Ο χα­ρα­κτή­ρας και η η­θι­κή του Με­γά­λου Αλε­ξάν­δρου

Του υποστρατήγου ε.α. Γεωργίου Βασιλείου

Ένα α­πό τα μεγάλα θέ­μα­τα της ι­στορί­ας που α­πα­σχό­λη­σε την ιστο­ρική ε­πιστή­μη, ή­ταν ο χα­ρα­κτή­ρας και η η­θι­κή του Μεγά­λου Αλεξάνδρου. Από τους ι­στορι­κούς θε­ωρεί­ται ο τέ­λειος εκ­πρόσωπος του ελλη­νικού με γα­λεί­ου. Ο Αλέξανδρος γεν­νή­θη­κε το 356 π . Χ . Ήταν γιος του Φι­λίπ­που που ή­ταν βα­σι­λιάς της Μα­κε­δονίας.

Ε­κεί­νη την ε­πο­χή ο πνευ­μα­τι­κός κό­σμος της Α­θή­νας έ­ψα­χνε να βρει έ­ναν ι­κα­νό η­γέ­τη για να α­ντι­με­τω­πί­σει μια για πάντα τους Πέρ­σες. Ο ι­κα­νός η­γέ­της βρέ­θη­κε. Ή­ταν ο πα­τέ­ρας του Με­γά­λου Α­λεξάν­δρου. Αυ­τός ή­ταν ο ι­κα­νός και ο στρα­τός του ο κατάλλη­λος. Λό­γω του αιφ­νί­διου θα­νά­του του, την εκ­στρα­τεί­α την πραγ­μα­το­ποί­η­σε ο γιος του. Ο με­γά­λος αυ­τός Μα­κε­δό­νας α­να­γνω­ρί­ζε­ται καθο­λι­κά και θε­ω­ρεί­ται α­πό ό­λους τους ι­στο­ρι­κούς ως εκ­πο­λι­τι­στής των αρ­χαί­ων λα­ών της Α­να­το­λής, που έ­φε­ρε τα φώ­τα της ε­πι­στή­μης και της προ­ό­δου ως τα πέ­ρα­τα της Α­σί­ας, ι­δρύ­ο­ντας στο πέ­ρα­σμα του πό­λεις και οι­κι­σμούς που α­να­δεί­χτη­καν στη δια­δρο­μή των αιώ­νων πο­λι­τι­στι­κά κέ­ντρα α­πε­ριο­ρί­στου α­κτι­νο­βο­λί­ας.

Ο Μέ­γας Α­λέ­ξαν­δρος, δεν ή­ταν μο­νά­χα ο πιο με­γά­λος Στρα­τηγός, αλ­λά και ο πιο έ­ξυ­πνος και σο­φός πο­λι­τι­κός. Εί­χε δά­σκα­λο τον με­γά­λο Έλλη­να φι­λό­σο­φο Α­ρι­στο­τέ­λη. Ο τελευταίος έ­δω­σε πολ­λά στον Μέ­γα Α­λέ­ξαν­δρο. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ο Α­λέ­ξαν­δρος εί­ναι έ­νας άν­θρω­πος που οι συ­χνές του εμ­φα­νί­σεις μπρο­στά στα δι­κα­στή­ρια της ιστο­ρί­ας δεν κα­τόρ­θω­σαν να προ­κα­λέ­σουν ο­μό­φω­νη α­πό­φα­ση για λο­γα­ρια­σμό του. Ε­κεί­νο ό­μως που εί­ναι πα­σί­δη­λο γεγο­νός για αυ­τόν που δί­κα­ζε τον Α­λέ­ξαν­δρο εί­ναι ό­τι άλ­λα­ξε την ό­ψη του Ελ­λη­νι­κού και του Περ­σι­κού κό­σμου, ό­τι την ε­πο­χή του θα­νά­του του εί­χε ε­ξου­σί­α με­γα­λύ­τε­ρη α­πό κά­θε άλ­λον άν­θρω­πο της αρ­χαιό­τη­τας και ότι κα­νείς άλ­λος άν­θρω­πος σ’ ό­λη την ι­στο­ρί­α ε­κτός α­πό με­ρι­κούς ι­δρυ­τές θρη­σκειών, δεν έ­γι­νε α­πό τό­σους δε­κτός σαν υ­περ­φυ­σι­κό πλάσμα.

Α­πό τη στιγ­μή της γέν­νη­σης του θε­ω­ρή­θη­κε α­πό τους αν­θρώπους του πε­ρι­βάλ­λο­ντος του σαν γιος του ελ­λη­νο-αι­γυ­πτια­κού θε­ού Άμ­μω­νος- Διός.Πρέ­πει να υ­πήρ­χε στη φύ­ση του έ­να πο­λύ ι­σχυ­ρό στοι­χεί­ο μυ­στι­κι­σμού και θρη­σκευ­τι­κής ευ­λά­βειας. Άλ­λω­στε αυτό εί­ναι φα­νε­ρό για­τί σε κά­θε βή­μα του βλέ­που­με να θυ­σιά­ζει στους θε­ούς με α­λη­θι­νή έ­ξαρ­ση.

Ο Α­ρι­στοτέλης στη διάπλαση του χαρακτήρα του Αλεξάνδρου

Ο Α­ρι­στο­τέ­λης έ­κα­νε ό,τι μπο­ρού­σε για να εν­θαρ­ρύ­νει την α­γά­πη του νέ­ου Α­λέ­ξαν­δρου για τον Ό­μη­ρο, για­τί η Ι­λιά­δα ή­ταν έ­να εί­δος Βί­βλου για τους Έλ­λη­νες. Ο Α­λέ­ξαν­δρος τη χα­ρα­κτή­ρι­ζε ως α­πα­ραί­τη­το εγ­χει­ρί­διο του στρα­τιώ­τη κι έ­παιρ­νε πα­ντού ό­που πή­γαι­νε έ­να α­ντίτυ­πο διορ­θω­μέ­νο και σχο­λια­σμέ­νο α­πό τον Α­ρι­στο­τέ­λη, βά­ζο­ντας το κά­τω α­πό το προ­σκέ­φα­λο του τη νύ­χτα μα­ζί με το σπα­θί του. Υ­πο­στη­ρί­ζε­ται πως ή­ξε­ρε απ’ έ­ξω το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος της και το α­να­γκαί­ο συ­μπέ­ρα­σμα εί­ναι πως θα ταύ­τι­ζε α­σφα­λώς τον ε­αυ­τό του με το κε­ντρι­κό πρό­σω­πο της Ι­λιά­δας, τον Α­χιλ­λέ­α, που η ζω­ή του εί­χε έ­ντο­νη ο­μοιό­τη­τα με τη δι­κή του, πράγ­μα που ο παι­δα­γω­γός του Λυ­σί­μα­χος τον εί­χε κά­νει να πα­ρα­τη­ρή­σει.

