Το λιοντάρι του Πειραιά (Ο Δρόμος του Δράκου)

Το Έκτο Λύκειο Πειραιά επισκέπτεται τον Πειραϊκό Λέοντα στη Βενετία το 1982.

Του Στέφανου Μίλεση

Ποτέ άλλοτε και για κανένα άλλο μνημείο πόλης, δεν έχουν μείνει αναπάντητα τόσα ερωτήματα, όσο για το λιοντάρι του Πειραιά.

Ερωτήματα χρόνου (πότε κατασκευάστηκε),
Ερωτήματα τόπου (ποιο ακριβώς ήταν το σημείο στο οποίο δέσποζε),
γλύπτη που το φιλοτέχνησε και τέλος
ερώτημα περί του λόγου κατασκευής και τοποθέτησης (με ποιο δηλαδή ιστορικό γεγονός συνδέεται η αφιερωματική κατασκευή του).
Επιπρόσθετα ερωτήματα αφορούν στο ποιος χάραξε -πολλά χρόνια αργότερα- επιγραφή στη ράχη του και για ποιόν λόγο.

Το λιοντάρι του Πειραιά, αποτέλεσε για χρόνια το σύμβολο μιας πόλης, ο άγρυπνος φρουρός του λιμανιού, αλλά και σύμβολο της δύναμης και της πνευματικής κυριαρχίας της πολιτείας όπου δέσποζε. Καθισμένο στα δύο πίσω του πόδια, στην ακτή του πειραϊκού λιμένα, με το τεράστιο μέγεθός του και με ορθωμένο κεφάλι του, το λιοντάρι έχοντας το στόμα του μισάνοιχτο, ήταν έτοιμο ανά πάσα στιγμή να επιτεθεί στον επίδοξο εισβολέα της πόλης.

O Πειραϊκός λέοντας όπως είναι σήμερα στο Ναύσταθμο της Βενετίας.

Στεκούμενο στον μυχό του λιμανιού, έδινε την εντύπωση της ήρεμης επιφυλακής, της επίπλαστης δηλαδή ηρεμίας που έχει ο φρουρός εκείνος που όταν εκτελεί μια μακρά βάρδια, γνωρίζει ότι αναμένει να δεχθεί επίθεση διατηρώντας έτσι όλες τις αισθήσεις του σε εγρήγορση παρά την εξωτερικά ήρεμη όψη του.

Αυτή η αίσθηση κολοσσιαίας δύναμης που εξέπεμπε, ήταν που προέτρεψε τον ιστορικό Ulrichs να ταυτίσει την ονομασία Άλκιμος ακτή του Πειραιά με το σημείο που ίσως καθόταν ο Λέοντας, καθώς Άλκιμος είναι ο ισχυρός. Και αυτός ο άλκιμος γίγαντας σύμφωνα με την άποψή του, ίσως να ήταν ο υπεύθυνος της ονοματοθεσίας της ομώνυμης ακτής (ακρωτηρίου) σε Άλκιμο Ακρωτήριο (θέση που σήμερα καλείται Ακτή Ξαβερίου).

Άλλοι ερευνητές πάλι διαφωνώντας με αυτή την τοποθέτηση, καθορίζουν τη θέση της αγρυπνίας του, εκεί που άλλοτε βρισκόταν το ιστορικό ρολόι του Πειραιά (παλαιό Δημαρχείο), στην έκταση μεταξύ του Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου και του Τινάνειου Κήπου. Επικρατεί επίσης η άποψη ότι το λιοντάρι μετακινήθηκε στο διάβα των ετών και αλλού βρισκόταν στα αρχαία χρόνια συγκριτικά με τη θέση που κατείχε την εποχή του Μεσαίωνα.

Και αν παραμένει στην ουσία άγνωστη μέχρι τις μέρες μας η ακριβής θέση του, ακόμα μεγαλύτερες φαίνεται πως είναι οι διαφωνίες που έχουν να κάνουν με τη χρονολόγησή του, αφού κανείς ιστορικός ή περιηγητής της αρχαιότητας δεν αναφέρει κάτι για την ύπαρξή του, ούτε κατά τους κλασικούς χρόνους αλλά ούτε την ύστερη περίοδο της αρχαιότητας.

Παρά το γεγονός ότι κάποιοι ιστορικοί μελετητές ανάγουν τη φιλοτέχνησή του στους κλασικούς χρόνους, αυτό δεν τεκμηριώνεται από τις υπάρχουσες πηγές. Άλλοι ισχυρίζονται ότι στήθηκε προς ανάμνηση της Μάχης του Μαραθώνα, ενώ άλλοι ότι στήθηκε στον Πειραιά μετά τη νικηφόρο ναυμαχία της Σαλαμίνας.

Άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι θα πρέπει να μιλάμε για Λέοντες του Πειραιά και όχι για το Λιοντάρι του Πειραιά, στηριζόμενοι στο γεγονός ότι πέριξ του Πειραιά βρέθηκαν και άλλοι λέοντες (σε φυσικό μέγεθος, που εκτίθενται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πειραιώς). Η άποψη των πολλών λεόντων ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο Μελέτιος τον 17ο αιώνα έγραψε ότι ο Πειραιάς καλείται από τους Ιταλούς Πόρτο Λεόνε λόγω των λίθινων λεόντων (πολλών δηλαδή) που είναι μεγάλα και αξιόλογα και που βρίσκονται σε αυτό το λιμάνι.

Άλλοι εξέφρασαν την άποψη ότι τα λιοντάρια ήταν τουλάχιστον δύο στους αρχαίους χρόνους, τοποθετημένα στις άκρες του αρχαίου λιμένα, στο σημείο εκείνο που μια μεγάλη αλυσίδα εξασφάλιζε την ελεγχόμενη είσοδο και έξοδο των πλοίων.

Δεκατρία χρόνια πριν την αρπαγή του, το 1675, οι ξένοι περιηγητές Spon και Wheler που το είδαν από κοντά επισκεπτόμενοι τον έρημο τότε Πειραιά, άφησαν περιγραφή για το Λιοντάρι, σύμφωνα με την οποία ένας σωλήνας διέσχιζε όλη την ράχη του, φτάνοντας μέχρι το στόμα του, γεγονός το οποίο τους οδήγησε στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για δημόσια Κρήνη. Αυτοί είναι επίσης που διέσωσαν έναν από τους πολλούς μύθους γύρω από την ύπαρξή του, που αφορούσαν στις κρύφιες δυνάμεις του λιονταριού τις οποίες κατά κόρον αντάλλασσαν τα πληρώματα των ξένων πλοίων που κατά καιρούς έφταναν στον Πειραιά, κάτι που τότε δεν ήταν αφύσικο καθώς τα πλήθη μαστίζονταν από άγνοια, προκατάληψη και τάση προς μυθολατρεία και δεισιδαιμονία.

Οι ταξιδιώτες και οι ναύτες είχαν πλάσει ποικίλες ιστορίες γύρω από την ύπαρξή του, όπως για παράδειγμα ότι μια έγκυος Τουρκάλα που το κοίταξε γέννησε τέρας με πρόσωπο λιονταριού, αυτιά λαγού και πόδια ανθρώπινα, το οποίο τερατόμορφο αυτό πλάσμα αμέσως μετά τη γέννησή του έβγαζε κραυγές όμοια με σκύλο. Τότε οι Τουρκικές αρχές, όπως λέγεται, διέταξαν τη θανάτωσή του ενώ δεν επέστρεψαν την ταρίχευσή του και την αποστολή του στη Γαλλία προς μελέτη.

Φανταστική αναπαράσταση του Λέοντος από περιηγητή του 18ου αιώνος.
(Πηγή: Ο Πειραιεύς του Χρήστου Πανάγου).

Παρόμοιοι μύθοι με αυτόν κυκλοφορούσαν σε όλη την περίοδο του Μεσαίωνα, δημιουργώντας τόσο μεγάλες εντυπώσεις στους ναυτικούς κύκλους της εποχής, που αρκούσαν ώστε η αρχαία ονομασία του Πειραιά να χαθεί και να αντικατασταθεί στους χάρτες από το Πόρτο Λεόνε και στις διάφορες εκδοχές του.

Αλλά και οι Τούρκοι δεν υστερούσαν, αφού για τον ίδιο ακριβώς λόγο της ύπαρξης δηλαδή του λιονταριού και των μύθων γύρω από αυτό, είχαν ονομάσει τον Πειραιά Πόρτο Δράκο ή Ασλάν Λιμάν.

Πρώτη αναφορά σε ξένους χάρτες για τον Πειραιά ως Πόρτο Λεόνε σημειώνεται στους χάρτες του Πέτρου Βισκόντι το 1318. Η ανυπαρξία αναφοράς του Λιονταριού από τους αρχαίους ιστορικούς και γεωγράφους σε συνδυασμό με την ύπαρξη της πρώτης αναφοράς μόλις το 1318, είναι που δημιουργεί τις αμφιβολίες για το αν το έργο αυτό είναι της Κλασικής, της Ρωμαϊκής ή ακόμα και της Βυζαντινής περιόδου.

