Η απαξίωση των κομμάτων και η ανάγκη για υγιείς πολιτικές δυνάμεις

Η ανάγκη για υλοποιήσιμες πολιτικές προτάσεις και η αντίσταση των δυνάμεων που επιθυμούν να παραμείνει η κατάσταση ως έχει.

Δεν εκπλήσσεται κανείς από το διαπιστούμενο σε επαναλαμβανόμενες έρευνες που διενεργούνται, ότι τα πολιτικά κόμματα βρίσκονται σε απαξίωση. Είναι από τους θεσμούς που έχουν χάσει περισσότερο την αξιοπιστία τους, κι αυτό δεν συμβαίνει μόνον στην Ελλάδα.

Πέραν των δημοσκοπήσεων, το επιβεβαιώνουν τα μεγάλα ποσοστά αποχής κατά τις εκλογές, τα οποία ναι μεν στέλνουν μήνυμα απαξίωσης της πολιτικής, ταυτοχρόνως όμως εξυπηρετούν το σύστημα, το οποίο θέλει αδιάφορους πολίτες.

Εδώ και χρόνια πάψαμε να μιλάμε για κυβέρνηση και κάνουμε λόγο για διακυβέρνηση. Αυτό από μόνο του δημιουργεί παρεξηγήσεις, διότι στην ελληνική γλώσσα (την οποία αγνοούμε) η πρόθεση «δια» σημαίνει «δια μέσου». Δηλαδή η χώρα δεν κυβερνάται από την κυβέρνηση, ή μόνον από την κυβέρνηση, αλλά και από άλλους «δια μέσου» της κυβέρνησης; Από ποιους;

Ο όρος διακυβέρνηση (governance) είναι ευρύτερος της κυβέρνησης. Αναφέρεται σε κάθε δυνατή μορφή που μπορεί να λάβει ο πολιτικός συντονισμός της κοινωνικής ζωής. Ωστόσο, δεν έχει αποκτήσει ακόμη ένα γενικώς αποδεκτό νόημα, ενώ πολλοί συνδέουν τη χρήση του με την ιδεολογική προτίμηση στο ελάχιστο ή περιορισμένο κράτος. Αναθέτει δηλαδή μέρος των δραστηριοτήτων στις αγορές. Θα μπορούσε όμως να τις αναθέτει και στους κουκουλοφόρους.

Επίσης, εδώ και χρόνια, δεν μιλάμε για κυβερνήτες, αλλά για διαχειριστές της εξουσίας. Μακάρι, αυτός που ανέθεσε τη διαχείριση να ήταν ο λαός, όπως άλλωστε προβλέπει το Σύνταγμα. Ποιος το πιστεύει; Και ποιος δεν χαμογελά πικρά στον όρο «κυρίαρχος λαός» ή στο σύνθημα της δεκαετίας του ’80 «ο λαός στην εξουσία», που ήταν μεν υπόσχεση και επιδίωξη, σήμερα όμως προκαλεί ειρωνικά σχόλια!

Θα πει κάποιος, ότι αυτές οι επαναλαμβανόμενες κατά καιρούς διαπιστώσεις δεν οδηγούν κάπου, αν δεν συνοδεύονται από υλοποιήσιμες προτάσεις ανατροπής της αρνητικής κατάστασης. Αλλά, αυτό είναι το πρόβλημα. Οι όποιες προτάσεις ανατροπής, βελτίωσης ή και «επιδιόρθωσης», δεν είναι υλοποιήσιμες, αφού προσκρούουν στη δύναμη του συστήματος, που διακαώς επιθυμεί να παραμείνει η κατάσταση ως έχει. Και τούτο, διότι εξυπηρετεί συμφέροντα ισχυρότερα από τη λαϊκή βούληση.

Μπορεί να είναι υλοποιήσιμη η πρόταση περί αλλαγής του υπάρχοντος πολιτικού σκηνικού, με νέες δυνάμεις; Με νέα πρόσωπα και νέες ιδέες; Μπορούν να εμφανιστούν στον ελληνικό λαό, χωρίς την ανιδιοτελή στήριξη του Τύπου; Και μπορεί ο Τύπος να προβάλλει το καινούργιο, όταν έρχεται σε σύγκρουση με το υφιστάμενο, με κίνδυνο να βλαφτούν τα συμφέροντα των ιδιοκτητών του Τύπου; Υπάρχει πλήρης αλληλεξάρτηση μεταξύ κομμάτων -Τύπου – και ομάδων συμφερόντων. Το επικίνδυνο καινούργιο πρέπει να καταπνιγεί. Την ιστορία με τον Ηρώδη, ας μη τη μελετάμε μόνον από θρησκευτική σκοπιά.

Και βέβαια, επειδή οι του συστήματος δεν είναι κουτοί, τρώγουν αυτοί την μπριζόλα, αλλά αφήνουν σε μας να γλύψουμε το κόκαλο. Κι εμείς, ικανοποιημένοι από την παραχώρηση, κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε. Ποιος στέλνει στη Βουλή εκείνους που είναι γνωστό ότι δεν μπορεί να απέκτησαν την περιουσία τους με νόμιμο τρόπο; Εμείς τους στέλνουμε. Για να βρισκόμαστε κοντά στους ισχυρούς. Αν επιλέξουμε τους ικανούς αλλά αδύναμους, ποιος θα μας δώσει το κόκαλο;

Το σύστημα μας κατέστησε συνυπεύθυνους και συνένοχους. Όχι φυσικά στον ίδιο βαθμό. Αλλά η ποιότητα δεν έχει μέγεθος ούτε βάρος. Μόνον η ποσότητα έχει. Ποιοι απαρτίζουν τα κόμματα; Εμείς οι ίδιοι. Ήμαστε μέσα στο σύστημα, το οποίο μας ενοχλεί και το απαξιώνουμε. Για να το ανατρέψουμε όμως, πρέπει να ανατρέψουμε και τον τρόπο της δικής μας ζωής. Κάτι που δεν είναι εύκολο. Γι’ αυτό και το απαξιωμένο σύστημα επιβιώνει. Και θα αντιδράσουμε μόνον αν φτάσουμε στο «μη παρέκει». Το πράξαμε πολλές φορές στην ιστορία μας. Ποιος όμως μας διαβεβαιώνει, ότι πάντα θα έχει επιτυχία; Πηγή

Advertisements
This entry was posted in ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΣ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.