Ο αρχαιολογικός χώρος της Κορίνθου

Η αρχαία Κόρινθος ήταν σημαντική πόλη-κράτος της αρχαίας Ελλάδας. Η θέση της αυτή προκαθόρισε σε μεγάλο βαθμό και την ιστορία της. Η αρχαία κορινθιακή χώρα, κομμάτι της αργολικής, όπως επισημαίνει ο Παυσανίας στα «Κορινθιακά», συμπίπτει με το σημερινό νομό Κορινθίας, μόνο ως προς τα ανατολικά όρια της, ενώ διαφέρει σημαντικά κατά τα υπόλοιπα.

Έλεγχε μία περιοχή που αντιστοιχούσε στα ανατολικά του σημερινού νομού Κορινθίας και στα ΒΑ του νομού Αργολίδας. Συνόρευε με τη Σικυώνα στα δυτικά, με τους Μεγαρείς στα ανατολικά, με τους Αργείους στα ΝΔ και με τους Επιδαύριους στα νότια. Η αρχαία Κόρινθος, πόλη δωρική, βρισκόταν στη νευραλγική θέση του Ισθμού, πάνω στο κομβικό σημείο που ένωνε την Πελοπόννησο με την υπόλοιπη Ελλάδα, ενώ διατηρούσε λιμάνι τόσο στο Σαρωνικό όσο και στον Κορινθιακό κόλπο. Αποτελούσε το πιο σημαντικό εμπορικό κόμβο του αρχαίου κόσμου, μέχρι να απειληθεί από την Αθήνα. Αποτινάσσοντας νωρίς τις δωρικές τους καταβολές, οι Κορίνθιοι έκαναν την πόλη τους γρήγορα κέντρο εμπορίου και κεραμικής βιομηχανίας, ενώ δραστηριοποιήθηκαν και στη δημιουργία αποικιών στην Κέρκυρα και τις Συρακούσες. Η Κόρινθος θεωρείτο η πλουσιότερη πόλη του αρχαίου κόσμου.

ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ

Η σημαντική θέση της αρχαίας Κορίνθου κατοικήθηκε ήδη από τα νεολιθικά χρόνια (5000-3000 π.Χ.). Τα πρώτα σημάδια οίκησης κατά την προϊστορική εποχή από Πελασγούς, σύμφωνα με τις παραδόσεις τα βρίσκουμε στις περιοχές του Φενεού, της Στυμφαλίας, της Νεμέας, της λίμνης Βουλιαγμένης του Λουτρακίου, αλλά κυρίως στον οικισμό του Κοράκου, στη δυτική έξοδο της σημερινής πόλης της Κορίνθου.

Οι ανασκαφές απέδειξαν ότι κατοικείτο ήδη από την 5η π.Χ. χιλιετία και γνώρισε μεγάλη άνθιση μέχρι τις αρχές της 2ης π.Χ. χιλιετίας, όταν διαπιστώνεται καταστροφή του. Η λατρεία του Μελικάρτου στον Ισθμό της Κορίνθου έχει προφανή σχέση με τη λατρεία του φοινικικού Μελκάρθ. Το όνομά του, που διασώθηκε αναπλάθοντάς το στα ελληνικά, αποδεικνύει την εγκατάσταση Φοινίκων στην Κόρινθο.

Το 1900 π.Χ. η παραλιακή Κορινθία εποικίζεται από Ίωνες, ενώ η νότια (Φενεός, Στύμφηλος) από Αρκάδες. Το 1500 π.Χ. εμφανίζονται, σε όλη την Κορινθία, Αχαιοί και δημιουργούνται μυκηναϊκά κέντρα, τα οποία μνημονεύονται στον Κατάλογο των Νηών της Ιλιάδας: Κόρινθος, Κλεωναί, Σικυών, Γονόεσσα (σημ. Πύργος;) Πελλήνη, Φενεός και Στύμφηλος. Ο Όμηρος αναφέρει την Κόρινθο να συμμετέχει στην Τρωική εκστρατεία υπό την ηγεσία του Αγαμέμνονα, βασιλιά των Μυκηνών.[1] Το 1200 π.Χ., μετά την κάθοδο των Δωριέων, οι Δωριείς εισβάλλουν στην Πελοπόννησο και εγκαθίστανται στην Κόρινθο εκτοπίζοντας τους παλαιότερους πληθυσμούς, κυρίως ιωνικής καταγωγής, ανατολικότερα.

Ένα από τα τέσσερα τμήματα στα οποία χωρίστηκαν κατέλαβε το Σολύγειο λόφο και στη συνεχεία κυρίευσε όλη την Κορινθία, πλην των Αρκαδικών πόλεων, Φενεού και Στύμφηλου. Με την εγκατάσταση των Δωριέων καθιερώθηκε και το πολίτευμα της Ολιγαρχίας στην Κόρινθο, όπου κυβερνούσε πλέον μία αριστοκρατική οικογένεια Δωριέων, οι Βακχιάδες.

ΜΥΘΟΙ

Όπως συμβαίνει και με άλλες αρχαίες Ελληνικές πόλεις, δεν έχουμε πληροφορίες για τα ιστορικά γεγονότα της αρχαίας Κορίνθου. Ό,τι γνωρίζουμε είναι από μύθους και αυτοί ακόμη διαφέρουν. Την εποχή του χαλκού η πόλη αναφέρεται σε πολλούς αρχαίους μύθους, όπως στο μύθο του Σίσυφου, στο μύθο του Βελλεροφόντη, στο μύθο του Ιάσονα και της Μήδειας κ.α. Στην πραγματικότητα η Κόρινθος οικειοποιήθηκε τους μύθους της κοντινής της πόλης Εφύρας, για την οποία ο Όμηρος αναφέρει ότι βρισκόταν στο εσωτερικό της πεδιάδας του Άργους. Από τον Όμηρο γνωρίζουμε επίσης ότι ο Σίσυφος ήταν βασιλιάς της Εφύρας και μαθαίνουμε για τον εγγονό του τον Βελλεροφόντη, που είχε στενές σχέσεις με τον βασιλιά της Τίρυνθας Προίτο. Όλες αυτές οι ιστορίες έγιναν τοπικές, όταν η περιοχή γύρω από τη Νεμέα καταλήφθηκε από την Κόρινθο. Σ’ αυτό συνέβαλε και ο αρχαίος Κορίνθιος ποιητής Εύμηλος, που ανήκε στη δωρική οικογένεια των Βακχιάδων.

Η τραγωδία του Ευριπίδη Μήδεια, αναφέρεται σε μία ξένη γυναίκα, που την έφερε ο Ιάσονας στην Κόρινθο, και η οποία δολοφονεί τη Γλαύκα, την κόρη του βασιλιά, που ο Ιάσων επρόκειτο να παντρευτεί, και αργότερα σκοτώνει τα δύο παιδιά της που είχε κάνει με τον Ιάσονα για να τον εκδικηθεί. Αυτή είναι τελείως διαφορετική ιστορία από τον κορινθιακό μύθο, ο δε τάφος της υπήρχε και τον επισκέπτονταν οι ξένοι μέχρι τον 2ο αιώνα μ.Χ.

Ίδια είναι και η περίπτωση για τον φημισμένο Σίσυφο, που γνωρίζουμε από την Οδύσσεια του Ομήρου ότι είχε καταδικασθεί στον Άδη να ανεβάζει μία μεγάλη πέτρα στην κορυφή ενός βουνού και να ξεκινάει από την αρχή, όταν η πέτρα έπεφτε κάτω. Ο κορινθιακός μύθος διέφερε ξανά, επειδή για τους Κορινθίους ο Σίσυφος ήταν ένας φημισμένος και πανούργος βασιλιάς, που στη βασιλεία του, η Κόρινθος ευημερούσε. Οι Έλληνες αποδέχθηκαν την ιστορία της Οδύσσειας.

Ο φημισμένος μύθος της Κορίνθου, ήταν αυτός του Βελλεροφόντη, του εγγονού του Σίσυφου, του μεγάλου ήρωα που σκότωσε τη Χίμαιρα. Σύμφωνα με τον μύθο, ο Βελλεροφόντης κοιμόταν στο Ναό της Αθηνάς και είδε ένα όνειρο, όπου η Αθηνά του έδωσε ένα καπίστρι και ένα χαλινάρι για να πιάσει το φτερωτό άλογο Πήγασος. Ο Βελλεροφόντης το έπιασε την στιγμή που ο Πήγασος έπινε νερό στην πηγή της Πειρήνης, κάτω από την Ακροκόρινθο.

