Ο «Παληοκοινωνίας» του Συντάγματος

Του Στέφανου Μίλεση

Συμβαίνει πολλές φορές στη σημερινή εποχή να χρησιμοποιούμε λέξεις ή εκφράσεις στην καθημερινότητά μας, τελείως ασυναίσθητα και αυθόρμητα, χωρίς φυσικά να σκεφτόμαστε την όποια ιστορία πιθανό να κρύβεται πίσω τους.

Μια τέτοια λέξη είναι και η γνωστή σε όλους μας «παλιοκοινωνία» που χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον στο παρελθόν από τους ρεμπέτες σε στίχους τραγουδιών όπως η γνωστή σε όλους μας έκφραση «παλιοκοινωνία ψεύτρα». Αν ανατρέξουμε σε μερικούς μόνο τέτοιους στίχους, ενδεικτικά συναντούμε το «παλιοζωή, ψεύτη ντουνιά και παλιοκοινωνία» του Γιώργου Ξηντάρη, την «παλιοκοινωνία» του Μητσάκη, την «βρε παλιοκοινωνία» του Γρηγόρη Μπιθικώτση, το «παλιοζωή, παλιόκοσμε και παλιοκοινωνία ούτε στιγμή δεν έζησα με δίχως αγωνία» από την Βίκυ Μοσχολιού και πολλές άλλες «παλιοκοινωνίες» να κοσμούν στίχους παλαιών ή πιο σύγχρονων λαϊκών τραγουδιών για να ομορφαίνουν τη δική μας παλιοκοινωνία στην οποία κινούμαστε σήμερα. Όμως εμείς θα παρουσιάσουμε μια ιστορία πολύ παλαιότερη «παλιοκοινωνίας» προγενέστερη από τις «παλιοκοινωνίες» των ρεμπέτικων.

Πρόκειται για έναν άνδρα που έζησε στα τέλη του 19ου αιώνα, ο γνωστός στην εποχή του ως «παλιοκοινωνίας» ή καλύτερα «παληοκοινωνίας» κατά τον τρόπο γραφής της εποχής εκείνης.

Για τον άνδρα αυτόν, τον «Παληοκοινωνία» έγραψε στην εφημερίδα «ΠΑΤΡΙΣ» στις 14 Σεπτεμβρίου του 1908, ο σπουδαίος ακαδημαϊκός Σπύρος Μελάς, που μπορεί να ήταν γεννημένος στη Ναύπακτο, έζησε ωστόσο για πολλά χρόνια στον Πειραιά, γινόμενος περισσότερο «Πειραιώτης» και από εκείνους που είχαν γεννηθεί Πειραιώτες, περιγράφοντας ολοζώντανα μέσα από τα χρονογραφήματά του την πόλη και τους ανθρώπους της. Ο Μελάς υπήρξε παιδί ενός Πταισματοδίκη του οποίου η μετάθεση έτυχε να είναι στον Πειραιά. Έτσι ο Μελάς μεγάλωσε σε μια ατμόσφαιρα στην οποία γνώρισε μεγάλες δυσκολίες από τα παιδικά του χρόνια κερδίζοντας το ψωμί του σε ένα κατάστημα όπου πωλούσαν έτοιμα ρούχα για εργάτες. Ζώντας από κοντά τη μιζέρια όταν του πρότειναν να γράψει μια ιστορία για την πόλη του, γράφει τους «Μαύρους ανθρώπους» εννοώντας τους εργάτες του Πειραιά. Τα άρθρα που στέλνει στην εφημερίδα «Ακρόπολις» είναι γεμάτα από εικόνες του δρόμου του Πειραιά. Διόλου απίθανο λοιπόν και το Σύνταγμα στρατού το οποίο αναφέρει ο Μελάς στην ιστορία του στην οποία πρωταγωνιστεί ο «Παληοκοινωνίας» να είναι το 34ο Σύνταγμα, στο οποίο υπηρετούσαν όλοι οι Πειραιώτες και είχε ως έδρα του το Κουτσικάρι, το σημερινό δηλαδή Κορυδαλλό.

Ο «Παληοκοινωνίας» ήταν ένας Επιλοχίας που για πολλά χρόνια αγωνιζόταν να γίνει Ανθυπασπιστής έχοντας παραμείνει στάσιμος στην ιεραρχία των υπαξιωματικών και θα εξηγήσουμε το γιατί. Ως άνθρωπος ήταν γενναίος, τίμιος και αγαθός σε υπέρμετρο βαθμό. Αν και ήταν ακέραιος χαρακτήρας και πιστός στρατιώτης, είχε γνωρίσει πολλές πίκρες είχε υποστεί άδικες και παράλογες ποινές, ενώ ως προς τις προαγωγές του είχε μείνει στάσιμος, κάνοντας 23 ολόκληρα έτη για να διανύσει την ιεραρχία των υπαξιωματικών συμπεριλαμβανομένου και του βαθμού του Επιλοχία από όπου θα αποκτούσε στη συνέχεια το βαθμό του Ανθυπασπιστή, καθώς τη δεκαετία του 1890 στην οποία αναφερόμαστε δεν υπήρχε ακόμα ο βαθμός του Αρχιλοχία.

