Ἐγώ, ἡ Παλλὰς Ἀθηνᾶ

Ἀποσπάσματα τῆς ὁμιλίας τοῦ Anatole France στὰ ἀποκαλυπτήρια τῆς προτομῆς τοῦ Ernest Renan (*). Ὁ Anatole France (βραβευμένος μὲ Νόμπελ Λογοτεχνίας τὸ 1921 – πραγματικὸ ὄνομα, François Anatole Thibault μέλος τῆς Γαλλικῆς Ἀκαδημίας Ἐπιστημῶν, ὑμνεῖ τὰ ἐπιτεύγματα τοῦ ἀρχαίου Ἑλληνικοῦ Πολιτισμοῦ, και της θεάς Αθηνάς.

«Εἶμαι ἡ Σοφία. Εἶναι δύσκολο γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ἀκόμη καὶ γιὰ τοὺς καλύτερους νὰ μὲ ἀναγνωρίσουν ἀμέσως, μὲ τοὺς πέπλους ποὺ μὲ σκεπάζουν καὶ γιατί, σὰν τὸν οὐρανό, εἶμαι θύελλα συνάμα καὶ γαλήνη. Ἀλλὰ ἐσύ, καλέ μου κέλτη, μὲ ἀναζήτησες πάντα καὶ κάθε φορᾷ ποὺ μὲ συνάντησες, ἔβαλες τὰ δυνατά σου, μὲ ὅλο σου τὸ πνεῦμα καὶ ὅλη τὴν καρδιά σου γιὰ νὰ μὲ ἀναγνωρίσεις.

Ὅ,τι ἔγραψες γιὰ μένα, ὢ ποιητή, εἶναι ἀληθινό (*) . Ἡ ἑλληνικὴ μεγαλοφυία μ’ ἔκανε νὰ κατεβῶ στὴ γῆ καὶ τὴν ἐγκατέλειψα ὅταν παρέδωσε τὸ πνεῦμα της. Οἱ βάρβαροι, ποὺ εἰσέβαλαν στὸν κόσμο τῆς τάξεως ποὺ ἔδωσαν οἱ νόμοι μου, ἀγνοοῦσαν τὸ μέτρο καὶ τὴν ἁρμονία. Ἡ ὀμορφιὰ τοὺς προκαλοῦσε φόβο καὶ τοὺς φαινόταν σὰν κάτι κακό. Βλέποντας πὼς ἤμουν ὄμορφη, δὲν πίστεψαν ὅτι ἤμουν ἡ Σοφία. Μ’ ἐδίωξαν. Ὅταν, σκορπίζοντας μία νύχτα δέκα αἰώνων, φάνηκε ἡ αὐγὴ τῆς Ἀναγεννήσεως, ξανακατέβηκα στὴ γῆ.

Ἐπισκέφθηκα τοὺς ἀνθρωπιστὲς καὶ τοὺς φιλόσοφους μέσα στὰ κελιά τους, ὅπου μὲ πάθος φύλαγαν στὸ βάθος τῶν συρταριῶν τους μερικὰ βιβλία, τοὺς ζωγράφους καὶ τοὺς γλύπτες στὰ ἐργαστήριά τους, ποὺ δὲν ἦταν παρὰ φτωχικὰ μαγαζάκια τεχνιτῶν. Μερικοὶ προτίμησαν νὰ καοῦν ζωντανοί, παρὰ νὰ μὲ ἀπαρνηθοῦν. Ἄλλοι, ὅπως ὁ Ἔρασμος, διέφυγαν ἀπὸ τοὺς ἠλίθιους ἀντιπάλους τους μὲ τὴν εἰρωνεία……

Ἀπὸ τότε, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ σκέψη, στὰ ἀνώτερα ἐπίπεδά της, εἶναι ἐλεύθερη, εἶμαι ἀκατάπαυστα ἀντικείμενο σεβασμοῦ τῶν ἐπιστημόνων, τῶν καλλιτεχνῶν καὶ τῶν φιλοσόφων. Ἀλλὰ ἀπὸ σένα δέχθηκα τὴν πιὸ τρυφερὴ καὶ τὴν πιὸ λιτὴ ἴσως λατρεία. Ἀπὸ σένα καὶ τὶς πιὸ ἁγνὲς καὶ γεμάτες πίστη προσευχές. Πάνω στὴν ἱερή μου Ἀκρόπολη, μπροστὰ στὸν ἐρειπωμένο Παρθενῶνα μου, μὲ χαιρέτησες μὲ τὰ ὡραιότερα λόγια ποὺ εἰπώθηκαν ποτὲ σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ποὺ οἱ μέλισσες μοῦ ἀπέθεταν τὸ μέλι τους στὰ χείλη τοῦ Σοφοκλέους καὶ τοῦ Πλάτωνος.

