Στα Καρβουνιάρικα του Πειραιά

Εργάτες κάρβουνου φορτωμένοι με σακιά μαύροι από την ασβόλη. Οι συνθήκες εργασίες προκαλούσαν σοβαρά προβλήματα στην υγεία τους σε σύντομο χρονικό διάστημα που τους οδηγούν στον θάνατο. Οι απάνθρωπες συνθήκες σπάνια απεικονίζονται, σε αντίθεση με τα εξευγενισμένα επιστολικά δελτάρια που κυκλοφορούν.

Αρχικά ονομάστηκε έτσι από τους Πειραιώτες, ένα τμήμα του Λιμένος Πειραιώς, που προσδιορίζονταν μετά το ναό του Αγίου Νικολάου (Τελωνείο) με κατεύθυνση προς τους ταρσανάδες και τα καρνάγια του Ξαβέρη (Ακτή Ξαβερίου), επειδή στο σημείο εκείνο γίνονταν φορτοεκφορτώσεις (προμήθεια πόλης) με κάρβουνο αλλά και εκ παραλλήλου η προμήθεια των πλοίων (ανθράκευση). Πρόκειται για ένα μικρό μέρος της αρχαίας Ακτής Αλκίμων που στα μετέπειτα χρόνια ονομάστηκε Ακτή Ξαβερίου από τον Ιταλό εποικιστή και επιχειρηματία που έζησε και αναπτύχθηκε εκεί τον Ξαβέριο Στέλλα.

Τότε η χρήση του κάρβουνου ήταν διπλή (προμήθεια πόλης και προμήθεια πλοίων). Συνεπώς η κίνηση μεταβάλλονταν στα Καρβουνιάρικα με αυξητική τάση στα πρώτα κρύα του χειμώνα, ή με την αύξηση της κίνησης του εμπορικού λιμένα του Πειραιά.

Εξευγενισμένη (επιχρωματισμένη) απεικόνιση της θέσεως Καρβουνιάρικα. Επειδή η περιοχή αυτή βρίσκονταν στην συνοικία των Υδραίων (Υδραίικα) κυριαρχούν σπίτια με τις χαρακτηριστικές νησιώτικες καμάρες! Ο ναύτης του αγορανομικού μετρήματος δίπλα στο δημόσιο στατήρα (ζύγι), οι βαρκάρηδες που φέρνουν το εμπόρευμα, οι μεταπωλητές, με παιδιά καλοντυμένα πίσω τους να παίζουν, εξευγενίζουν την πραγματική κατάσταση της περιοχής...

Εκεί γίνονταν οι μεταφορές οι εκφορτώσεις αλλά και οι πωλήσεις αυτού του είδους πρώτης ανάγκης. Από το πρωί έως το βράδυ κατέφθαναν από διάφορα λιμάνια σ΄αυτήν την μικρή γωνιά, μεγάλα και μικρά καΐκια φορτωμένα με χιλιάδες οκάδες κάρβουνου για να πωλήσουν και συγχρόνως άλλα για να το προμηθευτούν! Αυτό το παράξενο αλισβερίσι γίνονταν παράλληλα και από στεριάς, αφού κάρα κάθε διάστασης, προσέγγιζαν για προμήθεια του, αυτή την φορά για κάλυψη αναγκών θέρμανσης, κίνησης (ατμομηχανών, λέβητων κ.ο.κ.). Μην ξεχνάμε ότι το πλήθος κυλινδρόμηλων, βιοτεχνιών και εργοστασίων του Πειραιά, κινούνταν μέσω προμήθειας από τα «Καρβουνιάρικα»!

Επίσης από τα Καρβουνιάρικα προμηθεύονταν και η Αθήνα (συμπληρωματικώς προς την προμήθεια που έκανε σιδηροδρομικώς) καθώς και όλες οι γύρω συνοικίες!

Όλη η περιοχή λοιπόν έλαβε αυτό το όνομα από χαρακτηριστικό γκριζόμαυρο σκοτεινό χρώμα που είχε επικαλύψει τα πάντα. Τα καΐκια που φόρτωναν και ξεφόρτωναν, οι άνθρωποι που δούλευαν σ΄ αυτά, οι λιμενεργάτες αλλά και τα γύρω σπίτια, οι δρόμοι και το πλακόστρωτο του λιμανιού. Τριάντα χιλιάδες οκάδες κάρβουνου πωλούνταν σ΄ αυτό το παράξενο χρηματιστήριο, όπου η τιμή του ήταν εξαρτώμενη από την προέλευσή του. Εάν ήταν δηλαδή κάρβουνο από πρινάρι, αγριελιά, κουμαριά η τιμή ορίζονταν σε 3.80 ανά οκά καθώς θεωρούνταν πρώτης ποιότητας, ενώ εάν ήταν από ήρεμα δένδρα όπως δρυ, οξιά, ελιά πήγαινε στα 3.40.

