Η παράξενη ιστορία του πρώτου ανδριάντα του Καραϊσκάκη στην ομώνυμη πλατεία του Πειραιά.

Του Στέφανου Μίλεση

Στις 7 Μαΐου του 1895 τελούνται τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του Γεωργίου Καραϊσκάκη, συνοδευόμενα από παράλληλη μετονομασία της Πλατείας, από Πλατεία Απόλλωνος που μέχρι τότε καλείτο, σε Πλατεία Καραϊσκάκη. Φυσικά αναφερόμαστε στη γνωστή σήμερα Πλατεία Καραϊσκάκη που δεσπόζει στην παράλια ζώνη του εμπορικού μας λιμένα. Ωστόσο να διευκρινίσουμε ότι δεν πρόκειται για τον έφιππο ανδριάντα του Καραϊσκάκη που υπάρχει σήμερα στην ομώνυμη Πλατεία, που είναι φιλοτεχνημένος τη δεκαετία του 1960, αλλά σε έναν πολύ παλαιότερο που βρισκόταν στην ίδια ακριβώς θέση με τον σημερινό.

Τα αποκαλυπτήρια εκείνου του πρώτου ανδριάντα συνοδεύονταν και από έναν γενικό εξωραϊσμό της Πλατείας που μέχρι τότε, μπορεί να έφερε επίσημα την ονομασία «Πλατεία Απόλλωνος», αλλά οι Πειραιώτες την αποκαλούσαν μεταξύ τους «Πλατεία Τζελέπη» από το όνομα της γειτονικής προς αυτήν ακτής.

Η Πλατεία Απόλλωνος λοιπόν, την 7η Μαΐου του 1895 έλαβε την ονομασία Πλατεία Καραϊσκάκη, που διατηρεί μέχρι σήμερα, αλλά που τότε θεωρείτο πολύ σημαντική καθώς αποτελούσε τη βιτρίνα της πόλης για όσους έφταναν με πλοία στο λιμάνι. Η Πλατεία Καραϊσκάκη ήταν κοντά στην βασιλική αποβάθρα, κοντά στο Ωρολόγιο και Δημαρχείο του Πειραιά και περίπου στο κέντρο του πειραϊκού λιμένα. Συνεπώς ήταν πρώτη ορατή πλατεία σε όσους έφταναν με πλοία στον Πειραιά. Όλη αυτή η παράλια ζώνη αποτελούσε την πύλη εισόδου και εξόδου των ξένων βασιλέων και επισήμων στην Ελλάδα, αφού όλες οι μετακινήσεις τους γίνονταν μόνο με πλοία.

Η μετονομασία της πλατείας, σε Καραϊσκάκη, η τοποθέτηση ανδριάντα του ήρωα στο κέντρο και ο εξωραϊσμός της ήταν έργα του Θεόδωρου Ρετσίνα που είχαν να κάνουν με την γενικότερη προετοιμασία της πόλης για τους επικείμενους Ολυμπιακούς Αγώνες, που είχαν οριστεί να γίνουν έναν περίπου χρόνο αργότερα, το Μάρτιο του 1896, στους οποίους ο Πειραιάς θα λάμβανε ενεργή συμμετοχή με την διεξαγωγή αγωνισμάτων στην περιφέρειά του.