Ανεξάρτητα από το έτος κατασκευής, η επιρροή και η φήμη που άσκησε το λιοντάρι πάνω στην έρημη πόλη του Πειραιά ήταν τόση, που έφτασε να ονοματίζει μέχρι και τις αρχές του 19ου την ίδια την οδό Πειραιώς η οποία σε συμβόλαια δικαιοπραξιών αναφέρεται ως «δρόμος του Δράκου» (υπ΄ αριθ. 903 συμβόλαιο προικοπαραδόσεως της 10-2-1838. Στο συγκεκριμένο καλείται έτσι από τον Νοτάριο Αθηνών Παναγή Πούλο).

Το Λιοντάρι του Πειραιά είχε αποκτήσει κατόπιν αυτών τεράστια δημοσιότητα στους ξένους, όχι για την περίτεχνη κατασκευή του ή την αρχαία προέλευσή του, αλλά λόγω των μύθων που το περιέβαλλαν. Η φήμη ήταν τόση ώστε περιηγητές κατέβαιναν στον Πειραιά ειδικά για να το δουν από κοντά όπως συνέβη με την Κόμισσα Koenigsmark που ένα χρόνο πριν την αρπαγή του (το 1687) πραγματοποίησε επίσκεψη στον Πειραιά ειδικά για να δει τον θρύλο με τα ίδια της τα μάτια.

Αλλά και η ταύτιση του λιονταριού με το λιμάνι του Πειραιά ήταν τόσο δυνατή ώστε και μετά την αρπαγή του από τον Μοροζίνι το 1688, η ονομασία Πόρτο Λεόνε και Πόρτο Δράκο συνέχιζε να υφίσταται.

Και τα αναπάντητα ερωτήματα του μυστηριακού λέοντα συνεχίζουν να πληθαίνουν όταν αργότερα μισθοφόροι Βαράγγοι της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας χάραξαν πάνω του επιγραφές που καταλαμβάνουν και τις δύο πλευρές του λιονταριού.

Το μόνο σίγουρο στα δεκάδες ερωτήματα που αφορούν στο λιοντάρι του Πειραιά, είναι ότι σήμερα φυλάσσει την είσοδο του Ναυστάθμου της Βενετίας αφού το άρπαξε ο Μοροζίνι το 1688 και το μετέφερε εκεί. Και η αρπαγή αυτή δεν ήταν η μοναδική αφού εκτός από αυτόν, άρπαξε και άλλα λιοντάρια από Πειραιά και Αθήνα που σήμερα στέκονται στη Βενετία δίπλα ακριβώς από το λιοντάρι του Πειραιά.

Παρά τις όποιες αιτιάσεις σχετικά με την κατασκευή του, τη χρονολόγησή του, τη θέση του, με το αν ήταν ένα, δύο ή περισσότερα, το λιοντάρι αρπάχτηκε από τους Ενετούς σε μια εποχή όπου ο ελληνικός λαός δεν εξουσίαζε τη γη του και τους πνευματικούς θησαυρούς αυτής. Το λιοντάρι δεν βρίσκεται στην Ιταλία συνεπεία κάποιας νόμιμης δικαιοπραξίας (αγοράς, πώλησης), δεν βρίσκεται στην Ιταλία συνεπεία κάποιας συμφωνίας με μια εκλεγμένη από το λαό κυβέρνηση, αλλά βρίσκεται στην Ιταλία συνεπεία κοινής αρπαγής και αφού πρώτα ο ίδιος στρατηγός ο Μοροζίνι κατέστρεψε την Ακρόπολη και απέτυχε ακόμα και σε αυτή την ίδια του την εκστρατεία κατά των Τούρκων.

Η περίπτωση του Λιονταριού είναι όμοια με τα μάρμαρα του Παρθενώνα. Αποτελεί κι αυτό ένα έργο τέχνης που αρπάχτηκε κατά τη διάρκεια πολέμου αυθαίρετα και παράνομα. Δεν έχει σημασία το αν έγινε σε μια εποχή που σήμερα μας φαίνεται μακρινή, καθώς η διεθνής νομοθεσία δεν ορίζει χρόνο παραγραφής για τα κλεμμένα έργα τέχνης και τους κλαπέντες πολιτιστικούς θησαυρούς. Η πρώτη ελληνική Κυβέρνηση που αιτήθηκε την επιστροφή του Λιονταριού ήταν αυτή του Ιωάννη Μεταξά μέσω του Υπουργού Πρωτευούσης Κ. Κοτζιά.