Η τιμή και η πώληση γίνονταν στο πόδι, η τιμή διέφερε καθημερινά και σαράντα (40) περίπου ειδικοί έμποροι του είδους ασχολούνταν μ΄αυτό!

Τα καΐκια μόλις έμπαιναν στο λιμάνι και πριν ακόμα πλησιάσουν, σήκωναν πινακίδα με την τιμή της πώλησης (που επιθυμούσαν φυσικά) για να προδιαθέσουν τους στεριανούς εμπόρους. Με το πλησίασμα οι ενδιαφερόμενοι (επιχειρηματίες, μεταπωλητές, μικροπωλητές) είχαν ήδη προσεγγίσει όποιον τους ενδιέφερε. Οι λιμενεργάτες κατάμαυροι, χωρίς να έχουν λόγο σε αυτή την διαδικασία, λάμβαναν εντολές για ξεφόρτωμα από τα καΐκια και φόρτωμα στα στεριανά μεταφορικά μέσα. Ακολουθούσε το ζύγισμα στο μεγάλο δημόσιο στατήρα που ανέβαιναν εξ ολοκλήρου τα κάρα (και αργότερα τα καμιόνια) και ακολουθούσε η αργή διαδρομή για την διανομή του στον τόπο προορισμού του. Άλλα κάρα έπαιρναν την παραλιακή προς την Ακτή Μιαούλη κι άλλα ανέβαιναν με δυσκολία τις παρόδους, βγαίνοντας στην προέκταση της Λεωφόρου Σωκράτους (σημερινή Λεωφόρο Χατζηκυριακού) η οποία ήταν σκαμμένη από το διαρκές πέρασμα των κάρων!

Το όλο εμπόριο γίνονταν υπό την επίβλεψη οργάνων (Δημοτικών πρώτα, αγορανομικών στα μετέπειτα χρόνια). Αυτό που έλεγχαν ουσιαστικά ήταν το κέρδος των θαλασσινών μεταφορέων που το λάμβαναν από τους τόπους παραγωγής και το έφερναν στον Πειραιά, να μην υπερβαίνει το 10%, ενώ οι στεριανοί μεταπωλητές που το αγόραζαν μπορούσαν να το πωλήσουν με 30% κέρδος! Έτσι το κάρβουνο έφτανε να πωλείται περίπου στα 4.90 την οκά για την πρώτη ποιότητα και 4.50 για την δεύτερη.

Κύριοι τόποι παραγωγής του ήταν η Χαλκιδική, η Εύβοια, η Θράκη, η Κρήτη, ο Βόλος και η Σάμος. Εκεί νοικιάζονταν ολόκληρες δασώδεις εκτάσεις, στήνονταν καμίνια, και τα δένδρα μεταβάλλονταν με την χρήση φωτιάς σε κάρβουνα. Βέβαια υπήρχε και ο εφοδιασμός από το εξωτερικό, κυρίως από την Αλβανία από την οποία μεγάλα καΐκια κατέφθαναν απευθείας στον Πειραιά και πωλούνταν στις ίδιες τιμές.

Πέριξ της περιοχής αυτής το χώμα, οι πέτρες ακόμα και τα θαλασσινά νερά, ήταν ποτισμένα με την κατάμαυρη αυτή σκόνη. Όμως όσο πιο πολλή μουτζούρα παρουσίαζε το τοπίο, τόσο πιο πολύ χαρούμενους έκανε όσους ασχολούνταν μ΄ αυτό, καθώς αυτό σήμαινε τεράστιο όγκο δουλειάς. Κατά μήκος της Ακτής κτίσθηκε και ο Ανεμόμυλος του Μανίνα που αποτέλεσε επίσης ξεχωριστό τοπωνύμιο ανάμεσα στις οδούς Ιάσωνος και Κανάρη. Στην Μανίνα λοιπόν υπήρχαν καρβουναποθήκες που επίσης αποτελούσαν μάστιγα για τις παρακείμενες οικίες, καθώς αυτές δεν μπορούσαν να ανοίξουν τα παράθυρά τους από την ασβόλη! Οι κάτοικοι λοιπόν στις 27 Νοεμβρίου 1895 στέλνουν διαμαρτυρία στο Υπουργείο Ναυτικών το οποίο με την σειρά του στον Πρωθυπουργό, για την μετακίνηση τους.

Από τα καΐκια που ξεφόρτωναν, στα τροχοφόρα τα φορτωμένα, μέχρι την σούστα του καρβουνιάρη της γειτονιάς και του υπομονετικού υποζυγίου, του πλανόδιου που αγόραζε δύο τσουβάλια για να τα πουλήσει κι αυτός με την σειρά του, στους δικούς του πελάτες, όλοι έβγαζαν κέρδος από αυτό κι ότι γίνονταν στη λαχαναγορά από τις τρεις τη νύχτα ως τις οκτώ το πρωί, το ίδιο και στα Καρβουνιάρικα.

