Η «μπελ επόκ» της Πειραϊκής μπακαλοταβέρνας

(Φωτό Μάκης Σταματάκης)Από τις παλιές μπακαλοταβέρνες της Δραπετσώνας.Σήμερα μεταξύ άλλων υπάρχει η ταβέρνα του Κατσόγιαννου/από το 1930/ επί της Αγίου Παντελεήμονος 15, απέναντι από τον Αγιο Παντελεήμονα.

Πασίγνωστη μπακαλοταβέρνα ήταν η ταβέρνα του Μοίρα, στην οδό Καραολή – Δημητρίου και Καραϊσκου, όπου στις 10 Μαρτίου 1925 ιδρύθηκε ο Ολυμπιακός από τη συγχώνευση του «Πειραϊκού Ποδοσφαιρικού Ομίλου» και του Ομίλου Φιλάθλων Πειραιά. Η απόφαση ελήφθη από επιφανείς Πειραιώτες στην ταβέρνα αυτή και για κάποιο καιρό στέγασε το σωματείο. Ανάδοχος ήταν ο αξιωματικός του Ναυτικού και αεροπόρος Νότης Καμπέρος, που θέλησε ο τίτλος του νέου συλλόγου να υποδηλώνει τη δύναμη, την αθλητική ισχύ, την ευγενή άμιλλα, την επικράτηση και εν τέλει το ολυμπιακό ιδεώδες. Ο βιομήχανος και μετέπειτα Δήμαρχος Πειραιά Μιχάλης Μανούσκος πρόσθεσε στο επίθετο Ολυμπιακός τις λέξεις Σύνδεσμος Φιλάθλων Πειραιώς κι έτσι ο πλήρης τίτλος του Πειραϊκού συλλόγου ήταν και παραμένει Ολυμπιακός Σύνδεσμος Φιλάθλων Πειραιώς (ΟΣΦΠ).

Στα 1950 ονομαστές ταβέρνες ήταν του Γιώργη Καμαράδου ψηλά στη Σωτήρος που έφτιαχνε τα νοστιμότερα παϊδάκια, του Σπύρου Μήτση χαμηλά στη Σωτήρος που υπάρχει και σήμερα αλλά τότε ήταν στην απέναντι γωνία, του Βασίλαινα στην Αγία Σοφία και άλλες που αναφέρονται στις σελίδες των διαφόρων συνοικιών.
Του ΒΑΣΙΛΑΙΝΑ ήταν στη γωνία ΑΙΤΩΛΙΚΟΥ και ΒΙΤΩΛΙΩΝ στην Αγ. Σοφία. Συνεχίζει σήμερα ο γιος του. Έλεγαν ότι ο Βλάχος ο δημοσιογράφος και εκδότης, πατέρας της ΕΛΕΝΗΣ ΒΛΑΧΟΥ, ήταν κουμπάρος του ΒΑΣΙΛΑΙΝΑ. Ο ΒΑΣΙΛΑΙΝΑΣ ξεκίνησε ως μπακαλοταβέρνα.Κάποια βράδια απ έξω περιπολούσαν διακριτικά αστυνομικοί, γιατί κάποιος επίσημος ήταν μέσα.

Στα 1965, ο αείμνηστος χρονογράφος του Πειραιά Θεόδωρος Βλάσσης έγραφε στη «ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ».

«Από κάτι στοιχεία που αναφέρονται στην προ τεσσαρακονταετίας εποχή, αποδεικνύεται ότι, όχι μόνον η πόλη μας άλλαξε μορφή, αλλά και οι συνθήκες ζωής των κατοίκων της έχουν αλλοιωθεί.

Γεγονός είναι, ότι από την μεταμόρφωση αυτή, από την εξελικτική πρόοδο, χάνεται εκείνο το γνωστό, το μοναδικό πειραιώτικο χρώμα που τόσο συγκινούσε εμάς τους παλιούς Πειραιώτες. το γιαχνί σοκκάκι.

Εντυπωσιακή είναι η αλλαγή στον βραδινό Πειραιά. Το παλιό πειραιώτικο σοκάκι, έχει πάρει άλλη όψη. Στη θέση των μονώροφων η το πολύ διώροφων κατοικιών, στους χώρους που άλλοτε κατελάμβαναν οι μάντρες με τις τεράστιες ξύλινες πόρτες τσιμεντένια μεγαθήρια έχουν υψωθεί. Πλάϊ στα πεζοδρόμια που κάποτε κάποιο δίτροχο καρότσι μπακάλη άραζε, σήμερα πυκνή σειρά από αυτοκίνητα έχουν πάρει θέση.
Οι παλιοί Πειραιώτικοι νυκτερινοί δρόμοι έχουνε χάσει τις δύο τα­κτικές παρουσίες τους. Τους κανταδόρους και τους μπεκρήδες. Και οι δύο αυτές παλιές και απαραίτητες εμφανίσεις, ήσαν παράγωγα του πιοτού. Από τα κρασοπουλιά ξεκινούσαν και οι δύο. Στα μεράκια τους οι πρώτοι, πιο «πατημένοι» οι δεύτεροι.