Η οι­κο­γέ­νεια της μη­τέ­ρας του κα­τα­γό­ταν α­πό τον Α­χιλ­λέ­α και δεν α­πο­κλεί­ε­ται η Ο­λυ­μπιά­δα να ε­πω­φε­λή­θη­κε α­πό το γεγο­νός αυ­τό για να εν­θαρ­ρύ­νει το εν­δια­φέ­ρον του παι­διού της για τον Ο­μη­ρι­κό ή­ρω­α που το αί­μα του κυ­λού­σε στις δι­κές της φλέ­βες και ό­χι σ’ αυτές του Φι­λίπ­που. Η εκ­παι­δευ­τι­κή μέ­θο­δος του Α­ρι­στοτέ­λη έ­τει­νε στην α­νά­πτυ­ξη του προ­σω­πι­κού χα­ρα­κτή­ρα και στα δύ­ο χρό­νια που ε­πα­κο­λού­θη­σαν η προ­σω­πι­κό­τη­τα του πρί­γκι­πα ε­ξε­λί­χθη­κε γρή­γο­ρα, ό­πως θα έ­πρε­πε κα­νείς να το πε­ρι­μέ­νει α­πό έ­να δρα­στή­ριο νέ­ο.

Ο Α­λέ­ξαν­δρος έ­γι­νε πο­λύ κα­λός συ­νο­μι­λη­τής και συ­νή­θι­ζε να στέ­κε­ται όρ­θιος μιλώντας και συ­ζη­τώντας τό­ση ώ­ρα, ώ­στε όλος ο κό­σμος κου­ρα­ζό­ταν. Ή­ταν πά­ντα έ­τοι­μος να τρέ­ξει πίσω α­πό μια και­νού­ρια ι­δέ­α. Ή τον θέρ­μαι­νε μια κρυ­φή φλό­γα εν­θου­σια­σμού ή ξε­σπού­σε σε μια έ­κρη­ξη ε­νερ­γη­τι­κό­τη­τας. Γε­νι­κά βέ­βαια, είχε τη φή­μη αν­θρώ­που με αυ­το­κυ­ριαρ­χί­α, την οποία εί­χε α­πο­κτή­σει α­πό νω­ρίς. Αλ­λά ό­ταν οι ι­κα­νό­τη­τες του α­να­πτύ­χθη­καν, χά­ρις στην εν­θάρ­ρυν­ση και την πα­ρό­τρυν­ση του συ­στή­ματος που χρη­σι­μο­ποί­η­σε ο με­γά­λος δά­σκα­λος για να κά­νει πει­θαρ­χη­μέ­νους χαρα­κτή­ρες, η πρό­ο­δος του ση­μειω­νό­ταν με ξε­σπά­σμα­τα και ε­κρή­ξεις α­νταρ­σί­ας που συ­χνά ό­πως λέ­ει ο Πλού­ταρ­χος:

«τις δη­μιουρ­γού­σε και ή­ταν α­πό­λυ­τα α­νί­κα­νος να υ­πο­φέ­ρει ο­ποιο­δή­πο­τε κα­τα­ναγκα­σμό».

Κά­πο­τε ο Α­ρι­στο­τέ­λης έ­κα­νε το σφάλ­μα να ρω­τή­σει με­ρι­κούς α­πό τους α­ρι­στο­κρα­τι­κούς μα­θη­τές του πώς θα με­τα­χει­ρί­ζονταν τον ί­διο, το γε­ρο­δά­σκα­λό τους, ό­ταν θα δια­δέ­χο­νταν τους γο­νείς τους. «Θα φρο­ντί­σω ό­λοι να σε σέ­βο­νται και να σε τι­μούν» εί­πε ένας, «θα εί­σαι ο κυ­ριό­τε­ρος σύμ­βου­λος μου» α­πά­ντη­σε ο άλ­λος. Ό­ταν το ε­ρώ­τη­μα τέ­θη­κε και στον Α­λέ­ξαν­δρο, ε­κεί­νος α­πά­ντη­σε με θυ­μό: «Με ποιο δι­καί­ω­μα μου κά­νεις τέ­τοιες ε­ρω­τή­σεις; Πώς μπο­ρώ να ξέ­ρω τι μας ε­πι­φυ­λάσ­σει το μέλ­λον; Δεν έ­χεις πα­ρά να πε­ρι­μέ­νεις και θα το δεις!!». Αυ­τή η α­πά­ντη­ση φαί­νε­ται πως ά­ρε­σε στον Α­ρι­στο­τέ­λη, «Κα­λά ει­πω­μέ­νο», φώ­να­ξε, «Μια μέ­ρα Α­λέ­ξαν­δρε θα γί­νεις πραγ­μα­τικά μεγάλος βα­σι­λιάς».

Ό­ταν ο Α­λέ­ξαν­δρος έ­φτα­σε στην ε­φη­βι­κή η­λι­κί­α κι άρ­χισε να βλέ­πει τρί­χες στο πη­γού­νι του έ­βα­ζε να τις ξυρίζουν και ό­ταν ή­ταν στα εικο­σιδύ­ο του, που θα έ­πρε­πε σύμ­φω­να με τους φυ­σι­κούς νόμους και κα­νό­νες της αν­δρι­κής μό­δας να έ­χει μια ω­ραί­α και μυ­τε­ρή γε­νειά­δα, αρ­κε­τά πυ­κνή, ε­κεί­νος ε­πέ­με­νε να δια­τη­ρεί χά­ρις στο ξυ­ρά­φι τη νε­α­νι­κή ό­ψη που οι άλ­λοι νέ­οι προ­σπα­θού­σαν να κρύ­ψουν με την πε­ρι­ποί­η­ση των τρι­χών.