Το πρώτο όνομα του ήταν Ιππόνους και όταν σκότωσε ένα τέρας, ή όπως οι Κορίνθιοι έλεγαν, έναν άνδρα με το όνομα Βελλέρος, εξορίστηκε στην Τίρυνθα (ο Όμηρος αναφέρει στην Κόρινθο) και επήρε το όνομα Βελλεροφόντης. Εκεί η Άντεια (Στενοβεία), η γυναίκα του Προίτου, τον ερωτεύθηκε και επειδή αυτός την απεδίωξε, τον κατηγόρησε στον άνδρα της, ο οποίος επειδή φοβήθηκε να κάνει κακό σε φιλοξενούμενο, τον έστειλε στον πεθερό του Ιοβάτη στη Λυκία, με μία γραφή που ανέφερε, να δολοφονηθεί ο αποστολέας. Ο Ιοβάτης, που δεν διάβασε αμέσως τη γραφή και τον δέχθηκε σαν φιλοξενούμενο, δεν μπορούσε να εκτελέσει τα γραφόμενα και γι’ αυτό τον έστειλε να σκοτώσει το τέρας Χίμαιρα, σίγουρος ότι δεν θα επιζήσει, αλλά ο Βελλεροφόντης με τη βοήθεια του Πήγασου κατόρθωσε να φέρει σε πέρας την αποστολή του.

ΑΡΧΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Από τα μέσα του 9ου π.Χ. αιώνα, οι Κορίνθιοι αρχίζουν τις εξαγωγές αγγείων στη Δυτική Ελλάδα και στη συνεχεία ιδρύουν αποικίες στην Ιθάκη και την Κέρκυρα. Η μεγάλη ακμή της πόλης αρχίζει όταν αναδείχθηκε σε ηγέτιδα δύναμη του ελληνικού κόσμου, πρωτοστατώντας στην ίδρυση ελληνικών αποικιών στη δυτική Μεσόγειο:

Το 734 π.Χ. Τενεάτες με αρχηγό τον Αρχία ιδρύουν την πόλη των Συρακουσών στη Σικελία. Από τον 9ο μέχρι τον 7ο π.Χ. αιώνα, η ονομαστή δωρική οικογένεια των Βακχιάδων αναλαμβάνει την ηγεμονία της πόλης και εγκαθιδρύει αρχικά το βασιλικό πολίτευμα και στη συνέχεια κυβερνά με Ολιγαρχικό πολίτευμα μέχρι το 657 π.Χ., εκλέγοντας κάθε χρόνο έναν Πρύτανη, το Συμβούλιο και τον Πολέμαρχο. Το 704 π.Χ. ο Αμεινοκλής, κατά διαταγή των Κορινθίων, κατασκευάζει τις πρώτες τριήρεις, ανοίγοντας νέους δρόμους στην ναυπηγική ιστορία του τόπου μας.

Την ίδια εποχή, τα κορινθιακά κεραμικά εργαστήρια παρουσιάζουν μεγάλη άνθιση και υιοθετούν μια νέα τεχνική διακόσμησης των αγγείων, που ονομάζεται μελανόμορφη και φέρνει επανάσταση στην ελληνική τέχνη. Ήδη από τον 7ο αιώνα π.Χ. η πόλη κυριαρχούσε στις θάλασσες και τις αγορές.

Πλούτος και δόξα συνέρευσαν στην πόλη, που κατά τους επόμενους αιώνες ήταν το συνώνυμο της πολυτέλειας και της χλιδής. Δείγμα της κορινθιακής πρωτοπορίας, ιδίως στα αρχαϊκά χρόνια, αποτελεί ο δωρικός ναός του Απόλλωνα. Το 660 π.Χ. η Κόρινθος εμπλέκεται με τους Κερκυραίους, στην αρχαιότερη, σύμφωνα με το Θουκυδίδη, ναυμαχία μεταξύ ελληνικών πόλεων. Το 657 π.Χ., η ηγεμονία των Βακχιάδων τελείωσε.

ΚΥΨΕΛΟΣ (657-627 π.Χ.)

Ο Πολέμαρχος Κύψελος, βοηθούμενος από ένα χρησμό των Δελφών, ανέλαβε την ηγεμονία και κυβέρνησε την πόλη επί τριάντα χρόνια. Ήταν ο πρώτος Τύραννος της Κορίνθου και κυβέρνησε την πόλη ευνοώντας τις κατώτερες τάξεις και φερόμενος σκληρά προς τους αριστοκράτες. Οι εξόριστοι Βακχιάδες έφυγαν άλλοι στην Κέρκυρα και άλλοι στην Σπάρτη και Ετρουρία. Ως φόρο τιμής προς στους Δελφούς, έκτισε ένα θησαυροφυλάκιο εκεί. Στη διάρκεια της ηγεμονίας του, η πόλη ανέπτυξε το εμπόριο και ίδρυσε νέες αποικίες.

Ο Κύψελος ήταν γιος της Λάβδα και του Αιτίωνα από τη Γονούσα, μία κωμόπολη της Σικυώνας Η μητέρα του ανήκε στη οικογένεια των Βακχιάδων, αλλά επειδή ήταν κουτσή από το ένα πόδι, κανένας από αυτούς δεν την ήθελε. Τελικά παντρεύτηκε έναν απλό πολίτη, αν και αυτό απαγορευόταν στους Βακχιάδες.

Όταν το γεγονός έγινε γνωστό, το μαντείο των Δελφών με αρκετούς χρησμούς προειδοποίησε την πτώση των Βακχιάδων και την εξορία τους από τα παιδιά της Λάβδας. Αργότερα οι Βακχιάδες φοβούμενοι τους χρησμούς προσπάθησαν να σκοτώσουν το νεογέννητο παιδί της, αλλά η μητέρα του το έκρυψε σε μία κυψέλη (σεντούκι). Από αυτό το γεγονός πήρε το όνομα, Κύψελος.

Οι απόγονοι του έκαναν δωρεά στην Ολυμπία, μία κυψέλη από ξύλο βελανιδιάς, διακοσμημένη με εικόνες και παραστάσεις μυθολογικές και σκαλισμένες με χρυσό και ελεφαντόδοντο.

ΠΕΡΙΑΝΔΡΟΣ (627-585 π.Χ.)

Τον Κύψελο τον διαδέχτηκε ο γιος του, ο Περίανδρος, που αύξησε ακόμη πιο πολύ τη δύναμη της Κορίνθου. Κυβέρνησε αυταρχικά, περισσότερο από σαράντα χρόνια. Επινόησε τρόπους (μείωσε τον αριθμό των δούλων, κλπ.) έτσι ώστε οι κάτοικοι να είναι πάντα απασχολημένοι, όπως ο Αριστοτέλης αναφέρει, ώστε να μη τους μένει χρόνος για να συνωμοτούν εναντίον του. Ταυτόχρονα υποστήριξε τις τέχνες, κατασκεύασε διάφορα κτίρια και προσκάλεσε ποιητές, και γνωστούς συγγραφείς όπως ο Αρίων, Αίσωπος και πολλούς από τους ονομαζόμενους σοφούς άνδρες. Για όλα αυτά και για τα λεγόμενα του, τον ονόμασαν έναν από τους Επτά Σοφούς της Αρχαϊκής περιόδου.

Ο Περίανδρος ήταν ο πρώτος που προσπάθησε να ανοίξει το κανάλι του Ισθμού, αλλά το μαντείο των Δελφών με χρησμό του τον ειδοποίησε να μην προχωρήσει. Η πραγματική αιτία όμως ίσως ήταν ότι εκείνη την εποχή δεν είχαν τις τεχνικές δυνατότητες για ένα τέτοιο έργο. Αντί αυτού, ο Περίανδρος κατασκεύασε την Δίολκο, ένα πλακόστρωτο δρόμο, στον οποίο τα πλοία έλκονταν με τροχοφόρο όχημα από το ανατολικό λιμάνι των Κεχρεών του Σαρωνικού κόλπου, στο δυτικό λιμάνι Λέχαιο, του Κορινθιακού κόλπου.

