Μπορεί να επιβιώσει η Ελλάδα χωρίς τη μεσαία τάξη;

Γράφει ο Επαμεινώνδας Ε. Πανάς, συντ. Καθηγητής Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Πριν από την οικονομική κρίση, διάχυτη ήταν η αίσθηση ότι επιδίωξη των καταναλωτών ήταν η βελτίωση της κοινωνικής τους θέσης μέσω της άκρατης κατανάλωσης υλικών αγαθών (πολυτελή αυτοκίνητα, μεζονέτες, ακριβά και επώνυμα είδη ένδυσης κλπ.).

Όμως, αυτή η ναρκισσιστική αντίληψη τελικά δεν έκανε τους Έλληνες καταναλωτές ευτυχισμένους. Αυτό σημαίνει ότι πριν από την οικονομική κρίση τα νοικοκυριά ακολουθούσαν κάποια καταναλωτική τάση που δεν ασκούσε μεγάλο έλεγχο στην καταναλωτική τους ζωή. Η οικονομική κρίση μπορεί να θεωρηθεί ότι έδωσε τέλος στην ανεξέλεγκτη ζωή των πολιτών.

Ασφαλώς, και η οικονομική κρίση, που διέρχεται εδώ και μια επταετία η χώρα μας, άλλαξε την καταναλωτική συμπεριφορά των περισσότερων πολιτών, καθιστώντας τους περισσότερο “υπεύθυνους”. Η καταναλωτική συμπεριφορά εξαρτάται από το διαθέσιμο εισόδημά του και τη δυνατότητα πρόσβασης των πολιτών σε αγαθά και υπηρεσίες προκειμένου να ικανοποιήσουν τις υλικές και πολιτιστικές τους ανάγκες.

Είναι γεγονός ότι σε διαφορετικές περιόδους της κοινωνικοοικονομικής ανάπτυξης, οι καταναλωτές επιδεικνύουν και διαφορετικά πρότυπα συμπεριφοράς.

Οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης εμφανίζονται έντονα στην πραγματική οικονομία, με αποτέλεσμα τη συνεχή αύξηση της ανεργίας, το φόβο για την απώλεια της εργασίας, τη δυσκολία εύρεσης απασχόλησης και τις μειώσεις των μισθών και των συντάξεων. Αυτές οι συνεχιζόμενες μειώσεις των μισθών και των συντάξεων επηρεάζουν σημαντικά την κατανάλωση, επηρεάζοντας παράλληλα τις προσδοκίες των καταναλωτών για τη μελλοντική κατανάλωση και γενικότερα την εμπιστοσύνη τους προς την πολιτεία.

Ένα ερώτημα που τίθεται τώρα είναι το πώς ζουν σε καιρό κρίσης τα ελληνικά νοικοκυριά; Άλλαξε η οικονομική κρίση το καταναλωτικό πρότυπο;

Απάντηση στο ερώτημα αυτό μπορούμε να δώσουμε με το επιχείρημα: το σημερινό διαθέσιμο εισόδημα, η ακρίβεια μαζί με την αβεβαιότητα για το μέλλον, με μεγάλη πιθανότητα άλλαξε το καταναλωτικό πρότυπο. Όμως, είναι σημαντικό μέσω στατιστικών δεδομένων να παρατηρήσουμε αν πραγματικά άλλαξε αυτό το πρότυπο, καθώς και ποια στοιχεία επηρέασαν τα νοικοκυριά και τους καταναλωτές.

Για το σκοπό αυτό θα χρησιμοποιήσουμε την Έρευνα των Οικογενειακών Προϋπολογισμών.

Ασφαλώς, οι μειώσεις στους μισθούς και στις συντάξεις επιφέρουν σημαντική μείωση στην αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Το αποτέλεσμα είναι, τα νοικοκυριά που βιώνουν αυτή τη συνεχιζόμενη κρίση, να αλλάζουν τα καταναλωτικά τους πρότυπα καθώς και τα πρότυπα της καταναλωτικής διατροφικής τους συμπεριφοράς.

Η δειγματοληπτική Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών (ΕΟΠ) που πραγματοποιεί η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ), παρουσιάζει μέσω των στατιστικών της στοιχείων την κατάσταση στην Ελλάδα σχετικά με τα καταναλωτικά πρότυπα των ελληνικών νοικοκυριών.