Η εκ­κε­ντρι­κό­τη­τα της συ­μπε­ρι­φο­ράς του σ’ αυ­τόν τον το­μέ­α α­γνο­εί­ται συ­νή­θως α­πό τους ι­στο­ρι­κούς, για­τί τε­λι­κά έ­πει­σε τους φί­λους του να α­κο­λου­θή­σουν το πα­ρά­δειγ­μα του κι έ­κα­νε ακό­μα και τους στρα­τιώ­τες του να τον μι­μη­θούν, με το σο­βα­ρό πρό­σχη­μα πως η γε­νειά­δα έ­δι­νε μια λα­βή, απ’ ό­που ο ε­χθρός μπο­ρού­σε να αρ­πάξει τον α­ντί­πα­λο του σε μια μά­χη σώ­μα­ με σώ­μα. Ί­σως ό­μως θα έ­πρε­πε να σκε­φτού­με και τού­το το γε­γο­νός: Οι Αι­γύ­πτιοι ξυ­ρί­ζο­νταν πά­ντα. Τη φυ­σι­κή γε­νειά­δα τη θε­ω­ρού­σαν κά­τι βρώ­μικο, αλ­λά την τε­χνη­τή που την έ­δε­ναν στο πη­γού­νι, την εί­χαν για σύμ­βο­λο βα­σι­λι­κής και θε­ϊ­κής ι­διό­τη­τας. Ί­σως αυ­τό να σκέ­φτη­κε ο Α­λέξαν­δρος και να συλ­λο­γί­στη­κε πως θα ή­ταν προ­σβλη­τι­κή α­νωμα­λί­α να εμ­φα­νι­στεί έ­νας γιος του Άμ­μω­να α­ξύ­ρι­στος.

«Οι πα­λαί­μα­χοι του Φι­λίπ­που θα γε­λού­σαν βλέ­πο­ντας έ­ναν άν­θρω­πο της η­λι­κί­ας του χω­ρίς γέ­νεια. Ο Α­λέ­ξαν­δρος ό­μως κα­τόρ­θω­σε να κα­τα­κτή­σει τις καρ­διές τους με την πο­λε­μική του ι­κα­νό­τη­τα και τόλ­μη, κα­θώς πε­ρι­φρο­νού­σε τον θά­να­το.

Συγ­χρό­νως, γο­ή­τευε τους πιο καλ­λιερ­γη­μέ­νους νε­αρούς ευ­γε­νείς της α­κο­λου­θί­ας του με τα πνευ­μα­τι­κά, φι­λολο­γι­κά και καλ­λι­τε­χνι­κά του χα­ρί­σμα­τα. Αν και ή­ταν ε­λάχι­στα κο­σμι­κός, πο­λύ α­γνός, πο­λύ ε­γκρα­τής, πο­λύ αποστασιοποιημένος α­πέ­να­ντι στις τα­πει­νό­τητες της ζω­ής ή τις α­τι­μί­ες της, ή­ταν ωστόσο κα­λός απέναντι στους συ­ντρό­φους και συναγωνιστές του. Λέ­γο­ντας πως θα του ά­ρε­σε να εί­ναι Διο­γέ­νης, ί­σως δεν α­στειευό­ταν και πο­λύ» (Μέ­γας Α­λέ­ξαν­δρος, ARTHUR WEIGALL Πέλ­λα, Με­τά­φρα­ση: Σταύ­ρου Καρ­που­ρί­δη, Α­ΘΗ­ΝΑ σελ. 177-178).

Ο Α­λέξανδρος στην Τροία βλέπει τον εαυτό του καινούριο Αχιλλέα­

Ο Α­λέ­ξαν­δρος πριν ξε­κι­νή­σει απ’ τη Μα­κε­δο­νί­α για την Α­να­το­λή ορ­γά­νω­σε μια λα­μπρή γιορτή στο Δί­ον, στη Νό­τια Μα­κε­δο­νί­α, μια πό­λη η ο­ποί­α ή­ταν αφιε­ρω­μέ­νη στον Δί­α. Έ­γι­ναν α­γώ­νες, α­θλη­τι­κές ε­πι­δεί­ξεις και ιπ­πο­δρο­μί­ες. Έλαβαν
χώρα θρη­σκευ­τι­κές τε­λε­τές και πλού­σιεςθυ­σί­ες προ­σφέρ­θη­καν στους θεούς.

Την τε­λευ­ταί­α νύ­χτα, ο Α­λέ­ξαν­δρος δέ­χτη­κε τους κυ­ριό­τερους πο­λι­τι­κούς πρέ­σβεις, στρα­τη­γούς και α­ξιω­μα­τι­κούς σε γεύ­μα σε μια με­γά­λη σκη­νή που εί­χε μέ­σα ε­κα­τό κρε­βά­τια. Λί­γο έ­πει­τα απ’ αυ­τές τις γιορ­τές, κά­τω απ’ τον κα­θα­ρό ή­λιο ε­νός α­πρι­λιά­τι­κου πρω­ι­νού, ο Α­λέ­ξαν­δρος α­ποχαι­ρέ­τη­σε τη μη­τέ­ρα του Ο­λυμπιά­δα και έ­φυ­γε για τον Ελ­λή­σπο­ντο, για να μην ξα­να­γυ­ρί­σει πο­τέ.

Διέ­σχι­σε τον Έ­βρο, για να κα­τα­λή­ξει τη χερ­σό­νη­σο της Καλλί­πο­λης, στο λι­μά­νι της Ση­στού, απ’ ό­που η α­πέ­να­ντι α­κτή των Δαρ­δα­νελ­λί­ων δεν α­πέ­χει πά­νω α­πό χί­λια πε­ντα­κό­σια μέ­τρα. Πριν μπει στο πλοί­ο, ε­πι­σκέ­φτη­κε κο­ντά στην α­κτή έ­να διάση­μο τύμ­βο και να­ό που εί­χε γύ­ρω του με­ρι­κές φτε­λιές μαγι­κής προ­έ­λευ­σης κι έ­δει­χνε τον τό­πο ό­που ή­ταν θαμ­μέ­νος ο Πρω­τε­σί­λα­ος. Αυ­τός ή­ταν ο πρώ­τος Έλ­λη­νας που πέ­θα­νε στον πό­λε­μο της Τροί­ας σκο­τω­μέ­νος ό­πως έ­λε­γαν απ’ τον Έ­κτο­ρα, τη στιγ­μή που πη­δού­σε στη γη απ’ το πρώ­το ελ­λη­νι­κό κα­ρά­βι, ε­πι­κε­φα­λής των Θεσ­σα­λών στρα­τιω­τών του. Ο Α­λέ­ξαν­δρος πρό­σφε­ρε θυ­σί­ες στη μνή­μη αυ­τού του ά­τυ­χου πο­λε­μι­στή και πα­ρα­κά­λε­σε τους θε­ούς να φα­νεί ο ί­διος τυ­χε­ρός ό­ταν θα πη­δού­σε απ’ το κα­ρά­βι του στην τρω­ι­κή α­κτή.