Ο πόλεμος που ακολούθησε λειτούργησε αποτρεπτικά. Μεταπολεμικά η πειραϊκή εφημερίδα «Φωνή του Πειραιώς» το 1945 επαναφέρει ξανά το αίτημα επιστροφής του λιονταριού και μάλιστα λαμβάνει και απάντηση από το Υπουργείο Παιδείας που επιλήφθηκε περί των γενομένων πράξεων εκ μέρους των κρατικών αρχών.

Αλλά και το 1953 όταν πραγματοποιούσε επίσκεψη στην Ελλάδα ο Ιταλός Πρωθυπουργός Ντε Γκάσπερι, αντιπροσωπεία της Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς του υπέβαλλε μέσω του ιδιαιτέρου του γραμματέα, υπόμνημα επιστροφής του λιονταριού του Πειραιά.

Το 1991 συστήθηκε μια Επιτροπή διεκδίκησης επαναπατρισμού του θρυλικού λιονταριού, η οποία αφού συγκέντρωσε χρήματα ανέθεσε στο γλύπτη Γεώργιο Μέγκουλα να φιλοτεχνήσει αντίγραφο του λιονταριού σε αντικατάσταση του αυθεντικού το οποίο υποτίθεται ότι οι Ιταλοί θα επέστρεφαν στον Πειραιά. Βέβαια αντί του αυθεντικού, τοποθετήθηκε τελικώς το αντίγραφο (1997) το οποίο δεν είναι το μοναδικό! Άλλο ένα αντίγραφο του Πειραϊκού Λέοντα θα συναντήσει κάποιος εάν επισκεφθεί το Μουσείο της Στοκχόλμης.

Το αντίγραφο του Πειραϊκού λέοντα τοποθετήθηκε στο τέρμα της οδού Μαρίας Χατζηκυριακού ακριβώς στο σημείο που συναντά την Ακτή Ξαβερίου. Η μικρή πλατεία στην οποία τοποθετήθηκε φέρει την ονομασία «Πλατεία Λέοντος του Πειραιώς».

Σήμερα ο επισκέπτης του αντιγράφου του Λιονταριού που χαιρετά τους εισερχόμενους στο λιμάνι από την Ακτή Ξαβερίου όπου βρίσκεται, μπορεί να διαβάσει ένα ποίημα που ο Πρόεδρος της Συντονιστικής Επιτροπής για την επιστροφή του λιονταριού ο Απόστολος Δόμβρος συνέθεσε.

«Αθηναίοι γλύπτες σε σμίλεψαν
Σαλαμινομάχοι στην είσοδο
του λιμανιού σ’ ανέστησαν
Βαράγγοι μισθοφόροι σε χάραξαν
Σκλάβοι κωπηλάτες του Μοροζίνη
στην Βενετία σε κουβάλησαν
και σε μιαν άκρη του ναυστάθμου
σ’ απόθεσαν
Λησμονημένε Δράκε Πειραιώτη Λέοντα
η Βενετσιάνικη ασημαντότητα
δεν σου πρέπει
Το Πόρτο Λεόνε το λιμάνι σου
Σε προσμένει»

Α. Δόμβρος

Σήμερα στον Πειραιά υπάρχουν τρία λιοντάρια ακόμα εκτός του αντιγράφου. Είναι το μεγάλο λιοντάρι του Μοσχάτου που βρίσκεται στο ισόγειο του Αρχαιολογικού Μουσείου Πειραιώς και δύο ακόμα στην είσοδο του παλαιού Αρχαιολογικού Μουσείου επί της οδού Φιλελλήνων.

Το λιοντάρι του Μοσχάτου στο ισόγειο του Αρχαιολογικού Μουσείου Πειραιώς.

Πηγές: – Ο Πειραιεύς του Χρήστου Πανάγου (Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς – 1995).
– Πειραϊκά Μελετήματα του Μιχαήλ Γ. Βλάμου (Δικηγορικός Σύλλογος Πειραιώς – 2003).
– Πειραϊκό Λεύκωμα (Έκδοση Κοινωνικής, Στ. Καραμπερόπουλος, Πειραιάς 2010). Πηγή

Advertisements
This entry was posted in ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΣ, ΙΣΤΟΡΙΑ and tagged , , . Bookmark the permalink.