Ο Περίανδρος σκότωσε τη γυναίκα του Μελίσσα, κόρη του τυράννου της Επιδαύρου Πρόκλη, ακούγοντας τις συκοφαντίες των παλλακίδων του, τις οποίες αργότερα έκαψε ζωντανές όταν ανακάλυψε την αλήθεια. Είχε δύο γιους από την γυναίκα του και ο θάνατος της έκανε τον νεώτερο γιο του, Λυκόφρονα, να απομακρυνθεί από τον πατέρα του, και έφυγε για την Κέρκυρα.

Προς το τέλος της ζωής του ο Περίανδρος προσπάθησε να φέρει πίσω τον γιο του, αλλά δεν τα κατάφερε. Ο Λυκόφρων δέχθηκε να επιστρέψει στην Κόρινθο, μόνον όταν ο πατέρας του υποσχέθηκε ότι θα έπαιρνε την θέση του στην Κέρκυρα. Όταν όμως αυτό έγινε γνωστό, οι Κερκυραίοι σκότωσαν τον Λυκόφρονα. Ο Περίανδρος για να εκδικηθεί τον θάνατο του γιου του, θανάτωσε 50 Κερκυραίους και έστειλε 300 νέους στην Λυδία για να γίνουν ευνούχοι, αλλά στο νησί της Σάμου οι κάτοικοι τους έδωσαν άσυλο στο ναό της Αρτέμιδος. Θανάτωσε επίσης πολλούς εξέχοντες πολίτες όταν δεν συμφώνησαν μαζί του στο πόλεμο εναντίον της Σικυώνας, στον οποίο είχε ως σύμμαχο τον Θρασύβουλο της Μιλήτου. Από όλα αυτά βλέπουμε ότι αν και ο Περίανδρος ήταν πολύ ευφυής, δεν ήταν καθόλου σοφός και ο Πλάτων πολύ σωστά δεν το συμπεριλάμβανε ανάμεσα τους.

Ο Περίανδρος διηύθυνε τις υποθέσεις της Κορίνθου πολύ καλά και ίδρυσε νέες αποικίες ανάμεσα στις οποίες την Ναυκράτιδα της Αιγύπτου. Ο επιθετικός του χαρακτήρας έφερε οικονομική άνθηση στην Κόρινθο και οι τέχνες αναπτύχθηκαν.

Την ίδια εποχή, τόσο στην Κόρινθο όσο και στη Σικυώνα συναντούμε τα πρώτα σπέρματα του θεάτρου και της τραγωδίας. Έτσι, στην αυλή του Περίανδρου ο Λέσβιος Αρίων εξελίσσει τον διθύραμβο σε αυτόνομο ποιητικό μουσικό είδος, μεταμφιέζοντας παράλληλα τους χορευτές του κι αυτό κάνει το Σόλωνα να χαρακτηρίσει αυτές τις συνθέσεις ως «δράμα τραγωδίας». Τον Περίανδρο τον διαδέχτηκε ο ανιψιός του Ψαμμήτιχος (όνομα που δόθηκε προς τιμή του δεύτερου Φαραώ της Αιγύπτου με το ίδιο όνομα), που δολοφονήθηκε από τους αριστοκράτες τρία χρόνια αργότερα, με τη βοήθεια της Σπάρτης και επανήλθε το καθεστώς της αριστοκρατίας. Στα λίγα χρόνια της ηγεμονίας του, ακολουθώντας την πολιτική του πατέρα του Κύψελου που είχε ιδρύσει αποικίες στην Λευκάδα, το Ανακτόριο και την Αμβρακία, έχτισε και την Ποτίδαια στη Χαλκιδική και την Επίδαμνο και την Απολλωνία στην Ιλλυρία (βόρεια της Κέρκυρας).
Η Κόρινθος, μετά την τυραννία κυβερνήθηκε από αριστοκράτες που εξέλεγαν Συμβούλιο αποτελούμενο από ογδόντα μέλη. Ανέπτυξαν δε καλές σχέσεις με όλες τις άλλες πόλεις και έγιναν μέλος της Πελοποννησιακής συμμαχίας. Επί εκατό χρόνια η Κόρινθος ευημερούσε και είχε φιλικές σχέσεις με την ανταγωνίστρια της Αθήνα.

ΠΕΡΣΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ

Το 481 π.Χ., στο ιερό του Ποσειδώνα στα Ίσθμια, οι Έλληνες για πρώτη φορά μετά τα Τρωικά ενώνονται, για να αντιμετωπίσουν τον περσικό κίνδυνο. Από τότε το Ιερό του Ποσειδώνα απετέλεσε το κέντρο του ενωμένου ελληνισμού, όπου συγκαλούνταν κατ’ εξοχήν τα Πανελλήνια Συνέδρια. Στη διάρκεια της Περσικής εισβολής στην Ελλάδα, η Κόρινθος εξελέγη ως το κέντρο της Ελληνικής Συμμαχίας και ήταν από τις ηγετικές δυνάμεις της συμμαχίας εναντίον των Περσών. Πήρε μέρος στη ναυμαχία της Σαλαμίνας (480 π.Χ.) με 40 πλοία, υπό την αρχηγία του Αδείμαντου. Έλαβε επίσης μέρος στην μάχη των Πλαταιών (479 π.Χ.) με 5.000 βαριά οπλισμένους άνδρες (Ηροδότου Ιστορία, βιβλίο Θ), καθώς και στη ναυμαχία της Μυκάλης, όπου πολέμησαν γενναία και ήλθαν δεύτερη στο βραβείο τιμής μετά τους Αθηναίους.

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Μετά τους Περσικούς πολέμους η Κόρινθος ευημερούσε πιο πολύ από κάθε άλλη πόλη και ανέπτυξε έντονο εμπορικό ανταγωνισμό με την Αθήνα. Αλλά η επέκταση της Αθήνας υπό την αρχηγία του Περικλή, διέκοψε τις καλές σχέσεις μεταξύ τους. Τα πράγματα έγιναν χειρότερα όταν οι Αθηναίοι απαίτησαν από την αποικία της Κορίνθου Ποτίδαια να διαλύσει τα οχυρά της και να διώξει τους Κορίνθιους κυβερνήτες. Η Κόρινθος έστειλε εσπευσμένα 2.000 στρατό υπό την αρχηγία του Αρισταίου, ο οποίος συνελήφθη από τους Αθηναίους, εστάλη στην Αθήνα και εκτελέσθηκε. Αυτό το γεγονός ήταν η αρχή του Πελοποννησιακού πολέμου, στον οποίο η Κόρινθος δεν είχε και μεγάλη επιτυχία.

Το 460 π.Χ., με αφορμή προσχώρηση των Μεγαρέων στην Αθήνα, αναπτύσσεται σφοδρό μίσος μεταξύ Κορινθίων και Αθηναίων, που οδηγεί στον πρώτο Πελοποννησιακό πόλεμο, στον οποίο κανείς δεν βρέθηκε νικητής, όταν έληξε μετά την επέμβαση των Σπαρτιατών. Η Κόρινθος συγκρότησε συμμαχία με τη Σπάρτη και άλλες χώρες της αρχαίας Ελλάδας, εναντίον της Αθήνας, προσφέροντας στη συμμαχία τον ισχυρό της στόλο, το μοναδικό στην αρχαία Ελλάδα που μπορούσε να αντιμετωπίσει τον Αθηναϊκό.

Όταν οι Κορίνθιοι και οι σύμμαχοι τους εισέβαλλαν στα Μέγαρα το 458 π.Χ., ξέροντας ότι οι Αθηναϊκές δυνάμεις βρισκόταν στην Αίγινα, ο έξοχος Αθηναίος στρατηγός, Μυρωνίδης, συγκέντρωσε ένα στρατό από παιδιά και ηλικιωμένους άνδρες και ξεκίνησε να βοηθήσει τους Μεγαρείς. Στην αναποφάσιστη μάχη εναντίον των Κορινθίων, οι οποίοι αργότερα έφυγαν, οι Αθηναίοι έστησαν τρόπαιο. Αποδοκιμασμένος, από τον λαό της Κορίνθου, ο Κορινθιακός στρατός επέστρεψε στα Μέγαρα μετά από δώδεκα μέρες και άρχισαν να στήνουν ένα τρόπαιο. Όταν οι Αθηναίοι τους αντιλήφθηκαν, βγήκαν έξω από τα τείχη των Μεγάρων και τους σκότωσαν, καθώς και άλλες δυνάμεις που ήλθαν να τους βοηθήσουν.