Στις 15.30’ εκείνης της κυριακάτικης ημέρας του Μαΐου του 1895, ο Δήμαρχος Πειραιά Θεόδωρος Ρετσίνας μαζί με το Δημοτικό Συμβούλιο μετέβη στον σιδηροδρομικό σταθμό (τον μετέπειτα «Ηλεκτρικό») όπου υποδέχθηκε τον Βασιλιά Γεώργιο Α’ και την βασιλική οικογένεια, τον Πρωθυπουργό Χαρίλαο Τρικούπη καθώς και τους υπόλοιπους επισήμους που θα τιμούσαν με την παρουσία τους την εκδήλωση. Φυσικά στο κέντρο του ενδιαφέροντος βρισκόταν ο γιος του στρατάρχη της Ρούμελης, ο Σπύρος Καραϊσκάκης ο οποίος προσήλθε στην εκδήλωση φορώντας την επίσημη στολή του στρατηγού και συνοδευόμενος από την κόρη του. Όλοι μαζί βάδισαν εν πομπή μέχρι την πλατεία όπου κάθισαν σε μια ειδική ξύλινη εξέδρα που είχε στηθεί για την περίσταση, απέναντι από τον ανδριάντα ο οποίος φυσικά ακόμα δεν ήταν ορατός αφού ήταν σκεπασμένος με μια Ελληνική Σημαία, στερεωμένη κυανόλευκες ταινίες για να μην την σηκώσει ο άνεμος και γίνουν τα αποκαλυπτήρια πριν από την ώρα τους.

Ο Βασιλιάς Γεώργιος Α’ ήταν εκείνος που προχώρησε στα αποκαλυπτήρια του αγάλματος σύροντας τις ταινίες και κάνοντας ορατό το φιλοτεχνημένο άγαλμα, λέγοντας τα εξής:
«Αποκαλύπτων σήμερον το άγαλμα του μεγάλου της Στερεάς Στρατάρχου Καραϊσκάκη, εύχομαι όπως η ένδοξος αυτού μνήμη είναι αιώνιος εις τας παρούσας και τας μελλούσας γενεάς».

Η φιλαρμονική του Δήμου άρχισε αμέσως να παιανίζει εμβατήριο που είχε συνθέσει ειδικά για την περίσταση ο αρχιμουσικός της, που τότε ήταν ο σπουδαίος Σπυρίδων Καίσαρης. Και ενώ κλήθηκε ο ποιητής Γεώργιος Στρατήγης να απαγγείλει στη συνέχεια ποίημα αφιερωμένο στον ήρωα της εθνικής μας παλιγγενεσίας, θόρυβος μεγάλος επικρατούσε ανάμεσα στον κόσμο, τόσο δυνατός ώστε η απαγγελία του να καταστεί πραγματικό βάσανο για τον ποιητή της Φρεαττύδας.

Και αυτός ο θόρυβος οφειλόταν στο ότι εκείνος ο πρώτος ανδριάντας του Γεωργίου Καραϊσκάκη, μικρά ομοιότητα φαίνεται ότι είχε προς τον ένδοξο στρατηλάτη. Η Βασίλισσα Όλγα για να δικαιολογήσει την αμηχανία που προς στιγμή επικράτησε, είπε ότι ίσως τον αναπαριστά σε μικρότερη ηλικία. Ωστόσο οι παριστάμενοι την ώρα της εκδήλωσης θορυβημένοι από την έλλειψη ομοιότητας του ανδριάντα προς την πραγματική μορφή του ήρωα, μιλούσαν μεταξύ τους, άλλοι γελούσαν ενώ κάποιοι δεν δίστασαν να διαμαρτυρηθούν και δυνατά με τον κίνδυνο να χαρακτηρισθούν ασεβείς προς την εκδήλωση μνήμης και απόδοσης τιμής που όφειλε να επικρατεί σε μια ανάλογη τελετή.

Ο ανδριάντας που αποκαλύφτηκε μπρος τα μάτια του πλήθους, δεν ήταν ότι φυσιογνωμικά μόνο δεν έμοιαζε στον Καραϊσκάκη, αλλά και γενικότερα η στάση του σώματός του ελάχιστα προσέγγιζε τον ήρωα!

Πάνω και κάτω: Η Πλατεία Καραϊσκάκη στις αρχές του 20ου αιώνα.

