Γαναδιό: Ενα χωριό μνημείο αρχιτεκτονικής από πέτρα και ξύλο (Εικόνες)

Ως μνημείο αρχιτεκτονικής, «ύμνος» των μαστόρων της πέτρας, των πελεκάνων και των κτιστάδων της Ηπείρου, στα 870 μ. υψόμετρο, στις παρυφές του Σμόλικα, στέκει ανέγγιχτο από τον χρόνο και τον άνθρωπο, το Γαναδιό, ένα χωριό από πέτρα και ξύλο.

«Προσπαθούμε να σταματήσουμε τον χρόνο» είναι τα πρώτα λόγια του προέδρου της κοινότητας, Βασίλη Τζιμινάδη, που μίλησε στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων στο μοναδικό καφενείο του οικισμού. Νεαρός εργάστηκε στην Αθήνα κι επέστρεψε στο χωριό του αποφασισμένος να ξαναδώσει ζωή στα λιθόστρωτα καλντερίμια του.

Λίγα μόλις χιλιόμετρα μετά την Κόνιτσα, στα δεξιά του δρόμου μία πινακίδα γράφει «πέτρινα χωριά». Ο φιδωτός δρόμος μέσα στο ελατοδάσος, πάνω από τον Βουρκοπόταμο, οδηγεί τον επισκέπτη εκεί όπου ο χρόνος έχει σταματήσει πριν από τουλάχιστον δύο αιώνες. Φτάνοντας σε μία μικρή πλατεία πριν από τον οικισμό, πρέπει κανείς να αφήσει το αυτοκίνητο και να συνεχίσει με τα πόδια.

Η κεντρική πλατεία

Ο Ιερός Ναός Ταξιαρχών

Στην κεντρική πλατεία με τον μεγάλο πλάτανο, δεσπόζει ο ιερός ναός των Ταξιαρχών, μία τρίκλιτη βασιλική που χτίστηκε με πελεκητή πέτρα το 1856 από τον πρωτομάστορα Χαρισιάδη. Ο ναός «φιλοξενεί» πολύτιμα θρησκευτικά κειμήλια, γι’ αυτό μετά τα κρούσματα διαρρήξεων σε μοναστήρια και εκκλησίες στην περιοχή τα βράδια φρουρείται από αστυνομικούς. Οι πολυέλαιοι και το ξυλόγλυπτο τέμπλο του είναι έργα τέχνης, που μεταφέρθηκαν από τη Ρουμανία με τη φροντίδα Γαναδιωτών μεταναστών.

Δίπλα στον ναό, βρίσκεται το «αμιλικό», ένα παλιό χάνι, όπου στο ισόγειο διατηρείται έως σήμερα ο στάβλος για τα άλογα και στον όροφο ο ξενώνας. Το καφενείο συμπληρώνει το σκηνικό της κεντρικής πλατείας. Οι ντόπιοι πληροφορούν ότι στο κτίριο λειτουργούσε το παλιό σχολείο τα δωμάτια του ορόφου διατίθεντο στους δασκάλους για κατοικία.

Το παλιό Χάνι

Τα αρχοντόσπιτα δίνουν το στίγμα της άλλοτε πλούσιας περιοχής. Οι κάτοικοι είχαν αναπτύξει εμπορική δραστηριότητα στη Ρουμανία και σε άλλες χώρες. Τα «μπουλούκια» των μαστόρων του Γαναδιού, γύριζαν τα Βαλκάνια και όλη την Ελλάδα.

Μέσα στον οικισμό υπάρχουν τέσσερα μικρά πέτρινα τοξωτά γεφύρια, που χρονολογούνται από το 1890, ενώ μια πέτρινη βρύση προσφέρει πόσιμο νερό στους κατοίκους.

Ενα από τα τέσσερα τοξωτά γεφύρια

Κάθε σπίτι έχει τη δική του ιστορία από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, ειδικά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Τότε, ο τόπος έγινε στόχος ληστρικών επιδρομών και απαγωγών.

Η συζήτηση με τους κατοίκους στο καφενείο είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η αποστολή του Αθηναϊκού Πρακτορείου έφτασε τη στιγμή, που κάποιοι ηλικιωμένοι θυμούνται ιστορίες από το μακρινό παρελθόν, την Κατοχή και τον Εμφύλιο.

