Ένας αργαλειός και ένας έρωτας

Οι ιστορίες της Βαβως

Γράφει για την paramythia-online.gr η Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Μπροστά στο παραθύρι η όμορφη κοπέλα με τις καστανές πλεξίδες τραγουδούσε χτυπώντας το χτένι του αργαλειού της.

Τάκου- τάκου, αργαλειός μου,
τάκου κι έρχεται ο καλός μου.
Τάκου και σε λίγο φτάνει,
γι΄αρραβώνες για στεφάνι.

Μπροστά της ήταν το δωδεκακέφαλο υφαντό, με κεραμιδί κάμπο και μεγάλα κόκκινα και ροζ τριαντάφυλλα. Η σαΐτα είχε το χρώμα του κάμπου. Σε μικρά κουβαράκια ήταν τα χρώματα. Κόκκινο, μπλε, κίτρινο, πράσινο καφέ σε ένα καλάμι περασμένα έτσι που να τραβάει όση κλωστή και από όποιο χρώμα ήθελε.

Της άρεσε να υφαίνει μπρος στο παραθύρι της, με τις σιδεριές πάντα κλειστό. Ύφαινε και έκανε όνειρα για την ώρα την καλή. Της άρεσε να υφαίνει. Δεν ύφαινε μόνο τα δικά της. Ύφαινε και ξένα. Έβγαζε κάποια λεφτά. Πολλές φορές όμως, δεν της άρεσε η μοναξιά. Χαίρονταν τις κοπέλες που με τη ρόκα τους η το κέντημα μπορούσαν να μαζεύονται να λένε τα δικά τους να γελάν και να τραγουδάνε. Ακόμα ζήλευε τις καλτσοπλέχτρες, είχαν μαθήτριες, είχαν παρέα. Ο δικός της δρόμος ήταν μοναχικός. Δεν μιλούσε μόνη της τον διάλεξε. Αυτή από το πρωί ώς το σούρουπο στον αργαλειό.

Να μάθεις μια τέχνη της είπε η μάνα της. Κοίταξε τον αργαλειό και είπε θα γίνω υφάντρα. Μου αρέσει. Εγώ λέω να μη βιαστείς, της είπε η μάνα της. Και μην ξεχνάς. Το κέντημα είναι γλέντημα, η ρόκα είναι σεργιάνι, η σαρμανίτσα κι ο αργαλειός είναι σκλαβιά μεγάλη.

– Έχω και τη μηχανή, της είπε η μάνα της έχει όλα όσα χρειάζονται για κέντημα.

– Μέσα δεν θα είμαι και στη μηχανή μάνα;

– Όχι γιατί η μηχανή στο κέντημα έχει και δουλειές στο χέρι, το κόψιμο, το καθάρισμα, τις ούγιες.

Ήθελε τον αργαλειό. Και έμαθε τα πάντα στην οικοκυρική σχολή, έκανε από κουρελές μέχρι χαλιά και μπάντες με όλα τα σχέδια. Ακόμα είχε μάθει να βάφει με φυσικά χρώματα όλες τις μάλλινες κλωστές της. Καρυδόφλουδα, λάπατα,κισσός, φράξος, σαφράν,πρινοκόκκι, κρεμμυδόφυλλα, ήταν τα χρώματά της.

Αυτή η δουλειά της πήγαινε, έπαιρνε τα κουβάρια και έριχνε το βιλάρι. Δώδεκα κεφάλια είχε ο δικός της αργαλειός, έξη και οχτώ οι άλλοι στην πόλη μας.

Έπαιρνε τα διασίδια τα βαμπακερά από του Μητσιώνη, τα μάζευε σε κουβάρια, με την ανέμη της,, και να, τα κουβάρια από την βαμβακερή κόκκινη κλωστη. Τα έβαζε κουβάρι- κουβάρι, σε κατσαρόλα ή κουβά και άρχιζε να τα περνάει γύρω από τις μεγάλες γύφτικες πρόκες. Από πέντε μέχρι δέκα πέντε οργιές και βάλε. Όταν έπεφτε το βιλάρι, το μάζευε στο αντί και πήγαινε με τη βοήθεια μιας άλλης κοπέλας να περάσει τις κλωστές στα μυτάρια, και μετά στο χτένι. Τις κλωστές τις έδενε στο μπροστά αντί, που σε λίγο θα άρχιζε να γίνει και να μαζεύτεται το υφαντό. Πάταγε το ένα πάτημα του αργαλειού και άνοιγαν οι κλωστές, μια πάνω μια κάτω κάνοντας μια κλωστένια γέφυρα, ή σαν ένα μεγάλο στόμα εκεί πέρναγε τη σα’ι’τα της με τη νέα κλωστή. Πάταγε το άλλο πάτημα έκλεινε ο αργαλειός, σταύρωναν οι κλωστές, και τότε χτύπαγε με χαρά το χτένι της πάνω στην κλωστή.

Θυμόνταν και κείνο το τραγούδι που έλεγε:

Θεέ μου μια κόρη παργινιά
γιεμ΄ μια κόρη απ΄την Πάργα όμορφη και μαυρομάτα΄,
πόχει ασημένιο αργαλειό,
και μαλαματένιο χτένι, Θεέ μου, να μην είχε γένει.

Και Χειμώνα- Καλοκαίρι, μπρος στο παραθύρι της και σκυμμένη πάνω από τον αργαλειό της έκανε προίκες ξένες. Έκανε και τη δική της προίκα. Με μεράκι και σχέδια σπάνια.