Το μυα­λό του ή­ταν γε­μά­το απ’ την Ι­λιά­δα του Ο­μή­ρου και μπο­ρού­σε ό­πως προαναφέρθηκε να α­παγ­γεί­λει απ’ έ­ξω έ­να με­γά­λο μέ­ρος της. Έ­βλε­πε τον ε­αυ­τό του σαν και­νού­ριο Α­χιλ­λέ­α.

Ό­ταν το κα­ρά­βι πλεύ­ρι­σε στην α­κτή της Τροί­ας, ο Α­λέ­ξαν­δρος ορ­θώ­θη­κε και έ­ρι­ξε έ­να α­κό­ντιο στις έ­ρη­μες α­κτές που α­πλώ­νο­νταν μπρο­στά του, σαν να ‘βλε­πε το στρα­τό-φά­ντα­σμα του βα­σι­λιά Πριάμου. Ή­ξε­ρε τι έ­κα­με και ή­θε­λε ν’ α­πο­δεί­ξει πως ή­ταν ο πραγμα­τι­κός κι ό­χι μό­νο ο ο­νο­μα­στι­κός αρ­χη­γός της εκ­στρα­τεί­ας. Ο χα­ρα­κτή­ρας του δεν του ε­πέ­τρε­πε να δα­νεί­ζε­ται α­πό άλ­λον τί­πο­τε, πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο τη δό­ξα.

Έ­πει­τα, έ­δω­σε δια­τα­γή στους ά­ντρες του ν’ α­πο­βι­βα­στούν και κα­θώς ήταν ε­ξαι­ρε­τι­κά θε­οσε­βής, δεδομένου ότι δεν υ­πήρ­χε ε­χθρός, έκανε μια θρησκευ­τι­κή τε­λε­τή και έδωσε εντολή να φτιά­ξουν οι στρατιώτες βω­μούς στο Δί­α, την Α­θη­νά και τον Η­ρα­κλή. Οι θε­οί που ε­πέ­λε­ξε ή­ταν ε­ξαι­ρε­τι­κά προ­σεγ­μέ­νοι και οι σύγ­χρο­νοι ιστο­ρι­κοί πρέ­πει να τους λά­βουν σο­βα­ρά υ­πό­ψη.

Ε­δώ στην Τροί­α τα ό­νει­ρα του νε­α­ρού Α­λέ­ξαν­δρου γί­νο­νταν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ορ­γά­νω­σε «με α­πό­λυ­τη σο­βα­ρό τη­τα θε­αμα­τι­κές θυ­σί­ες στη σκιά του Πριά­μου για να κα­τευ­νά­σει το δι­καιο­λο­γη­μέ­νο θυ­μό που θα έ­νιω­θε αυ­τός ο α­τυ­χής μο­νάρ­χης, για­τί ο Νε­ο­πτόλε­μος -πρό­γο­νος του Α­λε­ξάν­δρου- τον εί­χε σκο­τώ­σει.

Η α­να­βί­ω­ση, με τέ­τοια λα­μπρό­τη­τα, ε­νός θρυ­λι­κού πα­ρελ­θόντος, α­σφα­λώς εί­χε στρα­τη­γι­κούς λό­γους, δη­λα­δή να δια­γεί­ρει ως έ­να ση­μεί­ο τον πο­λε­μι­κό εν­θου­σια­σμό των στρα­τιω­τών, θυ­μί­ζο­ντας τους πως ή­ταν Έλ­λη­νες. Ταυ­τό­χρονα ό­μως θα ή­θε­λε να δεί­ξει ό­τι κά­τω α­πό την αρ­χη­γί­α ε­νός α­πο­γό­νου αυ­τών των Ελ­λή­νων, η ι­στο­ρί­α θα προ­μή­θευε σ’ έ­να μελ­λο­ντικό Ό­μη­ρο το υ­λι­κό ε­νός α­κό­μα πιο συ­γκλο­νι­στι­κού έ­πους.

Α­φού ε­πι­σκέ­φθη­κε και τί­μη­σε τον τά­φο του Αί­α­ντα, μί­λη­σε στους α­ξιω­μα­τού­χους της πε­ριο­χής για το σχέ­διο του να ξα­να­χτί­σει την Τροί­α και ν’ α­να­κου­φί­σει τους κα­τοί­κους α­πό τη φο­ρο­λο­γί­α.

Έ­νας α­πό τους κα­τοί­κους του Ι­λί­ου του πρό­σφε­ρε μια αρ­χαϊ­κή άρ­πα που ά­νη­κε άλ­λο­τε – ό­πως εί­πε στον Πά­ρη, τον γιο του Πριά­μου. Ο Α­λέ­ξαν­δρος δε δέ­χτη­κε το δώ­ρο λέ­γο­ντας πως θα’ ταν ευ­χά­ρι­στο να εί­χε την άρ­πα του Α­χιλ­λέ­α, του προ­γό­νου του, πα­ρά του Πά­ρη που ή­ταν άν­θρω­πος πο­λύ θη­λυ­πρε­πής και που η άρ­πα του δεν πα­ρου­σί­α­ζε κα­νέ­να εν­δια­φέ­ρον για έ­ναν στρα­τιώ­τη.

Η μεγαλοφυία και η προσωπικότητα του

Ό­ταν το 336 π.Χ. ο Α­λέ­ξαν­δρος α­νέ­βη­κε στο θρό­νο της Μα­κε­δο­νί­ας, βρι­σκό­ταν στο ει­κο­στό πρώ­το έ­τος του και δώ­δε­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ό­ταν πέ­θα­νε σε μια η­λι­κί­α ό­που οι πε­ρισσό­τε­ροι με­γά­λοι ά­ντρες βρί­σκο­νται α­κό­μη στο κα­τώ­φλι της κα­ριέ­ρας τους, ό­χι μό­νο εί­χε κα­τα­κτή­σει τον αρ­χαί­ο κό­σμο της ε­ποχής του , αλ­λά τον εί­χε θέ­σει σε πε­ρι­στρο­φή γύ­ρω α­πό έ­ναν και­νού­ριο ά­ξο­να (J.F.C. FULLER, Ι­διο­φυ­ής στρα­τη­γι­κή του Με­γά­λου Α­λε­ξάν­δρου, με­τάφ. Κ. Κο­λιό­πουλος σελ. 102).