Και ο λόγος φυσικά που είχε κολλήσει στην ιεραρχία ήταν η έλλειψη μέσου που απαιτείτο ώστε να προαχθεί ανεμπόδιστα! Καθώς τα πολιτικά πάθη ήταν έντονα σε κάθε εποχή της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, κάθε παράταξη όταν έφτανε στην εξουσία προωθούσε τους «δικούς της ανθρώπους» σε όλο το φάσμα του δημόσιου βίου και φυσικά και μέσα στον στρατό. Και ο δύστυχος εκείνος υπαξιωματικός, καθώς ήταν ανένταχτος, έμενε στο περιθώριο με όποια κυβέρνηση και αν ανέβαινε!

Ωστόσο, εκείνος καθώς ήταν, όπως ήδη αναφέραμε, υπέρμετρα αγαθός, πίστευε ότι όλα τα υπέφερε εξαιτίας της «παληοκοινωνίας»! Πίστευε δηλαδή ότι υπήρχε μια αόρατη συνομωσία εναντίον του, την οποία καθώς δεν μπορούσε να προσδιορίσει, περιληπτικά την τοποθετούσε μέσα σε μια κουβέντα που διαρκώς επαναλάμβανε που ήταν η «Παληοκοινωνία…». Έτσι δεν άργησε από τα πρώτα χρόνια της θητείας του να αποκτήσει τον χαρακτηρισμό ως ο «Παληοκοινωνίας».

Κι όταν έβγαιναν τα αποτελέσματα των προαγωγών για τον βαθμό του «Ανθυπασπιστή» έτρεχε πρώτος να δει τον πίνακα των προαγωγών που φυσικά δεν εμπεριείχε το όνομά του κι έτσι ο «Παληοκοινωνίας» παρέμενε στο βαθμό του Επιλοχία για μια φορά ακόμα Και τότε κατέβαινε στο κέντρο του Πειραιά για να βρει να μεθύσει μουρμουρίζοντας ακατάπαυστα:

– Παληοκοινωνία! Ούτε φέτος στον Πίνακα… Παληοκοινωνία!

Έφτασε να λάβει μέρος και στον πόλεμο του 1897, όντας πλέον σίγουρος για την προαγωγή του, η οποία παρόλα αυτά δεν ερχόταν. Προβιβάζονταν «εκ των ανδραγαθησάντων» νεώτεροι από αυτόν υπαξιωματικοί, οι οποίοι όμως μαζί με το πιστοποιητικό της ανδρείας τους προσέφεραν και ένα γράμμα του Βουλευτή τους. Ο «Παληοκοινωνίας» έμεινε λοιπόν Επιλοχίας και μετά τον πόλεμο του 1897 συνεχίζοντας να βάλει εναντίον του αόρατου εχθρού, της «παληοκοινωνίας», που του είχε γίνει ένα διαρκές και μόνιμο παραλήρημα.

Ο αναφερόμενος Επιλοχίας όμως, έφτασε κάποια στιγμή να προβιβαστεί. Ένα πρωινό στο προαύλιο του Συντάγματος έκανε την εμφάνισή του με την καινούργια στολή του Ανθυπασπιστού, σκηνή που ο ίδιος ο Μελάς είδε με τα μάτια του, καθώς τότε έτυχε να βρίσκεται στις τελευταίες ημέρες της θητείας του, λίγο πριν λάβει το απολυτήριό του. Ένα χρόνο αργότερα πέρασε από το στρατόπεδο για να μάθει τα νέα του. Τότε ο Μελάς με λύπη πληροφορήθηκε ότι μαζί με την προαγωγή του «Παληοκοινωνία» ακολούθησε και η αποστρατεία του! Είχε προαχθεί για να απολυθεί!

Και ότι η τελευταία του φράση που είπε ο «Παληοκοινωνίας» όταν έφευγε από το σύνταγμα, εξερχόμενος από τη μάνδρα μέσα στην οποία είχε ζήσει ολόκληρη τη ζωή του ήταν:

– «Παληοκοινωνία του διαόλου! Μπήκα δω μέσα παλληκάρι και βγαίνω σαράβαλο».  Πηγή

Advertisements
This entry was posted in ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ and tagged , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.