαπούνης «εκ Λιόψης Φιλιατών» έστειλε στον πρωθυπουργό την εξής επιστολή: «Στερούμενος χρημάτων ίνα προσφέρω δια τας πολεμικάς ανάγκας της πατρίδος μας προσφέρω το χωράφι μου κείμενον εις θέσιν Βάρικο χωρίου Λιόπεσι Ηπείρου εκ στρεμμάτων 22. Παρακαλώ ευλαβώς δεχθείτε την μόνην δυνατή προσφορά μου».

Ο Αθανάσιος Σ. Δημητράς από την Άμφισσα «μη δυνάμενος να προσφέρει σωματικήν ή χρηματικήν βοήθειαν κατά τας ιεράς αυτάς στιγμάς του αγώνος υπέρ βωμών και εστιών, θέτει εις την διάθεσιν αυτού 3.000 οκάδας βρωσίμων ελαιών δια τον ηρωικώς αγωνιζόμενον στρατόν μας».

Ο Γεώργιος Θεοδωρόπουλος, χάρισε όλα τα ενοίκια στον νοικάρη του Χαράλαμπο Τσάφο, για όλο το διάστημα της στράτευσής του και δύο μήνες μετά. Επιπλέον ανέλαβε να συντηρεί την αδελφή του, η οποία είχε απομείνει μόνη της.

Η μεγάλη περιπέτεια του πολέμου μόλις άρχιζε στην μικρή και φτωχή Ελλάδα, που κλήθηκε να φέρει εις πέρας έναν ακόμα άθλο. Ζωές χάθηκαν, σώματα και ψυχές τσακίστηκαν, περιουσίες εξανεμίστηκαν, χωριά ολόκληρα ξεκληρίστηκαν, κατά τη διάρκεια της κατοχής των Γερμανών που ακολούθησε. Οι Έλληνες όμως δεν ήθελαν να ξεχαστεί εκείνη η ημέρα, που κόντρα σε όλες τις πιθανότητες, δέχτηκαν με χαρά το ριψοκίνδυνο «Όχι» που τόλμησε ο τότε πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς. Ήταν η ημέρα της γενναιότητας και της γενναιοδωρίας των Ελλήνων που κατόρθωσε έναν άθλο. Όπως το περιέγραψε ο Άγγλος στρατηγός Sir Ronald MacKenzie Scobie, σε ομιλία του το 1944 «…η Ελλάς υπήρξε το πρώτο απ’ όλα τα έθνη της Ευρώπης το οποίο απέκρουσε κατά ξηράν έναν εχθρό ο οποίος μέχρι εκείνη τη στιγμή θεωρούσε τον εαυτό του αήττητον» (εφ. Καθημερινά Νέα 28 Οκτ. 1944)

Σήμερα γιορτάζουμε τη γενναιότητα εκείνων των Ελλήνων, που πολέμησαν στο μέτωπο, όσων χάθηκαν και όσων επέζησαν. Γιορτάζουμε και την γενναιοδωρία εκείνων που έδωσαν τα πάντα για να γίνει αυτός ο άθλος πραγματικότητα. Από τους τραπεζίτες και τους βιομηχάνους που έδωσαν εκατομμύρια, μέχρι τους πάμφτωχους γεωργούς που πρόσφεραν τη βέρα τους ή 50 μόλις δραχμές. Οι άνθρωποι αυτοί, οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας, μας άφησαν μία σπουδαία κληρονομιά, την οποία τώρα καλούμαστε να αξιοποιήσουμε και να την παραδώσουμε εμπλουτισμένη στις επόμενες γενεές. Πηγή

This entry was posted in ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΣ, ΙΣΤΟΡΙΑ, ΤΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ '40 and tagged , , , , , , , , . Bookmark the permalink.