Η ό­λη με­τέ­πει­τα πο­ρεί­α της ι­στο­ρί­ας, η πο­λι­τι­κή και η πο­λι­τι­σμι­κή ζω­ή των κα­το­πι­νών ε­πο­χών δεν μπο­ρούν να κατανοηθούν ξε­χω­ρι­στά α­πό την κα­ριέ­ρα του Α­λέ­ξαν­δρου. Αιώ­νες με­τά το θά­να­το του ο Αππια­νός ο Α­λε­ξάν­δρειος πα­ρο­μοί­ω­σε τη σύ­ντο­μη βα­σι­λεί­α του με τη «φω­τει­νή λάμ­ψη της α­στρα­πής». Μια λάμ­ψη πραγ­μα­τι­κά εκ­θαμ­βω­τι­κή. Ή­ταν ένας άν­θρω­πος ε­ντε­λώς δέ­σμιος της μοίρας του και α­πο­λύ­τως α­φο­σιω­μέ­νος στο έρ­γο του. Οι φυ­σι­κές α­πο­λαύ­σεις πλην του κυ­νη­γιού, λί­γο τον εν­διέ­φε­ραν.

Με την εξαί­ρε­ση της α­γά­πης προς τη μη­τέ­ρα του και την τρο­φό του, πο­τέ δε γο­η­τεύ­τη­κε α­πό κα­μιά γυ­ναί­κα και πα­ρό­τι νυμ­φεύ­θη­κε δύ­ο φο­ρές και οι δύ­ο γά­μοι του ή­ταν πο­λι­τι­κής και ό­χι ρο­μαντι­κής φύ­σης. «Πο­τέ δεν εί­χε ε­ρω­μέ­νη, ού­τε ή­ταν α­νί­κα­νος, ού­τε ο­μο­φυ­λό­φι­λος ό­πως οι ε­πι­κρι­τές του διέ­δω­σαν για να τον δυ­σφη­μί­σουν (FULLER σελ. 103). Στην αρ­χαιό­τη­τα κα­νείς δεν ι­σχυ­ρί­στη­κε ό­τι η πο­λύ στε­νή του φι­λί­α με τον Η­φαι­στί­ω­να εί­χε σε­ξουα­λι­κό χα­ρακτή­ρα. Και δεν μπο­ρεί να υ­πάρ­χει σή­με­ρα αμ­φι­βο­λί­α γι’ αυ­τό το ζή­τη­μα (ARTHUR WEIGALL, Μέ­γας Α­λέξαν­δρος σελ. 207). Οι ε­πι­κρι­τές του η­θε­λη­μέ­να νο­μί­ζω α­φαι­ρούν την πα­ρά­με­τρο ότι ο Μέ­γας Α­λέ­ξαν­δρος εί­χε πρό­τυ­πο τον Α­χιλ­λέ­α που ή­ταν ο προ­γο­νός του και εί­χε πι­στό φί­λο τον Πά­τρο­κλο. Ε­πί­σης η­θε­λη­μέ­να α­φαι­ρούν κι άλ­λη πα­ρά­με­ τρο. Ο Α­ρι­στο­τέ­λης δεν δί­δα­ξε στο νε­α­ρό Αλέ­ξαν­δρο το χρι­στια­νι­κό «α­γα­πά­τε αλ­λή­λους», αλ­λά την α­ξί­α της φι­λί­ας.

Οι ε­πι­κρι­τές του λοι­πόν, ε­πα­να­λαμ­βά­νω η­θε­λη­μέ­να, δεν επι­ση­μαί­νουν την υ­πο­τα­γή των σω­μα­τι­κών εν­στί­κτων στο έρ­γο του που τον ξε­χώ­ρι­σε α­πό τους κοι­νούς αν­θρώ­πους και τον το­ πο­θέ­τη­σε στη μι­κρή ε­κεί­νη ο­μά­δα των σπά­νιων και α­νώ­τε­ρων α­τό­μων, των ο­ποί­ων η σι­δε­ρέ­νια θέ­λη­ση, ο αυ­το­έ­λεγ­χος και η α­φο­σί­ω­ση στο έρ­γο της ζω­ής τους μα­γνη­τί­ζουν όλους ό­σους έρ­χο­ νται σε ε­πα­φή μα­ζί του. Ο Α­λέ­ξαν­δρος εί­χε μια ψυ­χή που τολ­μού­σε, γι’ αυ­τό και σφρα­γί­ζει το τέ­λος μιας ι­στο­ρι­κής πε­ριό­δου και την α­παρ­χή μιας άλ­λης.

Ό­λοι οι λα­οί που «κα­τέ­κτη­σε» έ­βλε­παν ό­τι ό­χι μό­νο ή­ταν βα­σι­λιάς αλ­λά και θε­ός. «Η έμ­φυ­τη αί­σθη­σή του για τη βα­σι­λεί­α, μια βα­σι­λεί­α που βα­σι­ζό­ταν ό­χι στη δύ­να­μη αλ­λά στην ευ­γέ­νεια του πα­ρου­σια­στι­κού, στην ιπ­πο­τι­κή συ­μπε­ρι­φο­ρά και στο να ζει κανείς ό­πως έ­πρε­πε να ζει έ­νας βα­σι­λιάς, βά­ρυ­νε πά­νω α­πό κά­θε πρά­ξη της εκ­πλη­κτι­κής του κα­ριέ­ρας. «Θε­ω­ρού­σε πε­ρισσό­τε­ρο βα­σι­λι­κό», γρά­φει ο Πλού­ταρ­χος, «να κα­τα­κτά τον ε­αυ­τό του πα­ρά να κα­τα­κτά άλ­λους».

Ο Α­λέ­ξαν­δρος ή­ταν γεν­νη­μέ­νος να γί­νει βα­σι­λιάς. Ό­ταν κά­ποιοι φί­λοι του που γνώ­ρι­ζαν ό­τι ή­ταν γρή­γο­ρος στα πό­δια, τον πα­ρό­τρυ­ναν να τρέ­ξει μα­ζί τους στους Ο­λυ­μπια­κούς α­γώ­νες -στους οποίους λάμ­βα­ναν μέ­ρος μό­νο Έλ­λη­νες- η α­πά­ντη­ση του ή­ταν ό­τι θα έ­τρε­χε, μό­νο αν συ­να­γω­νι­ζό­ταν με βα­σι­λιά­δες.

Α­πό τις πολ­λές πε­ρι­πτώ­σεις που δια­φαίνεται η βασιλική του νοοτροπία και η ιπ­πο­τι­κή του συ­μπε­ρι­φο­ρά α­πέ­να­ντι στους ε­χθρούς του, οι πα­ρα­κά­τω εί­ναι α­ξιο­ση­μεί­ω­τες: Ό­ταν με­τά τη νί­κη της Ισ­σού έ­μα­θε ό­τι η Σι­σύ­γαμ­βις η μη­τέ­ρα του Δα­ρεί­ου, η γυ­ναί­κα και τα παι­διά του εί­χαν συλ­λη­φθεί και θρη­νού­σαν τον υ­πο­τι­θέ­με­νο θά­να­το του, έ­στει­λε τον Λε­ονά­το να τις πλη­ρο­φο­ρή­σει ό­τι ο Δα­ρεί­ος ή­ταν α­κό­μη ζω­ντανός και ό­τι αυ­τές «θα δια­τη­ρού­σαν τη θέ­ση και την α­κο­λου­θί­α που ταί­ρια­ζε στο βα­σι­λι­κό τους α­ξί­ω­μα, κα­θώς και τον τίτλο των βα­σι­λισ­σών.