Οι έρευνες των οικογενειακών προϋπολογισμών, παρέχουν ένα πλούτο στατιστικών δεδομένων για τη διερεύνηση οικονομικών και κοινωνικών φαινομένων που αφορούν στις καταναλωτικές δαπάνες των νοικοκυριών, στα εισοδήματά τους, στα διαρκή καταναλωτικά τους αγαθά (οικιακές συσκευές, ΙΧ αυτοκίνητα), στις ανέσεις κατοικίας, στα δημογραφικά χαρακτηριστικά, στην επαγγελματική τους κατάσταση, στο επίπεδο εκπαίδευσής τους και άλλα.

Σημειώνουμε εδώ ότι η βασική μονάδα έρευνας και ανάλυσης των ερευνών οικογενειακών προϋπολογισμών είναι το νοικοκυριό που αποτελείται από ένα ή περισσότερα μέλη που έχουν ως σημείο αναφοράς τις κοινές δαπάνες.

Σύμφωνα με την Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών του έτους 2015, η μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών διαμορφώθηκε στα 1.419,57 ευρώ.

Στον Πίνακα 1 δίνονται τα στατιστικά στοιχεία.

Πίνακας 1: Μέση μηνιαία δαπάνη (αγορές, τρέχουσες τιμές), κατά τύπο νοικοκυριού: ΕΟΠ 2015

Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ

Παρατηρούμε ότι τα νοικοκυριά με ένα άτομο μόνο, ηλικίας 65 ετών και άνω έχουν λιγότερες δαπάνες κατά

Επίσης, από τον Πίνακα 1 προκύπτει ότι τα νοικοκυριά με ένα ζευγάρι έχουν λιγότερες δαπάνες κατά 11,5% από τη μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών.

Ποια είναι όμως η εξέλιξη της μέσης μηνιαίας δαπάνης των νοικοκυριών, από το 2009 μέχρι το 2015; Την απάντηση στο ερώτημα αυτό δίνει το πιο κάτω Γράφημα 1:

Γράφημα 1: Μέση Μηνιαία Δαπάνη των Νοικοκυριών

Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ

Όπως φαίνεται από το Γράφημα 1, οι καταναλωτικές δαπάνες των νοικοκυριών της χώρας έχουν καταγράψει μείωση 2,8%, το 2015, σε σύγκριση με το 2014, λόγω της συνεχιζόμενης οικονομικής κρίσης.

Να σημειωθεί, ότι σύμφωνα με την έρευνα οικογενειακών προϋπολογισμών του έτους 2015, το μεγαλύτερο μερίδιο των δαπανών του μέσου προϋπολογισμού των νοικοκυριών, αφορά στα είδη διατροφής (20,7%), ακολουθούν η στέγαση (13,3%) και ακολουθούν οι μεταφορές (12,8%).

Σε Ελλάδα, Ιταλία και Βουλγαρία, το σχετικά μεγαλύτερο μερίδιο των δαπανών του μέσου προϋπολογισμού των νοικοκυριών αφορά στα είδη διατροφής. Ενώ τα καταναλωτικά πρότυπα Δανίας, Ισπανίας και Νορβηγίας, καταγράφουν ως υψηλότερες τις δαπάνες για στέγαση.

Παρατηρούμε ότι στην Ευρώπη διαφέρουν τα καταναλωτικά πρότυπα.

Η οικονομική κρίση στη χώρα μας, έχει ως αποτέλεσμα τον επηρεασμό των καταναλωτικών προτύπων. Ασφαλώς η οικονομική κρίση έχει επίσης σημαντικές επιπτώσεις στην οικογένεια και στους οικογενειακούς δεσμούς. Τα στατιστικά δεδομένα των οικογενειακών προϋπολογισμών των Ελληνικών νοικοκυριών, αποτυπώνουν τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν αυτά στην καθημερινότητά τους.

Όλα τα παραπάνω περί της αλλαγής του καταναλωτικού προτύπου στη χώρα μας, αναδεικνύουν και τη συρρίκνωση της «μεσαίας τάξης». Όμως, στις κοινωνίες που η μεσαία τάξη είναι ισχυρή, υπάρχει ισορροπία ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς. Όσο θα μειώνεται η μεσαία τάξη στην Ελλάδα τόσο θα αυξάνεται παράλληλα και η δύναμη των λαϊκιστικών κομμάτων.  Πηγή

Advertisements
This entry was posted in ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΣ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ and tagged , , , , , , . Bookmark the permalink.