Η φουστανέλα που έφερε ο «άγνωστος» που παρίστανε τον Καραϊσκάκη στον ανδριάντα, ήταν τελείως παράταιρη και ξένη σα να την φορούσε κάποιος αλλοδαπός φιλέλληνας. Η στάση των χεριών ήταν λανθασμένη, καθώς αντί να κρατούν σπαθί ή ντουφέκι, έστεκαν ανοιχτά όπως ακριβώς τα κρατά ένας ρήτορας ή ένας ποιητής όταν απαγγέλλει ποίημα. Μια μπέρτα κάλυπτε τους ώμους του και έπεφτε μέχρι κάτω στα πόδια του, κάνοντάς τον να ομοιάζει περισσότερο με αρχαίο φιλόσοφο και λιγότερο με ήρωα της επανάστασης. Ο γιος του Καραϊσκάκη κλήθηκε μετά το πέρας της εκδήλωσης να μετριάσει τις αντιδράσεις κάνοντας σχετική δήλωση που λίγο ή πολύ έλεγε ότι ο ανδριάντας έμοιαζε πραγματικά με τον πατέρα του. Όμως οι συζητήσεις και οι αντιδράσεις του κόσμου δεν μετρίαζαν ούτε με τέτοιες κατευναστικές δηλώσεις. Παρατηρώντας κάποιος τη στάση του φιλοτεχνημένου ανδριάντα του Καραϊσκάκη του 1895 με το δεξί χέρι μπροστά και αριστερό πόδι σε θέση «ανάπαυσης», βρίσκει απόλυτη ομοιότητα με τον ανδριάντα του Λόρδου Βύρωνα που βρίσκεται στο Μεσολόγγι. Είναι δηλαδή ορατή η «ποιητική» στάση και διάθεση ενός ανδριάντα που υποτίθεται ότι αναπαριστά τον Καραϊσκάκη.

Παρατηρώντας κάποιος τη στάση του φιλοτεχνημένου ανδριάντα του Καραϊσκάκη του 1895 με το δεξί χέρι μπροστά και αριστερό πόδι σε θέση «ανάπαυσης», βρίσκει απόλυτη ομοιότητα με τον ανδριάντα του Λόρδου Βύρωνα που βρίσκεται στο Μεσολόγγι.

Το θόρυβο που δημιουργήθηκε γύρω από το άγαλμα του Καραϊσκάκη και την ομοιότητά του ή μη περί του ήρωα, ανέλαβε να υπερασπιστεί με μια επιστολή του ο γνωστός στην εποχή του γλύπτης Λάζαρος Φυτάλης, ο οποίος απέστειλε στις 12 Μαΐου του ίδιου έτους μια επιστολή που δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες, με την οποία έκανε γνωστό, ότι ο ανδριάντας φιλοτεχνήθηκε από τον αδελφό του Γεώργιο Φυτάλη.

Ο Λάζαρος Φυτάλης υπερασπίσθηκε τον αδελφό του -ο οποίος στο μεταξύ είχε πεθάνει- λέγοντας ότι όντως ο ανδριάντας δεν κατασκευάστηκε λόγω παραγγελίας από τον Δήμο Πειραιά, αλλά χρόνια νωρίτερα, το 1867 προκειμένου να συμμετάσχει ο αδελφός του στην Έκθεση των Παρισίων. Επειδή όμως δεν έγινε αυτό λόγω καθυστερημένης αιτήσεως, ο ανδριάντας είχε μείνει στο εργαστήριο. Εικοσιοκτώ χρόνια χρειάστηκε να περάσουν από όταν φιλοτεχνήθηκε ο ανδριάντας, όταν ο Δήμος Πειραιώς έκρινε ότι ήταν κατάλληλος να στηθεί στην πλατεία. Ο Λάζαρος Φυτάλης υπερασπιζόμενος την ομοιότητα του ανδριάντα με τον ήρωα, είπε ότι οι απεικονίσεις του ήρωα που κυκλοφορούν είναι λανθασμένες διότι τον αναπαριστούν μεγάλο στην ηλικία ενώ ο Καραϊσκάκης πέθανε μόλις 45 ετών και κατά συνέπεια αυτές θα πρέπει να αποσυρθούν από την κυκλοφορία και όχι ο ανδριάντας του αδελφού του. (*: το κείμενο της επιστολής βρίσκεται στο τέλος του άρθρου)

