Η μανταρίστρα

Μαντάρονται κάλτσαι αριστοτεχνικώς

Ταμπέλα σε είσοδο αυλής στην Καισαριανή.

Ήταν μια εποχή που όταν κάτι χαλούσε, δεν πετιόταν, αλλά επιδιορθωνόταν ή μεταποιούταν. Η γιαγιά μου είχε τροφοδοτήσει όλη την οικογένεια με κάτι στρογγυλές μαξιλάρες καμωμένες από τις παλιές γραβάτες του παππού μου τοποθετημένες ακτινωτά. Ήταν επίσης μια εποχή που οι νάιλον κάλτσες ήταν ένα ακριβό αξεσουάρ του γυναικείου ντυσίματος. Κι αν έφευγε πόντος… καταστροφή! Τότε κατέφευγες στο ψιλικατζίδικο της γειτονιάς.

Το ψιλικατζίδικο ήταν ένας μικρόκοσμος με εφημερίδες, περιοδικά, μπαχαρικά, τσιμπιδάκια, φουρκέτες, κουβαρίστρες, κλωστές, νήματα, καρφίτσες, βελόνες, βελονάκια, τσίχλες, μαστίχες, καραμέλες, γλειφιτζούρια, περιοδικά, οδοντόκρεμες, μοσχοσάπουνα, λάστιχα, κουμπιά, κόπιτσες, πολυκαιρισμένα μανόν, χύμα ασετόν, ανυπόφορες κολώνιες, κραγιόν της κακιάς ώρας, χαλκομανίες κι ένα σωρό ψιλολοΐδια, που συνέθεταν μία μοναδική εικόνα.

Εκεί το πενηνταράκι ήταν σκληρό νόμισμα. Σε κάθε συνοικιακό ψιλικατζίδικο στεγαζόταν και μια μανταρίστρα. Δούλευε σκυφτή σ’ ένα μικρό τραπεζάκι μ’ ένα πορτατίφ με πολύ δυνατό φως. Πάνω σ’ έναν όρθιο μεταλλικό ρουλό τοποθετούσε την κάλτσα που θα επιδιόρθωνε. Την κρατούσε τεντωμένη με το ένα χέρι, ενώ με το άλλο κρατούσε ένα ηλεκτρικό εργαλείο σαν μεγάλο μεταλλικό μολύβι που έβγαζε μεταξωτή κλωστή κι έκλεινε τους πόντους. Ύστερα έβαζε την κάλτσα σ’ ένα χάρτινο σακουλάκι όπου ήταν γραμμένο το όνομα της ιδιοκτήτριας και το αποθήκευε στο ράφι πίσω της.

Στην άδεια πλέον στοά κοντά στον Άγιο Μηνά στη Θεσσαλονίκη.

[https://tetysolou.wordpress.com, από εδώ]

Advertisements
This entry was posted in ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΣ, ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ, Ν. Αττικής and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.