Το καλοκαίρι αποτελούσε μια περίοδο σχεδόν νεκρή για την περιοχή αφού η θέρμανση σταματούσε και απέμεναν μόνο τα κάρβουνα της κίνησης των ατμόπλοιων (ανθράκευση).

Δίπλα στα Καρβουνιάρικα:

Το τοπίο δεν εξαντλούνταν αποκλειστικά στην ζωή των Καρβουνιάρικων, αφού δίπλα τους ακριβώς βρίσκονταν τα ξυλοναυπηγεία (ταρσανάδες) της Ακτής του Ξαβέρη. Οι άλλοι ταρσανάδες βρίσκονταν στην απέναντι πλευρά του λιμανιού (δίπλα στο νεκροταφείο του Αγίου Διονυσίου) πριν μετακινηθούν για το Πέραμα τα επόμενα χρόνια. Καρβουνιάρηδες και ταρσανατζήδες σύχναζαν σε καφενεία της περιοχής και σε ταβέρνες σε κάποια διακοπή της σκληρής εργασίας. Εκεί βρίσκονταν και το ξυλοναυπηγείο του Ιταλού του Ξαβέρη, που αργότερα θα φτιάξει οίκημα που στον ισόγειο χώρο του, μια ταβέρνα θα κάνει γνωστό το όνομά του, βαπτίζοντας όλη την περιοχή ως Ακτή Ξαβερίου!

Τα Καρνάγια της Ακτής Ξαβερίου που υπήρχαν μετά από τα Καρβουνιάρικα με κατεύθυνση προς το Βασιλικό Περίπτερο, κάλυπταν όλη την έκταση της αρχαίας Ακτής Αλκίμων.

Όλη αυτή η δραστηριότητα που υπάρχει και αναπτύσσεται στις παρυφές της Υδραϊκής συνοικίας με τα χρόνια θα αλλάξει. Σημαντικό μέρος αποτέλεσε η δημιουργία του Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς (Ο.Λ.Π.) που προσδιόρισε εκ νέου την χωροταξία του λιμανιού, μεταφέροντας τα Καρβουνιάρικα απέναντι, μετά τα Λεμονάδικα της Ακτής Τζελέπη. Σημαντικός υπήρξε και ο ρόλος του Ξαβέριου που έφερε τις πρώτες Μαλτέζικες τράτες με ναύτες Ιταλούς και οι οποίες τραβούσαν ψάρια πηγαίνοντας ζευγαρωτά κι έχοντας τα δίχτυα ανάμεσά τους. Ο ίδιος για να πωλεί καλύτερα τα ψάρια του, άνοιξε και ταβέρνα και πολύς κόσμος κατέβαινε εκεί, σπίτια εμφανίσθηκαν με τους ιδιόρρυθμους νησιώτικους θόλους τους.

Όταν αργότερα στις δύο πόλεις (Πειραιά και Αθήνα) επεκτάθηκε η χρήση του αεριόφωτος στην μαγειρική και στην θέρμανση και του ηλεκτρισμού στα μετέπειτα χρόνια, η χρήση και εμπορία κάρβουνου σταδιακά περιορίζονταν και η τιμή του διαρκώς έπεφτε. Επίσης οι ταρσανάδες εξαφανίζονταν αφού το μέταλλο κυριαρχούσε αντί του ξύλου. Ο πολιτισμός είχε νικήσει!

Η μεταφορά των Καρβουνιάρικων προς την Ακτή Τζελέπη, αντί να ευεργετήσει την περιοχή, αφαίρεσε την ικμάδα της και δημιούργησε ένα παράξενο θέαμα. Όλος ο Κωφός Λιμήν, σταδιακά μετά την δεκαετία του ’20 και αφού πρώτα χρησιμοποιήθηκε ως «σταθμός εργασίας» πλοίων που στάθμευαν εκεί για βαφές και κάθε άλλου είδος εργασία, μετατράπηκε με τα χρόνια σε ένα αξιοθρήνητο νεκροταφείο καραβιών! Αποσυρθέντα στην εφεδρεία πλοία, μαούνες, βάρκες και ότι επέπλεε ακόμα βρίσκονταν παρατημένο εκεί, δίνοντας σε όλη την περιοχή μια εικόνα εγκαταλείψεως και ερημώσεως. [Πηγή: Μεγάλο μέρος των αναφερομένων στοιχείων προήλθε από άρθρο του 1937 του Χρήστου Λεβάντα στην Εφημερίδα «Ακρόπολη». Από το Πειραιόραμα]

Advertisements
This entry was posted in ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΣ, ΙΣΤΟΡΙΑ and tagged , , , , . Bookmark the permalink.