Ό­ταν την ε­πό­μενη μέ­ρα μα­ζί με τον Η­φαιστί­ω­να, τον πιο α­γα­πη­μέ­νο του φί­λο, ο Α­λέ­ξαν­δρος ε­πι­σκέ­φθη­κε τη Σι­σύ­γαμ­βι και αυ­τή, συγ­χέ­ο­ντας τον Η­φαιστί­ω­να με τον βα­σι­λιά τον προ­σκύ­νη­σε και ντρά­πη­κε ό­ταν ανα­κά­λυ­ψε το λά­θος της, ο Α­λέ­ξαν­δρος, με σε­βα­σμό και ευ­γένεια, την έ­κα­νε να το ξε­πε­ρά­σει. Την πή­ρε α­πό το χέ­ρι και ση­κώ­νο­ντας τη στα πό­δια της, της εί­πε: «Δεν έ­κα­νες λά­θος, μητέρα, για­τί κι αυ­τός ο άν­δρας εί­ναι Α­λέ­ξαν­δρος».

Αρ­γό­τε­ρα ό­ταν βρή­κε το πτώ­μα του δο­λο­φο­νη­μέ­νου Δα­ρεί­ου, το έ­στει­λε στην Περ­σέ­πο­λη «με δια­τα­γές να τα­φεί στο βα­σι­λι­κό τά­φο ό­πως εί­χαν τα­φεί όλοι οι άλ­λοι Πέρ­σες βα­σι­λιά­δες». Έ­δει­ξε τον ί­διο σε­βα­σμό για τη βα­σι­λική εξουσία, ό­ταν με το που ε­πέ­στρε­ψε α­πό την Ιν­δί­α α­να­κά­λυ­ψε ό­τι κα­τά τη διάρ­κεια της α­που­σί­ας του ο τύμ­βος του Κύ­ρου, του ι­δρυ­τή της περ­σικής αυ­το­κρα­το­ρί­ας, εί­χε συ­λη­θεί. Α­μέ­σως διέ­τα­ξε τον ι­στο­ρι­κό Α­ρι­στό­βουλο να ε­πι­διορ­θώ­σει τη ζη­μιά, να α­ντι­κα­τα­στή­σει τους κλεμ­μέ­νους θη­σαυ­ρούς με α­ντί­γρα­φα, να φρά­ξει την εί­σο­δο του τύμ­βου και να θέ­σει τη βα­σι­λι­κή σφρα­γί­δα πά­νω σε σκυ­ρό­δε­μα.

Κα­τά τον J.F.C. FULLER, α­πό ό­λες του τις πρά­ξεις η πλέ­ον τυπική της βασιλικής του νοοτροπίας εί­ναι η με­τα­χεί­ρι­ση που ε­πι­φύ­λαξε στον Πώ­ρο τον ο­ποί­ο ε­νί­κη­σε στις ό­χθες του πο­τα­μού Υ­δάσπη (Τζε­λούμ). Ό­ταν ο Α­λέ­ξαν­δρος τον ρώ­τη­σε τι εί­δους με­τα­χεί­ρι­ση ή­θε­λε, ο Πώ­ρος α­πά­ντη­σε: «Με­τα­χει­ρί­σου με, ω Α­λέ­ξαν­δρε, με βα­σι­λι­κό τρό­πο!»

Ο Α­λέ­ξαν­δρος ευ­χα­ρι­στη­μέ­νος α­πά­ντη­σε: «Σε ό, τι με α­φο­ρά, ω Πώ­ρε,τέ­τοια με­τα­χεί­ρι­ση θα έ­χεις, για σέ­να ό­μως, αυ­τό που ζη­τάς εί­ναι αυ­τό που σε ευ­χα­ρι­στεί». Αλ­λά ο Πώ­ρος εί­πε πως ό­λα αυ­τά πε­ριλαμ­βά­νο­νται σε αυ­τό. Ο Α­λέ­ξαν­δρος, α­κό­μη ευ­χα­ρι­στη­μέ­νος α­πό αυ­τή τη δή­λωση, ό­χι μό­νο του πα­ρα­χώ­ρη­σε την ε­ξου­σί­α στους Ιν­δούς του, αλ­λά πρό­σθε­σε κι άλ­λη μια χώ­ρα.

Έ­τσι με­τα­χει­ρί­στη­κε το γεν­ναί­ο άν­δρα με βα­σιλι­κό τρό­πο και ε­φε­ξής τον βρή­κε πι­στό σε ό­λα.

Η η­θι­κή α­ρε­τή που τον διέ­κρι­νε κα­τά τον πλέ­ον ξε­κά­θα­ρο τρό­πο α­πό τους συ­ναν­θρώ­πους του ή­ταν η συ­μπό­νια του προς τους άλ­λους. «Εί­ναι δύ­σκο­λο να κα­τα­νο­ή­σει κα­νείς, γρά­φει ο Tarn, πό­σο πα­ρά­δο­ξη είναι αυ­τή η ι­διό­τη­τα της συ­μπόνιας» . Η ευσπλαχνία του αντι­κα­το­πτρί­ζε­ται με τον κα­λύ­τε­ρο τρό­πο στη συ­μπε­ρι­φο­ρά του α­πέ­να­ντι στις γυ­ναί­κες, οι ο­ποί­ες σε ό­λες σχε­δόν τις ε­πο­χές θε­ω­ρού­νταν το νό­μι­μο λά­φυ­ρο του στρα­τιώ­τη. Ό­χι μό­νο ε­πέ­δει­ξε βα­σι­λι­κό σε­βα­σμό α­πέ­να­ντι στις αιχ­μά­λω­τες της οι­κο­γέ­νειας του Δα­ρεί­ου, αλ­λά α­πε­χθά­νο­νταν το βια­σμό και τη βί­α που στην ε­πο­χή του ή­ταν οι­κου­με­νικά συ­μπα­ρο­μαρ­τού­ντα του πο­λέ­μου.