Ωστόσο σε ένα άρθρο της εφημερίδας «ΕΜΠΡΟΣ» του 1908 αναφέρεται ότι ο γλύπτης Γεώργιος Φυτάλης φιλοτέχνησε έναν άγνωστο νεαρό αγωνιστή. Ο γλύπτης όμως πέθανε και η οικογένεια του στην συνέχεια με γνωριμίες που είχε στον Δήμο Πειραιώς πώλησε το ανώνυμο γλυπτό, στο οποίο μπήκε επιγραφή ότι είναι ο Γεώργιος Καραϊσκάκης. Άλλες φήμες έλεγαν ότι ο ανδριάντας αναπαριστούσε τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, ενώ πολλοί άλλοι ήρωες της επανάστασης πρωταγωνίστησαν σε εκείνες τις «ασκήσεις» ομοιότητας στις οποίες είχαν επιδοθεί μετά μανίας οι Πειραιώτες.

Τα χρόνια περνούσαν και η φήμη του συγκεκριμένου ανδριάντα εξαπλωνόταν περισσότερο στην Ελλάδα για την παράξενη ανομοιότητα με τον ήρωα που υποτίθεται ότι αναπαριστούσε. Περιηγητές και διερχόμενοι με πλοία από το λιμάνι του Πειραιά, δεν παρέλειπαν να κάνουν και μια στάση στην Πλατεία και να αποθανατιστούν φωτογραφικά έχοντας πίσω τους τον «άγνωστο» ήρωα που είχε το θράσος να υποδύεται τον Καραϊσκάκη. «Μα πώς κατάντησε ο κακομοίρης» έλεγαν οι περισσότεροι χαμογελώντας. Για αυτό και στις περισσότερες φωτογραφίες που συναντούμε μέχρι σήμερα, με φόντο το συγκεκριμένο άγαλμα, οι άνθρωποι γελούν, λες και αποθανατίζουν μια χαρούμενη στιγμή της ζωής τους.

Με το θέμα δεν θα μπορούσε να μην ασχοληθεί και ο μέγας Πειραιογράφος ο Παύλος Νιρβάνας ο οποίος χρόνια αργότερα, το 1935, αφιερώνει ένα χρονογράφημά του που φέρει τίτλο «Οι μαρμαρωμένοι ήρωες του Πειραιά», στο οποίο αποκαλύπτει την ιστορία του ανδριάντα, επιβεβαιώνοντας στην ουσία το δημοσίευμα της εφημερίδας «Εμπρός» του 1908, ότι δηλαδή ο ανδριάντας δεν προορίζονταν για τον Γεώργιο Καραϊσκάκη αλλά για κάποιον άλλον μαρμαρωμένο ήρωα. Η μεσολάβηση ενός Πειραιώτη δημοσιογράφου (τον οποίο ο Νιρβάνας δεν κατονομάζει) ο οποίος είχε συναισθηματικούς δεσμούς με την κόρη του γλύπτη, αλλά και συνάμα στενές πολιτικές σχέσεις με τον Δήμαρχο Πειραιά, τον Θεόδωρο Ρετσίνα, ήταν εκείνος που στάθηκε αιτία να στηθεί ο ανδριάντας κάποιου αγνώστου στη θέση του πιο γνωστού ίσως ήρωα της επανάστασης!