Τί έγιναν αυτές οι δύο μορφές της παλιάς νυκτερινής πειραιώτικης ζωής; Γιατί χάθηκαν; Αφού και σήμερα το κρασί υπάρχει άφθονο, γιατί να λείψουν αυτές οι δύο παρουσίες;

Την απάντηση θα την βρούμε στα στοιχεία. Σύμφωνα λοιπόν μ’ αυτά, πριν σαράντα χρόνια στον Πειραιά (1930-1940), λειτουργούσαν 41 ποτοπωλεία (ουζάδικα), 48 ζυθεστιατόρια., 47 ζυθοπωλεία, 23 καφεζυθοπωλεία, 77 μαγέρικα, 273 οινομαγειρεία, 330 οινοπαντοπωλεία και 344 παντοπωλεία.

Οποιος έζησε εκείνη την εποχή, θα θυμάται, ότι, σπάνια, εύρισκες μπακάλικο που να μην σερβίρει, έστω στα όρθια, ρετσίνα. Με λίγο τυρί στο χαρτί, με μια σαρδέλα, θα κατέβαζε ο πελάτης τα ποτήρια του.

Συνολικώς, λοιπόν, στον τότε Πειραιά υπήρχαν 1.183 μαγαζιά που πουλούσαν πιοτό, υπό διαφόρους μορφάς.

Αλλά κι’ αν ακόμα θελήσουμε να σταθούμε στα μαγαζιά και στις μπακαλοταβέρνες ο αριθμός εντυπωσιά­ζει. Οπου μάντρα, εκείνα τα χρόνια, εκεί και το τηγάνι, και το βαρέλι. Οπου υπόγειο τα ίδια. Οπου μπακάλικο και τσούρμο__για ρούφα.

Τώρα, ο σημερινός Πειραιάς στερήθηκε και τα δυο του εκείνα αγαθά.

Με το κερί, ψάχνουνε οι Πειραιώτες να 6ρούνε ταβερνάκι. Πρόβλημα για τις συντροφιές η ανεύρεσις με λίγο χρώμα. Ακόμα και στους γύρω Δήμους επιχειρείται η έρευνα.

Οι λίγες στον Πειραιά υπάρχου­σες ταβέρνες, έχουν μεταβληθεί σε εστιατόρια ή κοσμικά κέντρα. Αφορ­μή η οικοδομική δραστηριότης. Πώς να χωρέσει στην πολυκατοικία το κουτούκι και πώς να διατεθεί χώρος για μπόλικα τραπέζια; Πάει λοιπόν το πρώτο αγαθό.

Την πιο μεγάλη ζημιά την εδημιούργησε το κλείσιμο της μπακαλοταβέρνας από τις 81/2 το βράδυ. Το κρασί δεν προσφέρεται για… απογευματινές εκδηλώσεις. Η ρετσίνα είναι βραδυνό ρόφημα. Την πίνει κανείς για ξεκούρασμα, την θέλει ο μεροκαματιάρης, ο δουλευτής για καταστάλαγμα, να κάνη κεφάκι, να ξεχάση, να φιλοσοφήση και να πάρη κουράγιο για το αβόζο μινοράκι του.

Που να γίνουν αυτά; Στην αίθουσα τη φωτισμένη με απλίκες, στα τραπέζια με το άσπρο τραπεζομάντηλο, με γκαρσόνι παπιονάτο; Αυτά θέλουν ορατή κάνουλα που να γουργουράη, τηγάνι που να μουρμουράη και κάπελλα με ποδιά, που να φέρνη και το ποτήρι του στο τραπέζι. Αυ­τά θέλουνε γκιουβέτσι, θέλουνε μαριδάκι, θέλουνε συκωταριά της ώρας.

Για την εποχή που μιλάμε, τα προαναφερθέντα τάβρισκε κανείς σε πρώτη ζήτηση όχι μόνο στις τα­βέρνες, μα και στα μπακάλικα. Κά­ποια παράμερα στημένη γκαζιέρα θα στα ετοίμαζε. Και κάποια κρεμασμένη κιθάρα, θα έκανε νόημα στους κανταδόρους.

Σ αυτού του είδους τα κρασοπουλιά ξέρανε και να μιλήσουνε και να φερθούνε οι ρετσινοδίαιτοι. Ανε­πηρέαστη τότε η ταβέρνα από τις θηλυκές παρουσίες. Μαζί λοιπόν με τσν οικοδομικό οργασμό, μαζί με την έλλειψη χώρου, μαζί με τις δια­κοσμήσεις, εισήλασε στην ταβέρνα και το γυναικείο στοιχείο με το παρλαμέντο του, με το σταυροπόδι του και με το αρωματάκι του.

Κι’ η παληά ταβέρνα χάθηκε. Μαζί με τ’ άλλα ξεθώριασε και το χρωμα της.
Θ. ΒΛΑΣΣΗΣ»

Χοροεσπερίδα στην αίθουσα Βαρόνου Κίμωνος Ράλλη του «Πειραϊκού Συνδέσμου» στις αρχές της δεκαετίας του 1930 (αρχείο Βασίλη Π.Κουτουζή). [http://www.koutouzis.gr, pisostapalia.blogspot.gr]

Advertisements
This entry was posted in ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΑ and tagged , , , , . Bookmark the permalink.