Σε μια πε­ρί­πτω­ση, ό­ταν έ­μα­θε ό­τι δύ­ο Μακε­δό­νες της διοί­κη­σης του Παρ­με­νί­ω­να εί­χαν δια­φθεί­ρει τις συ­ζύ­γους ο­ρι­σμέ­νων μι­σθο­φό­ρων, έ­γρα­ψε στον Παρ­με­νί­ω­να δια­τάσ­σο­ντάς τον: «Στην πε­ρί­πτω­ση που οι άν­δρες κα­τα­δικα­στούν, να τους τι­μω­ρή­σει και να τους θα­να­τώ­σει σαν ά­γρια θη­ρί­α που γεν­νήθη­καν για την κα­τα­στρο­φή των αν­θρώ­πων». Σε μια άλ­λη πε­ρίπτω­ση, ό­ταν ο Ατρο­πά­της, αντι­βα­σι­λιάς της Μη­δί­ας, του έ­στει­λε ως δώ­ρο ε­κα­τό κο­πέ­λες, ε­ξο­πλι­σμέ­νες ως ιπ­πείς, ο Α­λέ­ξαν­δρος τις έ­διω­ξε α­πό το στρα­τό, έ­τσι ώ­στε να μην α­πο­πει­ρα­θούν να τις βιά­σουν οι Μα­κε­δό­νες ή οι βάρ­βα­ροι. Κα­τά την υπο­τι­θέ­με­νη λε­η­λα­σί­α της Περ­σέ­πο­λης διέ­τα­ξε «τους άν­δρες να σε­ βα­στούν τα πρό­σω­πα των γυ­ναι­κών και να μην πει­ρά­ξουν τα στο­λί­δια τους.

Ο Αρ­ρια­νός -εύ­στο­χα πι­στεύ­ω- έ­χει να πει γι’ αυ­τόν ως άν­δρα και ως στρα­τιώ­τη: «Ή­ταν πο­λύ ό­μορ­φος στο πα­ρου­σια­στικό και α­φιε­ρω­μέ­νος στην ά­σκη­ση, πο­λύ ε­νερ­γη­τικός στο πνεύ­μα, πο­λύ η­ρω­ι­κός στο θάρ­ρος, πο­λύ στα­θε­ρός στην τι­μή, α­γα­πού­σε πο­λύ τον κίν­δυ­νο και τη­ρού­σε αυ­στη­ρά τα κα­θή­κο­ντα του προς τους θε­ούς.

Ως προς τις α­πο­λαύ­σεις του σώ­μα­τος είχε πλή­ρη αυ­το­έ­λεγ­χο και γι’ αυ­τές του πνεύ­μα­τος ο έ­παι­νος ή­ταν η μό­νη για την ο­ποί­α ή­ταν α­κό­ρεστος.

Εί­χε εκ­πλη­κτι­κή ο­ξυ­δέρ­κεια στο να α­να­γνω­ρί­ζει τι έ­πρε­πε να γί­νει, όταν άλ­λοι ε­ξα­κο­λου­θού­σαν να βρί­σκο­νται σε α­βε­βαιό­τη­τα και διέ­βλε­πε με με­γά­λη ε­πι­τυ­χί­α α­πό την πα­ρα­τή­ρη­ση των γε­γο­νό­των το τι ή­ταν πι­θα­νό να συμ­βεί.

Ή­ταν πι­στός στις συμ­φω­νί­ες και στους δια­κα­νο­νι­σμούς που εί­χε συ­νά­ψει κα­θώς και φει­δω­λός στη δα­πά­νη χρη­μά­των για την ι­κα­νο­ποί­η­ση των δι­κών του απο­λαύ­σε­ων, ξό­δευε ό­μως α­φεί­δω­λα χά­ρη των συ­ντρό­φων του».

Ο Πλού­ταρ­χος μας πα­ρέ­χει την πα­ρα­κά­τω πε­ρι­γρα­φή της καθη­με­ρι­νής του ζω­ής, ό­ταν δεν βρι­σκό­ταν σε εκ­στρα­τεί­α: Τις μέ­ρες της α­νά­παυ­σης α­φού ση­κω­νό­ταν και προ­σέ­φε­ρε θυ­σί­ες στους θε­ούς, α­μέσως κα­θό­ταν και έ­τρω­γε περ­νώντας την η­μέ­ρα του με το κυ­νή­γι, το γρά­ψι­μο, τις δί­κες, την τα­κτο­ποί­η­ση πο­λε­μι­κών υπο­θέ­σε­ων και το διά­βα­σμα. Αν εί­χε πο­ρεί­α ό­χι ε­πεί­γου­σα, μά­θαι­νε βα­δί­ζο­ντας εί­τε το­ξο­βο­λί­α εί­τε να α­νε­βαί­νει και να κα­τε­βαί­νει σε άρ­μα που βρι­σκό­ταν σε κί­νηση».

Συ­μπεράσματα­

Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, η δια­γωγή και ο χα­ρα­κτή­ρας του Με­γά­λου Α­λε­ξάν­δρου υ­πα­γο­ρευό­ταν από τρεις δια­φο­ρε­τι­κές κα­τη­γο­ρί­ες γε­γο­νό­των, που η κα­θε­μιά τους α­ντι­στοι­χού­σε σε ο­ρι­σμέ­νες φυ­σι­κές του κλί­σεις.

Πρώ­τα απ’ όλα ή­ταν, προς με­γά­λη του ευ­χαρί­στη­ση, ο α­πλός στρα­τιώ­της της τρα­χιάς Μα­κε­δο­νί­ας, ο αρ­χη­γός της μά­νας των ρι­ψο­κίν­δυ­νων ε­ταί­ρων, γε­μά­τος πο­λε­μι­κά τραύ­μα­τα, η­λιο­ψη­μέ­νος α­πό τους και­ρούς, έ­νας άν­θρω­πος που δού­λευε σκλη­ρά κι έ­πι­νε πο­λύ, προ­σι­τός σε ό­λους, δη­μο­κρά­της, πραγ­μα­τι­κά κα­λός για τους φί­λους και ά­γριος για τους εχθρούς του.

Έ­πει­τα ή­ταν η­γε­μό­νας της Α­σί­ας, βα­σι­λιάς της Βα­βυ­λώ­νας, Φα­ρα­ώ της Αι­γύ­πτου, γιος του Άμ­μω­να Δί­α και θρή­σκος. Τέ­λος ή­ταν ο Αρ­χι­στρά­τη­γος των Ελ­λή­νων, έ­νας Έλ­λη­νας καλ­λιερ­γη­μέ­νος, μορ­φω­μέ­νος, η­ρω­ι­κός με ο­μη­ρι­κό τρό­πο, ε­ρα­στής του κά­θε πράγ­μα­τος που α­ντι­προ­σώ­πευε την Α­θή­να, πνεύ­μα ευ­ρύ, λο­γι­κό και δι­πλω­μα­τι­κό.