Το 433 π.Χ., όμως, το υποβόσκον μίσος μεταξύ των δύο ελληνικών πόλεων και μια σειρά συγκρούσεων και αντεκδικήσεων μεταξύ των αποικιών τους, οδήγησε στον Β’ Πελοποννησιακό Πόλεμο, ο οποίος εξάντλησε οικονομικά τις ελληνικές πόλεις. Έτσι το 429 π.Χ. ο κορινθιακός στόλος απέτυχε να νικήσει τον αθηναϊκό σε ναυμαχία ΒΔ της Πάτρας. Ο ναύαρχος Φόρμιος των Αθηνών με ανώτερη στρατηγική και με 20 μόνο πλοία, κατέστρεψε 47 Κορινθιακά πλοία. Το 425 π.Χ. μεγάλη απόβαση του αθηναϊκού στρατού στην περιοχή της Σολυγείας οδήγησε σε ήττα των Κορινθίων, οι οποίοι όμως το επόμενο έτος κατάφεραν να αποσπάσουν τα Μέγαρα από τους Αθηναίους.

Το 421 π.Χ., η Σπάρτη και η Αθήνα υπέγραψαν συμφωνία, αλλά η Κόρινθος εναντιώθηκε στην Ειρήνη του Νικία, γιατί δεν υπήρχε αναφορά για την επιστροφή των αποικιών της Ανακτορίου και Σόλλιου, οι οποίες είχαν καταληφθεί από τους Αθηναίους. Γι’ αυτό προχώρησαν σε αντισπαρτιατική συμμαχία με το Άργος, η οποία σύντομα διαλύθηκε, αφού κατάφεραν να πείσουν τελικώς τους Σπαρτιάτες να αναμειχθούν και πάλι στον πόλεμο.

Το 415 π.Χ., οι Αθηναίοι έστειλαν μεγάλη δύναμη εναντίον της Κορινθιακής αποικίας των Συρακουσών. Η Κόρινθος έστειλε σχεδόν όλη την ναυτική και στρατιωτική δύναμη για να τους βοηθήσουν. Ο Αρίστων, ένας Κορίνθιος ναυτικός, ο καλύτερος καπετάνιος μεταξύ τους, πρότεινε το τέχνασμα που έπεισε τους Αθηναίους ότι η μάχη τελείωσε και έτσι έδωσε την ευκαιρία στον Συρακούσιο στόλο να επιτεθεί και να νικήσουν. Εν συνεχεία, ο πόλεμος μεταφέρθηκε στην ανατολική όχθη του Αιγαίου, όπου ο κορινθιακός στόλος ακολούθησε τους Σπαρτιάτες, καταφέρνοντας, τελικά, μεγάλη νίκη εναντίον των Αθηναίων το 404 π.Χ., στη μάχη στους Αιγός ποταμούς, μάχη η οποία σήμανε και το τέλος του πολέμου.

ΚΟΡΙΝΘΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, στην Κόρινθο ξέσπασε εμφύλιος μεταξύ ολιγαρχικών και δημοκρατικών. Η επικράτηση των δημοκρατικών έστρεψε την Κόρινθο σε συμμαχία με τη Θήβα, το Άργος και με τον πρώην εχθρό τους την Αθήνα. Οι ολιγαρχικοί προσπάθησαν να ανατρέψουν τους δημοκρατικούς, αλλά η συνωμοσία αποκαλύφθηκε. Οι δημοκρατικοί αποφάσισαν έτσι να σκοτώσουν τους ολιγαρχικούς σε μία πανήγυρη η οποία λάμβανε μέρος τον μήνα Φεβρουάριο, πιθανόν προς τιμήν της Αρτέμιδος, το έτος 393 π.Χ. Όταν η Αγορά ήταν ασφυκτικά γεμάτη, δολοφόνησαν τα καθορισμένα άτομα. Οι γιοι των ολιγαρχικών σώθηκαν επειδή βρίσκονταν έξω από τα τείχη της πόλης. Οι ολιγαρχικοί ζήτησαν τη βοήθεια του Σπαρτιατικού στρατού, που ήταν στη Σικυώνα, μια πόλη 15 χλμ. ΒΔ της Κορίνθου. Η νέα συμμαχία συγκρούστηκε με τη Σπάρτη και ο πόλεμος αυτός έγινε γνωστός ως Κορινθιακός πόλεμος. Οι Σπαρτιάτες και οι Σικυώνιοι μπήκαν μέσα στα μακρά τείχη του λιμανιού στο Λέχαιο και έσκαψαν χαρακώματα. Η μάχη εναντίον των δημοκρατικών Κορινθίων, Αργείων και Αθηναίων υπό την αρχηγία του Ιφικράτη ακολούθησε και τελείωσε με τη σφαγή των δημοκρατικών, αν και οι Σπαρτιάτες δεν μπόρεσαν να καταλάβουν την πόλη. Ο πόλεμος αυτός τελείωσε το 386 π.Χ. με την Ανταλκίδειο ειρήνη. Αργότερα οι Κορίνθιοι συμμάχησαν και πάλι με τους Σπαρτιάτες, κάτω από ολιγαρχική εξουσία και ευημέρησαν.

Μερικά χρόνια αργότερα, η κουρασμένη κι εξαντλημένη Κόρινθος αντιστάθηκε στην Σπαρτιατική ηγεμονία, συμμάχησε με τους Αθηναίους, αλλά, τελικώς, σε μάχη στο Νέμεο ποταμό (σημ. Ζαπάντης) υπέστη συντριπτική ήττα από τους Λακεδαιμονίους.

ΤΑ ΕΠΟΜΕΝΑ ΧΡΟΝΙΑ

Το 370 π.Χ. ιδρύθηκε το Αρκαδικό Κοινό, που περιλάμβανε τις πόλεις Φενεό και Στύμφηλο, ενώ ένα χρόνο αργότερα οι Βοιωτοί, που στο μεταξύ είχαν ιδρύσει το Βοιωτικό Κοινό, εκστράτευσαν κατά της Κορινθίας κι όλης της Πελοποννήσου.
Σε δεινή θέση περιήλθαν η Κόρινθος, η Σικυώνα, αλλά και ο Φλειούντας. Το 366 π.Χ. οι Κορίνθιοι και οι Φλειάσιοι υπέγραψαν ειρήνη με τους Θηβαίους κι εγκατέλειψαν την πολεμική προσπάθεια.

Το 365 π.Χ. κατέλαβε την εξουσία ο στρατηγός Τιμολέων. Εν τω μέσω οξύτατων οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων, αποτόκων του πολέμου, το 345 π.Χ. η Κόρινθος ενεπλάκη σε νέα πολεμική επιχείρηση, στη Σικελία αυτή τη φορά, βοηθώντας τις Συρακούσες να αντιμετωπίσουν τον καρχηδονιακό κίνδυνο. Στη διάρκεια αυτής της εκστρατείας αναδείχθηκε ως άνδρας εξαίρετου ήθους και υψηλού φρονήματος, ο Τιμολέων, που ήταν ο επικεφαλής του εκστρατευτικού σώματος. Κατάφερε να ελευθερώσει όλες τις πόλεις της Σικελίας και να εγκαθιδρύσει δημοκρατικά πολιτεύματα, έγινε έτσι ιδιαίτερα αγαπητός στο λαό και θάφτηκε με μεγάλες τιμές στη γη των Συρακουσών (Πλουτάρχου, Βίοι Παράλληλοι – Τιμολέων).

ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ

Η Κόρινθος δεν έλαβε μέρος στον πόλεμο εναντίον του Φιλίππου της Μακεδονίας. Ήταν εδώ όπου ο Μ. Αλέξανδρος συνάντησε τον κυνικό φιλόσοφο Διογένη. Το 337 π.Χ. μετά τη μάχη της Χαιρώνειας, στο ιερό του Ποσειδώνα στα Ίσθμια, συνεκλήθη υπό το Φίλιππο τον Β’, το 2ο Πανελλήνιο Συνέδριο, όπου συστάθηκε το «Κοινό των Ελλήνων» και αποφασίστηκε η εκστρατεία στην Περσία. Ένα, μόλις, χρόνο αργότερα (336 π.Χ.) και μετά τη δολοφονία του Φιλίππου και την ανακήρυξη του Αλεξάνδρου, ως βασιλιά της Μακεδονίας, το συνέδριο επαναλήφθηκε πλην Λακεδαιμονίων κι ο νεαρός βασιλιάς αναγορεύτηκε «στρατηγός αυτοκράτωρ». Ο Αλέξανδρος συγκρότησε στην Κόρινθο τη συμμαχία των ελληνικών πόλεων εναντίον των Περσών.

Μετά το θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου, η Κόρινθος και η Σικυώνα περιήλθαν στην κατοχή του Αλεξάνδρου γιου του Πολυπέρχοντος, ενώ η Στύμφηλος και οι Κεχρεές βρέθηκαν υπό τον Κάσσανδρο, με τον οποίο, όμως, συμμάχησε ο Αλέξανδρος, στη συνέχεια. Ωστόσο, η γυναίκα του Αλεξάνδρου, που τον διαδέχτηκε μετά τη δολοφονία του, παρέδωσε το 308 π.Χ. τις δύο πόλεις στον Πτολεμαίο, που δεν κατάφερε να τις διατηρήσει, αφού δύο χρόνια αργότερα η Κόρινθος πέρασε στην κυριαρχία του Κασσάνδρου και η Σικυώνα τρία χρόνια αργότερα «ελευθερώθηκε» από τον Δημήτριο τον Πολιορκητή, που τον δέχτηκαν στη συνέχεια κι οι Κορίνθιοι, ως ελευθερωτή. Το 302 π.Χ. ο Δημήτριος συνεκάλεσε στην Κόρινθο συνέδριο και επανίδρυσε τη «Συμμαχία της Κορίνθου».

Το 251 π.Χ. κι ενώ η Σικυώνα έχει περάσει στα χέρια διαφόρων τυράννων, κάνει την εμφάνισή του στην πολιτική και στρατιωτική σκηνή της εποχής ένας νέος άντρας, ο Άρατος, που καταφέρνει να εκδιώξει τον τύραννο Νικοκλή, να εγκαθιδρύσει δημοκρατία και να εντάξει την πόλη στην Αχαϊκή Συμπολιτεία, όπου εκλέγεται στρατηγός λίγο αργότερα. Το 243 π.Χ. κυριεύει για λογαριασμό της Συμπολιτείας την Κόρινθο και το Λέχαιο, όμως το 225 π.Χ. αναγκάζεται, προκειμένου να αντιμετωπίσει τον σπαρτιατικό κίνδυνο, να συμμαχήσει με τους Μακεδόνες και να παραδώσει σ’ αυτούς την Κόρινθο, καταστέλλοντας ταυτόχρονα εξέγερση στη Σικυώνα. Ο λαμπρός Σικυώνιος στρατηγός πέθανε το χειμώνα του 214/3 π.Χ., σε ηλικία 57 χρονών. Τα επόμενα χρόνια η δύναμη της Κορίνθου περιορίστηκε και σταδιακά επισκιάστηκε από τη νεοσύστατη Αχαϊκή Συμπολιτεία.

Το 197 π.Χ., οι Μακεδόνες νικήθηκαν στο Κυνοκέφαλο της Θεσσαλίας από τους Ρωμαίους. Την άνοιξη του 196 π.Χ., οι Ρωμαίοι συγκαλούν στην Κόρινθο συνέδριο για την τύχη των ελληνικών πόλεων, όπου αποφασίζουν, αφενός μεν την εγκαθίδρυση ρωμαϊκής φρουράς στον Ακροκόρινθο, αφετέρου δε το αφρούρητο και αφορολόγητο των ελληνικών πόλεων, ενώ δύο χρόνια αργότερα αποχωρεί και η φρουρά από την ακρόπολη της Κορίνθου και η πόλη γίνεται έδρα της Αχαϊκής Συμπολιτείας, γεγονός που πλήρωσε πολύ ακριβά 50 χρόνια αργότερα.

ΡΩΜΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Η ιστορία της διακόπτεται απότομα το 146 π.Χ., όταν από ατυχείς πολιτικούς χειρισμούς, θα προκαλέσει την υπερδύναμη της εποχής, κραταιά Ρώμη. Το Μάιο του 146 π.Χ. η τακτική συνέλευση της Αχαϊκής συμπολιτείας στην Κόρινθο αποφασίζει την κήρυξη του πολέμου τυπικά εναντίον των Σπαρτιατών, ουσιαστικά, όμως, εναντίον των Ρωμαίων. Η Κόρινθος συμμάχησε με την Αχαϊκή συμπολιτεία σε μία τελευταία προσπάθεια των Ελλήνων να αντιμετωπίσουν το Ρωμαίο στρατηγό Λεύκιο Μόμμιο που βάδιζε προς την Πελοπόννησο. Ο ύπατος Λεύκιος Μόμμιος αποστέλλεται από τη Σύγκλητο να αντιμετωπίσει την κατάσταση με σαφείς οδηγίες: Η τιμωρία των Αχαιών να είναι παραδειγματική, ώστε να καταπτοηθούν όλοι οι Έλληνες. Μετά από μία σειρά λάθος χειρισμούς, από πλευράς των στρατηγών της Αχαϊκής Συμπολιτείας, οι Έλληνες ηττήθηκαν στον Ισθμό και ακολούθησε καταστροφή της Κορίνθου. Οι Ρωμαίοι κυρίευσαν την πόλη κι επιδόθηκαν στην υλοποίηση της απόφασης της Συγκλήτου, με υπερβολικό ζήλο. Έτσι, έσφαξαν όλους τους άνδρες, πούλησαν ως δούλους τις γυναίκες, τα παιδιά και τους απελεύθερους δούλους, κατέστρεψαν εκ βάθρων την πόλη, λεηλάτησαν τους θησαυρούς της και τέλος την πυρπόλησαν. Η Κόρινθος ερημώθηκε κυριολεκτικά. Ένα τμήμα της χώρας δημεύτηκε από τη Ρώμη ως δημόσια γη, ενώ το υπόλοιπο υπήχθη στη Σικυώνα, η οποία ανέλαβε και την οργάνωση των Ισθμίων. Για τα επόμενα 100 χρόνια η Κόρινθος έχει σβήσει από το χάρτη.

Ο Ιούλιος Καίσαρας και στη συνέχεια ο Αύγουστος, αποφασίζουν τον επανοικισμό και την ανοικοδόμηση της πόλης. Το 44 π.Χ. ο Ιούλιος Καίσαρ επαναποίκισε την Κόρινθο με απελεύθερους και βετεράνους Ρωμαίους, που εξελληνίστηκαν πολύ γρήγορα και την ονόμασε Laus Iulia Corinthus. Είναι εντυπωσιακό το πόσο γρήγορα η νέα Κόρινθος αναπτύσσεται και πάλι, παρουσιάζει πολύ μεγάλη άνθιση και επανακτά τον παλαιό της πλούτο και τη φήμη. Έτσι σύντομα γίνεται η πλουσιότερη και σημαντικότερη πόλη της Πελοποννήσου, επισκιάζοντας ακόμη και την Αθήνα. Η οικονομική της ευημερία διήρκεσε σε όλη την πρώιμη αυτοκρατορική περίοδο.

ΠΑΛΑΙΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Έτσι, κατά τη δεύτερη περιοδεία του, το 51 μ.Χ., ο Απόστολος Παύλος βρίσκει στην Κόρινθο μια ανθηρή οικονομικά κοινωνία και παραμένει ενάμισι χρόνο στην πόλη κοντά στους Ακύλα και Πρίσκιλλα, οι οποίοι ίδρυσαν την πρώτη χριστιανική κοινότητα στην περιοχή, που ακμάζει εκεί λίγο αργότερα. Ο Παύλος διατήρησε θερμές σχέσεις με την Εκκλησία της Κορίνθου, μάλιστα επισκέφτηκε άλλες δύο φορές την πόλη. Το κέντρο της οργανώνεται νότια του ναού του Απόλλωνα και περιλαμβάνει καταστήματα, μικρούς ναούς, κρήνες, λουτρό και άλλα δημόσια κτίρια.