Τα βάσανα του ανδριάντα τελείωσαν όταν καταστράφηκε από μια μεγάλη πυρκαγιά που ξέσπασε στην Πλατεία στις 4 Ιανουαρίου του 1929, στις δέκα και μισή το βράδυ μιας Παρασκευής που έμεινε για πάντα χαραγμένη στην ιστορία της πόλης. Κι αυτό διότι μετά την Μικρασιατική καταστροφή του ’22, η Πλατεία είχε καλυφθεί από παραπήγματα εντός των οποίων λειτουργούσαν αυτοσχέδια παντοπωλεία, οινομαγειρεία, κουρεία, ραφεία κ.α. Όλη αυτή η κατάσταση αυθαιρεσίας είχε δημιουργήσει δυσφορία στον εμπορικό κόσμο της πόλης, που πλήρωνε ανελλιπώς τις υποχρεώσεις λειτουργίας (ενοίκια, φόρους κ.λ.π.) ενώ στην πλατεία επικρατούσε μια κατάσταση γενικού παράνομου εμπορίου. Η δυσφορία αυτή γρήγορα μεταφράστηκε σε υπόνοια ότι η πυρκαγιά προκλήθηκε από εμπρησμό.

Η πλατεία Καραϊσκάκη πριν και μετά την μετατροπή της σε κέντρο αυτοσχέδιων προσφυγικών κέντρων εμπορίου.

Γεγονός πάντως είναι ότι εξαιτίας αυτής, το έργο του ανδριάντα που είχε αναλάβει το δύσκολο έργο να υποδυθεί κάποιον που ουδέποτε υπήρξε, έλαβε οριστικό τέλος.

Παράρτημα:

*: Επιστολή του Λάζαρου Φυτάλη

«Τον ανδριάντα εποίει κατά το 1867 ο αδελφός μου Γεώργιος, όστις ήτο τότε και καθηγητής της γλυπτικής εν τω Πολυτεχνείω, με τον σκοπόν να τον στείλη εις την έκθεσιν των Παρισίων του 1867, ως και εγώ εποίουν κατά την εποχήν εκείνην πυρπολητήν του αγώνος και όστις έχει στηθεί εις την αυλήν του ανακτόρος του Διαδόχου, αλλά ατυχώς δεν επροφθάσαμεν να αποστείλωμεν.

Κατά την εποχή εκείνην έζων πολλοί συναγωνισταί του ήρως, ους και προσεκάλει ο αδελφός μου όπως δώσωσι γνώμην περί της ομοιότητας του ύψους, του χαρακτήρος κ.λ.π. και παρ΄ αυτών έμαθεν ότι ο αξιότιμος υιός του, νυν υποστράτηγος, έχει μέγιστην ομοιότητα με τον πατέρα του όν και παρεκάλεσε και ήλθεν εν τω εργαστηρίω ημών ίνα εκ του σύνεγγυς μελετήση την φυσιογνωμίαν του και ο οποίος και φωτογραφίαν του πατρός του εξ εικόνων τω έδωκε. Όθεν εκ των ανωτέρω βλέπετε ότι κατά την γνώμην των συναγωνιστών του αι εικόνες του είναι ελλιπείς και ουχί ο ανδριάς. Αλλά επειδή αι εικόνες είναι ελλιπείς, έπρεπε τάχα και ο καλλιτέχνης να μιμηθεί ούτας. Βεβαίως ανήρ ρωμαλέος, υγειούς κράσεως, ορεσίβιος και ηλικίας ουχί μεγαλειτέρας των 45 ετών, δεν είναι δυνατόν να παρασταθή ηλικιωμένος. Επειδή τον ανδριάντα δεν επρόφθασεν ο αδελφός μου να τελειοποιήση, ύτε αγοράσθη παρά του Δήμου Πειραιώς τον επεξεργάσθην εγώ και πάλιν ζητήσας την εικόνα του δια τα χαρακτηριστικά παρά του υιού του.
Μετά εξιδιασμένης υπολήψεως
Λάζαρος Φυτάλης.  Πηγή

Advertisements
This entry was posted in ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΣ, ΙΣΤΟΡΙΑ. Bookmark the permalink.