Τα χρόνια περνούσαν, και περνούσε η ζωή, έγινε είκοσι χρονών. Που θα έβρισκε το γαμπρό αν δεν μπορούσε να βγει παρα μόνο το Σάββατο στο παζάρι ή στον περίπατο;

-Μάνα μεγαλώνω, θα μείνω ανύπαντρη γεροντοκόρη, οι γειτονοπούλες μια μια παντρεύονται..

-Προξενιά σου έρχονται της είπε η μάνα της όμως δεν ήταν για σένα.

-Αφου μου ήρθαν γιατί δεν μου είπατε τίποτες;

-Αυτά τα κανονίζει ο πατέρας σου, δεν ήταν καλοί για σένα.

-Έπρεπε να το ξέρω μάνα.

Η καρδιά της χτυπούσε άγραπα. Μάνα μήπως με ζήτησε ο Κώστας;

-Και τι σκέπτεσαι θα σε έστελνε ο πατέρας σου σε μια οικογένεια που δεν χορταίνει ψωμί.

-Γερός είναι δουλευτάρης είναι…

-Σκάσε που θα σε δίναμε να μας έρθεις σε ένα μήνα πίσω. Εσύ μωρή είσαι καλομαθημένη, ξέρεις τίποτε πέρα από τον αργαλειό;

– Ωρή σκύλα μήπως έχεις τίποτε, θα σε σφάξει ο πατέρας σου στο γόνα. Δε μίλησε, του έστειλε μήνυμα. Εγώ δεν ξέρω δεν μου είπαν τίποτε. Την περίμενε στο μαγαζί του Μητσιώνη πίσω από την πόρτα. Της έδωσε ένα σημείωμα.»Θα σε κλέψω το Σάββατο, στη βόλτα, όταν πάτε κατα το Γαλατά. Κοίτα να ξεφύγεις.»

Είδε η μάνα της το βλέμμα της. Δεν μου αρέσει η τσούπρα τώργια, λέει στο ν άνδρα της.

– Ξέρεις κάτι και δεν μου λές;

– Θα σε σφάξω και σένα.

– Αυτή δεν ξέρει τίποτε, εγώ σου το λέω.

– Εσύ να μη λες, έσυ να σκας.

– Αφέντη ρώτα τη για την Κώστα της …

Που να τη στείλουμε να πεθάνει από την πείνα;

– Αυτός καλό παιδί είναι κι αυτή όλο κάτι θα βγάζει.

– Εκεί είναι δέκα στόματα πως θα ζήσει η δική μας.

– Εμείς πως ζήσαμε και ζούμε.

– Γύριζε στον ύπνο ο πατέρας της. Διάολε εσείς βάλατε το διάολο στο μπουκάλι εμένα δεν θα έβαζες;

– Να αφέντη θέλω να τη βλέπουμε είναι δίπλα μας.

– Το πρωί τη ρώτησε ο πατέρας της.

– Δε μου λες αλλάζεις χαμπέρια με τον Κώστα.

– Πατέρα όχι.

– Η μάνα σου λέει άλλα.

– Να δεν θέλω να φύγω μακριά. Εδώ στο σπίτι δίπλα να σας βλέπω.

– Θα τα πούμε.

Φώναξε τον Κώστα.

– Κώστα μου είχε χαλέψει την Τσίλω τι λες ακόμα τη θες.

– Εγώ τη θέλω η Τσίλω δεν ξέρω αυτή αν με θέλει.

Χαρηκε ο πατέρας και καμάρωσε για την τσούπρα του.

– Πες του πατέρα σου να ‘έρθει να τα πούμε.

Ήρθε ο συμπέθερος έδωσαν τα χέρια και σε δυο μήνες έγινε ο γάμος. Εκείνη πήρε τον αργαλειό προίκα, της έδωσε η μάνα της και τη μηχανή. Έκατσε στον αργαλειό και όταν δεν είχε δουλειά έκανε μυτάρια και χτένια. Έμαθε και τον Κώστα να κάνει μυτάρια και χτένια. Τα έδιναν στο μαγαζί να τα πουλάει. Έβγαινε καλό μεροκάματο.Μα κάθε μέρα άκουγαν ο ένας φεύγει ο άλλος φεύγει…

Καλό το μεροκάματο αλλά μεροκάματο, ενώ στη Γερμανία; Ο δρόμος της Γερμανίας είχε ανοίξει και έμοιαζε παράδεισος. Όλοι μιλούσαν για το φως, για τα σπίτια με τη ζέστα, με τα μεταξωτά και τα σατέν. Ακόμα μιλούσαν για τις αποθήκες που πήγαιναν και χωρίς χρήματα έπαιρναν σαλόνια κι όταν έρχονταν στο χωριό ήταν καλοντυμένοι και έφερναν ωραία δώρα. Έκαναν κι άλλα παιδιά πήραν και το μεγάλο, στη Γερμανία πήγαν σχολείο έκει σπόυδασαν εκεί παντεύτηκαν. Τα χρόνια που περνούσαν άλλαξαν τη ζωή τους τη ζωή όλων τους.

Και ο αργαλειος κάποια στιγμή έγινε ξύλα για το τζάκι. Τα μυτάρια και τα χτένια μπήκαν σε έναν τοίχο να θυμίζουν τον αργαλειό. Και πάντα τραγουδούσε τάκου τάκου αργαλειός μου, τάκου κι έρχεται ο καλός μου.
*H Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά, είναι συγγραφέας, ποιήτρια, βραβευμένο μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών και μέλος της Διεθνoύς Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Πηγή

Advertisements
This entry was posted in ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΣ, Θεσπρωτίας, ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ and tagged , , . Bookmark the permalink.