Κατά τον 3ο μ.Χ. αιώνα, η οικονομική και εμπορική ευημερία της Κορίνθου κλονίστηκε βαθύτατα από την επιδρομή των Ερούλων, την πρώτη μεγάλη γοτθική επιδρομή. Είναι γνωστό ότι μετά το 267 μ.Χ. ορδές Ερούλων κατέλαβαν και κατέστρεψαν τόσο την Κόρινθο όσο και τη Σικυώνα, αλλά και όλες τις πόλεις της Πελοποννήσου.
Τέλος, το 346 μ.Χ. κατά την επιδρομή του Βησιγότθου Αλάριχου και των ορδών του, η Κόρινθος, όπως και όλες οι αρχαίες πόλεις της σημερινής Κορινθίας, εγκαταλελειμμένες από το νεοσύστατο ανατολικό ρωμαϊκό κράτος, υπέστησαν τις σοβαρότερες καταστροφές, λεηλατήθηκαν οικτρά, ενώ πολλοί κάτοικοί τους εξανδραποδίστηκαν. Μετά την επιδρομή αυτή σβήνει η αίγλη των αρχαίων χρόνων και αρχίζει οριστικά η βυζαντινή περίοδος. Η πόλη όμως επιζεί παρά τις επανειλημμένες καταστροφές και εισβολές, μέχρι την απελευθέρωσή της από τους Τούρκους το 1822.

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ

Οι 7 όρθιοι μονολιθικοί κίονες μ’ ένα μέρος του επιστυλίου ενός δωρικού ναού, ήταν για αιώνες τα μόνα ορατά λείψανα της αρχαίας Κορίνθου. Για τις σχετικά ισχνές ιστορικές αναφορές που σώθηκαν για την τοπογραφία της αρχαίας Κορίνθου, μας αποζημιώνει για μία ακόμα φορά η περιγραφή του Παυσανία. Ο αρχαίος περιηγητής επισκέφτηκε την Κόρινθο τον 2ο αιώνα μ.Χ. και μας δίνει μία πλήρη περιγραφή του κέντρου της πόλης. Φυσικά αυτό που μας περιγράφει είναι η νεότερη πόλη, η επανοικισμένη ρωμαϊκή colonia. Περιορισμένη σε έκταση και αποτελέσματα έρευνα έγινε κατά τα έτη 1892 και 1906 από τον Α. Σκιά με δαπάνες της Αρχαιολογικής Εταιρείας. Συστηματικές ανασκαφές στην περιοχή που συνεχίζονται ακατάπαυστα μέχρι σήμερα, άρχισαν το 1896, από την Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών, που έφεραν στο φως την αγορά, ναούς, κρήνες, καταστήματα, στοές, λουτρά. Έχει αποκαλυφθεί ένα σημαντικό τμήμα της αρχαίας πόλης, με επίκεντρο την αγορά και το θρησκευτικό κέντρο. Επίσης, ερευνήθηκαν ο Ακροκόρινθος, προϊστορικοί οικισμοί, το Θέατρο, το Ωδείο, το Ασκληπιείο, νεκροταφεία, η συνοικία των κεραμέων και άλλα κτίρια.

ΜΟΥΣΕΙΟ ΚΟΡΙΝΘΟΥ

Τα ευρήματα φυλάσσονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αρχαίας Κορίνθου. Το Μουσείο οικοδομήθηκε το 1931-32 με αρχιτέκτονα τον W. Stuart Thompson. Το 1950 έγινε προσθήκη της ανατολικής πτέρυγας από τον ίδιο αρχιτέκτονα. Η δωρεά της δαπάνης έγινε από την Αμερικανίδα κα William H. Moore.

ΚΟΡΙΝΘΙΑΚΕΣ ΠΟΛΕΙΣ

Η αρχαία Κόρινθος ήταν χτισμένη στους πρόποδες του Ακροκορίνθου, του βραχώδους λόφου που βρίσκεται ΝΔ της σύγχρονης πόλης. Η πόλη διέθετε δύο επίνεια, το Λέχαιο στα βόρεια, στις ακτές του Κορινθιακού κόλπου και τις Κεχρεές στα ανατολικά, στις ακτές του Σαρωνικού. Στη νότια πλευρά του Ισθμού, στο σημείο περίπου που ξεκινούσε η δίολκος ήταν χτισμένη η παραλιακή πόλη Σχοινούντας. Πολύ κοντά στο Σχοινούντα βρισκόταν ο σημαντικός λατρευτικός χώρος των Ισθμίων, αφιερωμένος στον Ποσειδώνα και προς τιμή του διεξάγονταν κάθε δύο χρόνια αθλητικοί αγώνες. Στη βόρεια πλευρά του Ισθμού βρίσκονταν οι Θέρμες, κοντά στο σημερινό Λουτράκι, γνωστές από την αρχαιότητα για τις ιαματικές πηγές τους. Πιο βόρεια βρισκόταν ο λατρευτικός χώρος του Ηραίου, χτισμένος στη θέση του ομώνυμου ακρωτηρίου. Στη θέση της σημερινής Περαχώρας βρισκόταν η πόλη Πείρεον. Άλλες αρχαίες Κορινθιακές πόλεις ήταν η Κρομμυώνα, χτισμένη στις νότιες πλαγιές των Γερανείων, κοντά στις ακτές του Σαρωνικού (στην περιοχή που βρίσκονται σήμερα οι Άγιοι Θεόδωροι), η Οινόη στις βόρειες πλαγιές των Γερανείων, κοντά στις ακτές του Κορινθιακού κόλπου, οι Ασές στα ΒΔ της Κορίνθου, κοντά στο σημερινό χωριό Βραχάτι, η Μαυσός, ΝΔ της Κορίνθου, στη διαδρομή Κορίνθου-Νεμέας. Στα νότια της αρχαίας πόλης βρίσκονταν η Σολυγεία και η Τενέα. Η Σολυγεία ήταν χτισμένη στην περιοχή που σήμερα βρίσκεται το χωριό Σοφικό, ενώ η Τενέα στην περιοχή που σήμερα βρίσκεται το χωριό Χιλιομόδι (Παυσανίας, Ελλάδος περιήγησις/Κορινθιακά).

ΑΠΟΙΚΙΕΣ

Οι Κορίνθιοι ως σημαντική εμπορική δύναμη είχαν δημιουργήσει ένα δίκτυο αποικιών κυρίως στη δύση που τους βοηθούσαν να ελέγχουν το εμπόριο στις περιοχές αυτές. Στα νησιά του Ιονίου είχαν αποικίσει τη Λευκάδα και την Κέρκυρα, ενώ στις ηπειρωτικές ακτές του Ιονίου είχαν ιδρύσει τις αποικίες Άκτιο και Αμβρακία (Υπουργείο πολιτισμού, η αρχαία Αμβρακία). Βορειότερα στην Αδριατική ίδρυσαν τις αποικίες Επίδαμνος και Απολλωνία. Και οι δύο βρίσκονταν στα παράλια της σημερινής Αλβανίας. Η Επίδαμνος κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο μετατράπηκε σε πολύ σημαντικό Ρωμαϊκό λιμάνι και μετονομάστηκε από τους Ρωμαίους σε Δυρράχιο. Στη Σικελία οι Κορίνθιοι ίδρυσαν τις Συρακούσες, που εξελίχθηκαν αργότερα στην ισχυρότερη πόλη του νησιού. Οι σχέσεις Κορίνθου-Συρακουσών παρέμεναν καλές και συχνά οι Κορίνθιοι πρόσφεραν βοήθεια στους Συρακούσιους, όταν απειλούνταν από εξωτερικούς εχθρούς. Με αυτές τις αποικίες η Κόρινθος κυριαρχούσε στο εμπόριο της δυτικής Μεσογείου. Στην ανατολική πλευρά της Ελλάδας οι Κορίνθιοι δεν ίδρυσαν πολλές αποικίες. Η σημαντικότερη αποικία τους εκεί ήταν η Ποτίδαια. Η Ποτίδαια χτίστηκε στη Χαλκιδική σε ιδιαίτερα στρατηγική θέση, πάνω στο στενό ισθμό στην αρχή της χερσονήσου της Κασσάνδρας. Μετά τους Περσικούς πολέμους η Ποτίδαια πέρασε στον έλεγχο των Αθηναίων. Η αντιπαράθεση Κορινθίων-Αθηναίων για τον έλεγχο της Ποτίδαιας αποτέλεσε μία από τις βασικές αφορμές για το ξέσπασμα του Πελοποννησιακού πολέμου (Θουκυδίδης, Βιβλίο Α).