Ο Μέ­γας Α­λέ­ξαν­δρος δεν πε­ριο­ρί­στη­κε στο να υ­πο­τά­ξει μό­νο τους αρχαί­ους λα­ούς που κυ­ρί­ε­ψε τις χώ­ρεςτους και να γίνει κα­τα­κτη­τής και τύ­ραν­νος, αλ­λά ε­ξόρ­μη­σε στην Α­να­το­λή για να τι­μω­ρή­σει τους με­γά­λους ε­χθρούς του Ελ­λη­νι­σμού, τους Πέρ­σες, α­πε­λευ­θε­ρώ­νο­ντας συγ­χρό­νως τους λα­ούς α­πό τους διά­φο­ρους τυ­ράν­νους που τους κυ­βερ­νού­σαν και τους κα­ταδυ­νά­στευαν. Τους έ­μα­θε έ­να νέ­ο τρό­πο ζω­ής με σε­βα­σμό στα δι­καιώ­μα­τα του κά­θε πο­λί­τη.

ΒΙ­ΒΛΙΟ­ΓΡΑ­ΦΙΑ
 Ο Μέ­γας Α­λέ­ξαν­δρος και η Ελ­λη­νι­στι­κή Αυτο­κρα­το­ρί­α βι­βλιο­θή­κη Ελ­λή­νων και ξέ­νων συγ­γρα­φέ­ων, τό­μοι 81
– 82. Με­τά­φρα­ση Α­λε­ξάν­δρου Κο­τζιά, εκ­δό­σεις Γα­λα­ξί­α, Α­θή­να 1963.
 Μέ­γας Α­λέ­ξαν­δρος ARTHUR WEIGALL, εκ­δό­σεις Πέλ­λα Με­τά­φρα­ση, Σταύ­ρου Κα­μπουρί­δη, Α­θή­να.
 Μα­κε­δό­νες Πο­λέ­μαρ­χοι Συ­μπο­λε­μι­στές του Α­λέξαν­δρου, Ι. Τσι­μπου­κί­δης, εκ­δό­σεις Κα­λέ­ντης, Α­θή­να.
 Μέ­γας Α­λέ­ξαν­δρος και Ιού­λιος Καί­σαρ, βι­βλιο­θή­κη με­ταφρά­σε­ων Αρ­χαί­ων Ελ­λή­νων συγ­γρα­φέ­ων, Α­θή­να 1932.
 Ι­στο­ρί­α του Ελ­λη­νι­κού Έ­θνους, Τό­μος Δ’ Εκδο­τι­κή Α­θη­νών.
 Η πλα­στο­γρά­φη­ση της ι­στο­ρί­ας της Μα­κε­δονί­ας, Νι­κο­λά­ου Μάρ­τη Ευ­ρω­εκ­δο­τι­κή, Α­θή­να.
 Μα­κε­δο­νί­α, Μα­κε­δο­νι­κός Α­γώ­νας, Κ. Δού­φλια.
 J.F.C. FULLER, Η ι­διο­φυ­ής Στρα­τη­γι­κή του Μεγ. Α­λε­ξάν­δρου, Με­τά­φρα­ση Κ. Κο­λιό­που­λος εκ­δό­σεις Ποιό­τη­τα.
 Ο Φί­λιπ­πος Β’, ο Μέ­γας Α­λέ­ξαν­δρος και η Μεγά­λη Ι­δέ­α του Ελ­λη­νι­σμού της αρ­χαιότη­τας, Α­ΤΕbank, εκ­δό­σεις
Α­πο­γευ­ματι­νήΒΙ­ΒΛΙΟ­ΓΡΑ­ΦΙΑ
 Ο Μέ­γας Α­λέ­ξαν­δρος και η Ελ­λη­νι­στι­κή Αυτο­κρα­το­ρί­α βι­βλιο­θή­κη Ελ­λή­νων και ξέ­νων συγ­γρα­φέ­ων, τό­μοι 81
– 82. Με­τά­φρα­ση Α­λε­ξάν­δρου Κο­τζιά, εκ­δό­σεις Γα­λα­ξί­α, Α­θή­να 1963.
 Μέ­γας Α­λέ­ξαν­δρος ARTHUR WEIGALL, εκ­δό­σεις Πέλ­λα Με­τά­φρα­ση, Σταύ­ρου Κα­μπουρί­δη, Α­θή­να.
 Μα­κε­δό­νες Πο­λέ­μαρ­χοι Συ­μπο­λε­μι­στές του Α­λέξαν­δρου, Ι. Τσι­μπου­κί­δης, εκ­δό­σεις Κα­λέ­ντης, Α­θή­να.
 Μέ­γας Α­λέ­ξαν­δρος και Ιού­λιος Καί­σαρ, βι­βλιο­θή­κη με­ταφρά­σε­ων Αρ­χαί­ων Ελ­λή­νων συγ­γρα­φέ­ων, Α­θή­να 1932.
 Ι­στο­ρί­α του Ελ­λη­νι­κού Έ­θνους, Τό­μος Δ’ Εκδο­τι­κή Α­θη­νών.
 Η πλα­στο­γρά­φη­ση της ι­στο­ρί­ας της Μα­κε­δονί­ας, Νι­κο­λά­ου Μάρ­τη Ευ­ρω­εκ­δο­τι­κή, Α­θή­να.
 Μα­κε­δο­νί­α, Μα­κε­δο­νι­κός Α­γώ­νας, Κ. Δού­φλια.
 J.F.C. FULLER, Η ι­διο­φυ­ής Στρα­τη­γι­κή του Μεγ. Α­λε­ξάν­δρου, Με­τά­φρα­ση Κ. Κο­λιό­που­λος εκ­δό­σεις Ποιό­τη­τα.
 Ο Φί­λιπ­πος Β’, ο Μέ­γας Α­λέ­ξαν­δρος και η Μεγά­λη Ι­δέ­α του Ελ­λη­νι­σμού της αρ­χαιότη­τας, Α­ΤΕbank, εκ­δό­σεις
Α­πο­γευ­ματι­νή

Αντιγραφή Μέλια. για το ιστολόγιο Αβέρωφ

Πηγή: ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ (pdf)

Εικόνα: «Ο Μέγας Αλέξανδρος» έργο του Rembrandt από: virtualrm.spb.ru  

Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο Αβέρωφ

Advertisements
This entry was posted in ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΣ, ΙΣΤΟΡΙΑ and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s