Κάθε λιθάρι στο Γαναδιό έχει και μια πραγματική ιστορία, που μεταφέρεται από γενιά σε γενιά, από αφηγήσεις, αλλά κυρίως μέσα από χειρόγραφες μαρτυρίες. Τα πετρόχτιστα σπίτια είναι μικρά οχυρά, ορισμένα μάλιστα έχουν και πολεμίστρες. Κατά τον 19ο αιώνα, το χωριό έγινε αλλεπάλληλες φορές στόχος ληστών. Ακόμη και οι γυναίκες είχαν μάθει να χειρίζονται όπλα για να προστατεύουν την περιουσία τους πλάι στους άνδρες.

Τρεις κατηγορίες κατοικιών

Όπως εξηγεί ο κ. Τζιμινάδης, υπάρχουν τρεις κατηγορίες κατοικιών, οι οποίες δηλώνουν την οικονομική επιφάνεια της κάθε οικογένειας. Τα σπίτια, που χτίστηκαν σε σχήμα «Π», ανήκαν στους άρχοντες, εκείνα που είχαν διάταξη «Γ» στη μεσαία τάξη και τα απλά τετράγωνα ήταν των φτωχών. Τα χρώματα που κυριαρχούν στα παράθυρα, τις πόρτες και στο εσωτερικό των σπιτιών είναι ώχρα, βαθύ πράσινο και μπορντό.

Πυργόσπιτο που στο κάτω μέρος διακρίνονται οι πολεμίστρες

Το Γαναδιό είναι χωριό, του… Αυγούστου. Οι περισσότεροι φέτος το καλοκαίρι ήρθαν για δύο βδομάδες και όταν θα φύγουν όλοι και μπει ο χειμώνας, η πόρτα μόνο πέντε σπιτιών θα ανοίγει το πρωί. Φέτος, θα περάσουν τον χειμώνα στο χωριό 17 άνθρωποι, οι περισσότεροι συνταξιούχοι. Το σχολείο, που άλλοτε είχε δύο δάσκαλους, έκλεισε πριν από χρόνια, ελλείψει μαθητών. Η καμπάνια της εκκλησιάς χτυπάει μία φορά τον μήνα, καθώς ο ιερέας είναι ένας για πέντε χωριά.

Το χωριό άδειασε τη δεκαετία του ’50

Τη δεκαετία του 1950 έως και το 1962 το χωριό «άδειασε». Έφυγαν αναζητώντας καλύτερη τύχη στις μεγαλουπόλεις ή κοντά στους συγγενείς τους, που είχαν μεταναστεύσει νωρίτερα στην Αμερική, την Αυστραλία, τη Ρουμανία και την Αίγυπτο. Όπου κι αν βρέθηκαν, λένε, η σκέψη τους ήταν πίσω στο χωριό. Γι αυτό έστελναν χρήματα για να συντηρούνται τα σπίτια τους. Μάλιστα, με ευεργεσίες του Σπυρίδωνος Ξινού, ο οποίος μεγαλούργησε στην Ρουμανία, ιδρύθηκαν το Σχολαρχείο και το Παρθεναγωγείο, τα οποία έπαψαν να λειτουργούν πριν από δεκαετίες και σήμερα -όπως επισημαίνει ο πρόεδρος- το ζητούμενο είναι να δοθούν επιδοτήσεις για να τα εκμεταλλευτούν τουριστικά.

Ο Χρήστος Πορφυριάδης, μετανάστης στη Νέα Ζηλανδία από τα 14 του (1960), τα τελευταία χρόνια κάθε καλοκαίρι επιστρέφει για δύο μήνες στο πατρικό του. «Γύρισα παντού, αλλά όπως είναι εδώ, δεν υπάρχει. Για μένα είναι κάτι το ιδιαίτερο, εδώ γεννήθηκα. Ο κόσμος, η τοποθεσία του χωριού, η ζωή. Όλα είναι ήρεμα και ευχάριστα» λέει ο ίδιος.

Η ώρα κυλά και οι κάτοικοι, προτρέπουν το συνεργείο να περπατήσει προς τη θέση «Τζιαντόρα», ύψωμα που βρίσκεται δίπλα στον οικισμό, όπου υπάρχει ένα κιόσκι, το οποίο φτιάχτηκε το 1936 με χρηματοδότηση του Γαναδιώτη οδοντιάτρου, Κωνσταντίνου Τζιμινάδη, που ζούσε στο Παρίσι. Εκεί κάθονται για να δροσιστούν τις ζεστές καλοκαιρινές νύχτες και για να απολαύσουν το παρθένο τοπίο. Πηγή

Advertisements
This entry was posted in ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΣ, ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ and tagged , , , , , , . Bookmark the permalink.