Ερείπια Απολλωνίας στο Fieri Αλβανίας

ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ

Ο αρχαιολογικός χώρος της Αρχαίας Κορίνθου βρίσκεται στους βόρειους πρόποδες του λόφου του Ακροκορίνθου, γύρω από τον Ναό του Απόλλωνα. Εκτεταμένες ανασκαφές έχουν φέρει στο φως τη Ρωμαϊκή Αγορά της πόλης, ναούς, κρήνες, καταστήματα, στοές, λουτρά και ποικίλα άλλα μνημεία. Οι έρευνες επεκτάθηκαν ως το φρούριο του Ακροκορίνθου, σε προϊστορικούς οικισμούς στην κορινθιακή πεδιάδα στον βορρά, όπως ο λόφος του Κοράκου, το Θέατρο, το Ωδείο, το Ασκληπιείο, τα νεκροταφεία, ο Κεραμεικός, καθώς και άλλα κτήρια εκτός του κύριου αρχαιολογικού χώρου.

ΝΑΟΣ ΑΠΟΛΛΩΝΑ

O αρχαϊκός ναός του Απόλλωνα αποτελεί ακόμα και σήμερα το ορόσημο του αρχαιολογικού χώρου. Ο επιβλητικός ναός, με τους μονολιθικούς δωρικούς κίονες, από τους οποίους 7 παραμένουν όρθιοι σε περίοπτη θέση πάνω από τα ερείπια της ασγοράς, χτίστηκε περί το 530 π.Χ. Είναι από τα λίγα δημόσια κτίσματα που ανοικοδομήθηκαν μετά την καταστροφή της πόλης, από το ίδιο παλαιό τους υλικό. Φαίνεται ότι η ανοικοδόμηση αυτή ακολούθησε το ίδιο αρχαϊκό σχέδιο, χωρίς σημαντικές τροποποιήσεις. Οι δωρικοί κίονες του πτερού ήταν 6 στις στενές πλευρές και 15 στις μακρές. Για τη στήριξη της οροφής υπήρχαν και εσωτερικές κιονοστοιχίες κατά μήκος του αρκετά επιμήκους σηκού, που ήταν χωρισμένος σε δύο δωμάτια και επιπλέον σε πρόναο και οπισθόδομο που είχαν στην πρόσοψή τους ανά δυο κίονες ανάμεσα σε παραστάδες.

Η ΑΓΟΡΑ

Νότια του ναού και σε χαμηλότερο επίπεδο απλωνόταν η αρχαία αγορά της Κορίνθου, που είχε μορφή ορθογωνίου και διαστάσεις 160 μέτρα μήκος και 70 πλάτος. Οι ανασκαφές αποκάλυψαν και τη μία από τις δύο κύριες οδούς πρόσβασης, έναν ευρύ πλακοστρωμένο δρόμο, πλαισιωμένο από στοές που συμβατικά έχει ονομαστεί οδός Λεχαίου, καθώς ερχόταν από το λιμάνι. Ο δρόμος αυτός οδηγούσε κατευθείαν στο κέντρο της πόλης, όπου περνώντας ένα μνημειακό πρόπυλο, ο επισκέπτης βρισκόταν στην αγορά. Όπως σε κάθε αρχαία ελληνική πόλη, η αγορά ήταν ένας χώρος ανοικτός, αφιερωμένος στη δημόσια και εμπορική ζωή της πόλης. Η αγορά πλαισιωνόταν από σειρές καταστημάτων και από στοές. Τα κυριότερα κτίσματα που την περιβάλλουν είναι:

Η νότια στοά, που σχηματίζεται από σειρά ομοιόμορφων καταστημάτων, που το καθένα τους ήταν χωρισμένο σε δύο δωμάτια. Μπροστά στα καταστήματα υπάρχει διπλή σειρά κιονοστοιχίας. Η εξωτερική ήταν δωρική, ενώ η εσωτερική ιωνική. Ανάμεσα σ’ αυτή τη στοά παρεμβάλλεται το βουλευτήριο.

Άλλη σειρά καταστημάτων της αγοράς είναι τα κεντρικά καταστήματα και το βήμα ανάμεσά τους, από όπου ο Ρωμαίος ανθύπατος απευθυνόταν στους πολίτες που συγκεντρώνονταν στην αγορά. Το 52 μ.Χ. από τη θέση αυτή ο ανθύπατος Γαλλίων απασχολήθηκε με τον παρόντα στην αγορά, απόστολο Παύλο (Πράξεις 18:12-17). Στα Μεσαιωνικά χρόνια στη θέση του βήματος είχε κτιστεί μικρή εκκλησία, της οποίας τα θεμέλια διατηρήθηκαν. Μία άλλη σειρά είναι τα ΒΔ καταστήματα, που περιλαμβάνουν το χαρακτηριστικό τοξωτό οικοδόμημα ανάμεσά τους.

Στον δυτικό τομέα υπήρχαν τα μικρότερα ιερά της πόλης. Η τοποθέτηση αυτή επιλέχτηκε καθώς οι ναΐσκοι με τα λατρευτικά αγάλματα, έπρεπε υποχρεωτικά να βλέπουν προς την ανατολή. Σώζονται θεμέλια 6 συνολικά ναΐσκων που μας είναι γνωστοί από τους ανασκαφείς με λατινικά γράμματα (D, F, G, H, J, K), καθώς οι ταυτίσεις τους δεν είναι ασφαλείς. Ο ένας από αυτούς (F) πιθανολογείται ότι ήταν αφιερωμένος στη λατρεία της θεάς Τύχης, ο ναός G πιθανότατα σε όλους τους θεούς και ο ναός D στη λατρεία του Ερμή.

Πίσω από τους ναΐσκους αυτούς υπήρχαν οι περίβολοι δύο μεγαλύτερων ναών, του ναού C, που ίσως ταυτίζεται με το ναό της Ήρας Ακραίας και του μνημειώδους ναού Ε, του δεύτερου σε μέγεθος μετά το ναό του Απόλλωνα, που τον καιρό του Παυσανία ήταν αφιερωμένος στην Οκταβία, την αδελφή του Αυγούστου.

Η ανατολική πτέρυγα της αγοράς καταλαμβανόταν από εξίσου εντυπωσιακά οικοδομήματα. Το χώρο αμέσως δεξιά των προπυλαίων της «οδού Λεχαίου», κατελάμβανε ένα επιβλητικό οικοδόμημα, του οποίου η διώροφη πρόσοψη ήταν στολισμένη με κορινθιακούς κίονες, ενώ στο δεύτερο όροφο, το θριγκό υποβάσταζαν τέσσερις κολοσσικοί ανδριάντες βαρβάρων, ως «άτλαντες».

Η ανατολική πτέρυγα έκλεινε με την «Ιουλία Βασιλική», ένα ορθογώνιο οικοδόμημα, όπου ήταν στημένες γλυπτικές εικόνες της Ιουλίας οικογένειας (Ιουλίου Καίσαρος και Αυγούστου). Κάτω από την κτιστή σκάλα της εισόδου σώζεται λίθινη αφετηρία για αγωνίσματα δρόμου από ένα στάδιο που κατελάμβανε τον κεντρικό χώρο της αγοράς, πριν από τα ρωμαϊκά χρόνια και καταστράφηκε το 146 π.Χ. Μία ακριβώς όμοια βασιλική σε κάτοψη και διαστάσεις, βρίσκεται πίσω από τη νότια στοά της αγοράς.

Φαίνεται ότι κατά την ίδρυση της δεύτερης πόλης από τους Ρωμαίους, υπήρξε πρόνοια για αποσυμφόρηση της αγοράς και μεταφορά των εμπορικών δραστηριοτήτων σε άλλο παρακείμενο χώρο, ώστε η αρχαία παραδοσιακή αγορά να αποδοθεί αποκλειστικά σε πολιτική και θρησκευτική χρήση. Η δεύτερη αυτή αγορά βρέθηκε από τους ανασκαφείς βόρεια του ναού του Απόλλωνα και αποτελεί, όπως και η αντίστοιχη ρωμαϊκή αγορά των Αθηνών, ένα τυποποιημένο δημιούργημα. Είναι ένας τετράπλευρος ανοικτός χώρος που πλαισιώνεται από στοές και σειρές όμοιων καταστημάτων. Πιθανόν να στέγαζε την αγορά νωπών τροφίμων.

Η ΠΕΙΡΗΝΗ ΚΡΗΝΗ

Αφήνοντας την αγορά και κατεβαίνοντας τα μνημειακά σκαλοπάτια των προπυλαίων, προσεγγίζουμε την οδό Λεχαίου. Στην αριστερή πλευρά των προπυλαίων βρίσκεται η κρήνη Πειρήνη με τα 6 ανοίγματα (τους χώρους που μοιάζουν σαν σπηλιές), όπως μας λέει ο Παυσανίας. Η φυσική αυτή πηγή, ίσως αποτελούσε και το λόγο για τον οποίο οι Κορίνθιοι επέλεξαν τον τόπο αυτό για να χωροθετήσουν την αγορά τους. Μία πρώτη αρχιτεκτονική διευθέτηση του χώρου χρονολογείται ήδη από τον 7ο αιώνα π.Χ., τα εντυπωσιακά ωστόσο λείψανα που βλέπουμε σήμερα, οφείλονται στις δωρεές του Ηρώδη του Αττικού, που τον 2ο αιώνα μ.Χ. χρηματοδότησε την αρχιτεκτονική διαμόρφωση που βλέπουμε σήμερα. Το νερό το αντλούσαν από δεξαμενές στο βάθος των έξι καμαροσκέπαστων θυρών. Ας σημειωθεί ότι η Πειρήνη δεν ήταν η μοναδική κρήνη της αγοράς. Ενδιαφέρουσα είναι και μία δεύτερη κρήνη η κρήνη Γλαύκη, σκαλισμένη σε βράχο, με παρόμοια διαμόρφωση. Βρισκόταν λίγο έξω από τη δυτική πτέρυγα της αγοράς, πίσω από το ναό της Ήρας (C).

ΩΔΕΙΟ

Έξω από τον κυρίως αρχαιολογικό χώρο επισκέψιμα είναι τα εξής μνημεία: Το Ωδείο, το οποίο κατασκευάστηκε στο τέλος του 1ου αιώνα μ.Χ., ανακαινίστηκε από τον Ηρώδη τον Αττικό και δημιουργήθηκε τότε η αυλή του με στοές γύρω, η οποία έφερε το ωδείο πλησιέστερα στο θέατρο.

ΘΕΑΤΡΟ

Κάθε πόλη της αρχαίας Ελλάδας, που ήθελε άξια να φέρει το όνομά της, διέθετε και το δικό της θέατρο. Η Κόρινθος φυσικά δεν αποτελούσε εξαίρεση και κατά το πρότυπο των Αθηνών, διέθετε θέατρο και ωδείο στην ίδια περιοχή, 150 μ δυτικά του ναού του Απόλλωνα, σε μικρή δηλαδή απόσταση από την αγορά. Το θέατρο της Κορίνθου είχε μακραίωνη ιστορία και υπήρξε τόπος διεξαγωγής ιδιαίτερα δραματικών γεγονότων. Το πρώτο θέατρο της Κορίνθου με ξύλινη σκηνή, του οποίου σώζονται ίχνη, κτίστηκε στο σημείο αυτό στα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ. και θα πρέπει να είναι αυτό που αναφέρεται από τον Ξενοφώντα κατά τις σφαγές των φιλολακώνων κορινθίων το 393 π.Χ. από τους Αθηναίους, Αργείους και Βοιωτούς, που ήθελαν να κρατήσουν την Κόρινθο μακριά από την επιρροή της Σπάρτης.

Υπάρχουν επίσης λείψανα ενός άλλου θεάτρου με κτιστή σκηνή του 3ου αιώνα π.Χ., του οποίου οι κερκίδες (κοίλο) υπολογίζεται πως μπορούσαν να περιλάβουν 18.000 θεατές. Σ’ αυτό το θέατρο είχε εμφανιστεί ενώπιον των Κορινθίων ο Άρατος μετά την επιτυχή επίθεσή του κατά της μακεδονικής φρουράς της Ακροκορίνθου, απελευθερώνοντας την Κόρινθο και δεχόμενος την προσχώρησή της στην Αχαϊκή Συμπολιτεία. Το θέατρο αυτό ανακατασκευάστηκε τον 1ο αιώνα μ.Χ. και απέκτησε επιβλητική σκηνή. Στην αρχή του 3ου μ.Χ. αιώνα η ορχήστρα του θεάτρου, που είχε φιλοξενήσει τις τραγωδίες του Σοφοκλή και του Ευριπίδη, μετατράπηκε σε ρωμαϊκή αρένα για θηριομαχίες. Τότε τα χαμηλότερα καθίσματα αφαιρέθηκαν και το ύψος των πρώτων εδωλίων έγινε μεγαλύτερο, για την ασφάλεια των θεατών. Τέλος, ειδικά συστήματα υδροδότησης, μπορούσαν να γεμίζουν την αρένα με νερό, για τη διενέργεια πλασματικών ναυμαχιών μεταξύ των μονομάχων. Βόρεια του θεάτρου εντοπίζονται λείψανα του γυμνασίου.

ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ

Τέλος, το Ασκληπιείο κοντά στην πηγή Λέρνα. Η ανασκαφή έδειξε πως το Ασκληπιείο είναι σκαλισμένο κατά το μέγα μέρος στο βράχο. Ο ναός είχε διαστάσεις 14,93Χ8,32 μέτρα με σηκό και πρόναο με τέσσερις δωρικούς κίονες μπροστά.

ΑΚΡΟΚΟΡΙΝΘΟΣ

Στον Ακροκόρινθο, το κάστρο της Κορίνθου, οι ανασκαφές ξεκίνησαν το 1961 από την Αμερικανική Αρχαιολογική Σχολή. Τα σημαντικότερα κτίσματα που ήρθαν στο φως είναι τα εξής: Ο ναΐσκος της Αφροδίτης, οι μικροί ναοί που ήταν αφιερωμένοι στη Δήμητρα και την Κόρη, βωμοί του Ήλιου και η κρήνη της «επάνω Πειρήνης». Επειδή το κάστρο ήταν σε διαρκή χρήση από την πρώιμη αρχαιότητα μέχρι και πρόσφατα, τα κατά καιρούς κτίσματα έχουν αποδομηθεί κι αναδομηθεί διαφορετικά πολλές φορές, ενώ το οικοδομικό υλικό έχει χρησιμοποιηθεί πολλάκις για να καλύψει τις ανάγκες των εποχών. Έτσι, τα ευρήματα της αρχαιότητας είναι πραγματικά πενιχρά, παρά το γεγονός ότι το οικοδομικό υλικό αυτής της εποχής είναι διάσπαρτο στο χώρο και ξαναχρησιμοποιημένο σε νεότερα κτίρια.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Όμήρου Ιλιάδα, Ραψωδία Β, 570: Οἳ δὲ Μυκήνας εἶχον ἐϋκτίμενον πτολίεθρον ἀφνειόν τε Κόρινθον ἐϋκτιμένας τε Κλεωνάς, Ὀρνειάς τ’ ἐνέμοντο Ἀραιθυρέην τ’ ἐρατεινὴν καὶ Σικυῶν, ὅθ’ ἄρ’ Ἄδρηστος πρῶτ’ ἐμβασίλευεν, οἵ θ’ Ὑπερησίην τε καὶ αἰπεινὴν Γονόεσσαν Πελλήνην τ’ εἶχον ἠδ’ Αἴγιον ἀμφενέμοντο.

Advertisements
This entry was posted in ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΣ, ΙΣΤΟΡΙΑ and tagged , , , , , , , . Bookmark the permalink.