Οἱ ἀθάνατοι ὀφείλουν περισσότερα ἀπ’ ὅσα νομίζεται σ’ αὐτοὺς ποὺ τοὺς λατρεύουν. Τοὺς ὀφείλουν τὴ ζωή. Εἶναι κι αὐτὸ ἕνα μυστήριο στὸ ὁποῖο μυήθηκες. Οἱ θεοὶ παίρνουν τὴν τροφή τους ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους.
Τρέφονται ἀπὸ τὸν καπνὸ ποὺ ἀνεβαίνει ἀπὸ τὸ αἷμα τῶν θυσιῶν τους. Ξέρεις ὅτι αὐτὸ σημαίνει πὼς ἡ οὐσία τους ἀποτελεῖται ἀπὸ ὅλες τὶς σκέψεις καὶ ἀπ’ ὅλα τὰ αἰσθήματα τῶν ἀνθρώπων. Οἱ σπονδὲς τῶν ἀγαθῶν ἀνθρώπων τρέφουν τοὺς ἀγαθοὺς θεούς. Οἱ μαῦρες θυσίες τῆς ἄγνοιας καὶ τοῦ μίσους παχαίνουν τοὺς ἀγροίκους θεούς. Τὸ ἔχεις πεῖ: Οἱ θεοὶ δὲν εἶναι πιὸ ἀθάνατοι ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς ἀνθρώπους.

Ὑπάρχουν αὐτοὶ ποὺ ζοῦν ἀπὸ δύο χιλιάδες χρόνια, βραχύβιοι ἂν συγκριθοῦν μὲ τὰ χρόνια τῆς γῆς, ἢ ἔστω τῆς ἀνθρωπότητος, ἐλάχιστη καὶ ἀδιόρατη στιγμὴ τῆς ζωῆς τοῦ σύμπαντος. Σὲ δύο χιλιάδες χρόνια, οἱ φλογεροὶ ἥλιοι ποὺ ἐκτοξεύονται στὸ διάστημα, δὲν φαίνονται κάν νὰ ἔχουν μετακινηθεῖ.

Ἐγώ, ἡ Παλλὰς Ἀθηνᾶ, ἡ θεὰ μὲ τὰ ἀνοιχτόχρωμα μάτια, σὲ σένα ὀφείλω τὸ ὅτι ζῶ ἀκόμη. Ἀλλὰ ἦταν λίγο πρᾶγμα ἡ παράταση τῆς ζωῆς μου. Λυπᾶμαι τους θεοὺς ποὺ σέρνονται μέσα στοὺς ἄχρωμους καπνοὺς ἑνὸς ὑπολείμματος λιβανιοῦ, τὴν χλωμὴ καὶ θλιμμένη παρακμή τους. Μ’ ἔκανες πιὸ ὄμορφη καὶ πιὸ μεγάλη ἀπ’ ὅσο ἤμουν. Μὲ ἔθρεψες μὲ τὴν δύναμή σου καὶ μὲ τὴν ἰδεολογία σου καὶ διὰ μέσου ἐσοῦ καὶ αὐτῶν πού σοῦ μοιάζουν, τὸ πνεῦμα μου πλάτυνε τόσο, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ συμπεριλαμβάνει τὸ σύμπαν τοῡ Κέπλερ καὶ τοῦ Νεύτωνος…….»
Anatole France

Παραπομπή: (*) Υπάρχουν κείμενα που αντέχουν στον χρόνο, που παραμένουν διαχρονικά στην Ιστορία της Λογοτεχνίας και των Ιδεών. Ένα τέτοιο κείμενο αποτελεί το έργο του Γάλλου φιλόσοφου και διανοητή ERNEST RENAN, La Prière sur l’Acropole / Προσευχή πάνω στην Ακρόπολη. Πρόκειται για έργο του 19ου αιώνα, το οποίο ο συγγραφέας του ονόμασε «Προσευχή», μια προσευχή που απευθύνει στη θεά Αθηνά, θεά της ανθρώπινης σοφίας και λογικής, για να τιμήσει μέσω αυτού του συμβόλου το Ωραίο, το Αγαθό και το Αληθινό.

Ο Ρενάν, από τη Βρετάνη της βόρειας Γαλλίας, προσκυνητής-ταξιδιώτης στην πόλη της Αθήνας το 1865, ανέβηκε στον ιερό βράχο της Ακρόπολης έχοντας στην πνευματική του σκευή τη γνώση της ελληνικής αρχαιότητας, της μυθολογίας, της τέχνης, της φιλοσοφίας, με λίγα λόγια τού αρχαίου ελληνικού πολιτισμού.
Επέστρεφε από ένα ταξίδι στην Ανατολή και στάθηκε στην Αθήνα για αρκετό καιρό, θαυμάζοντας και φιλοσοφώντας. Όπως ο ίδιος ομολογεί, εκεί επάνω στην Ακρόπολη του αποκαλύφθηκε το «ελληνικό θαύμα»:

«Η εντύπωση που μου προξένησε η Αθήνα είναι η πιο δυνατή, κατά πολύ, απ’ όσες έχω νιώσει μέχρι τώρα. Ένας είναι ο τόπος όπου υπάρχει η τελειότητα, δεν υπάρχει δεύτερος: είναι αυτός. Ποτέ δεν είχα φανταστεί κάτι παρόμοιο. Αυτό που αντίκριζα ήταν το ιδεώδες, απαθανατισμένο σε πεντελικό μάρμαρο».

Μέσα από τις πολλαπλές αναφορές στη μυθολογία και στην Ιστορία, ο Ernest Renan προσεύχεται μπροστά στην ωραιότητα της τέχνης και του πνεύματος της αρχαίας Αθήνας, δίδοντάς της έτσι μία οικουμενική διάσταση. Ως κείμενο, Η προσευχή πάνω στην Ακρόπολη θεωρήθηκε ένα από τα ωραιότερα της γαλλικής λογοτεχνίας όχι μόνο για την αρτιότητά του, αλλά κυρίως γιατί αναδεικνύει την αγάπη του Ernest Renan για την Ελλάδα, καθώς απαντά στο ερώτημα γιατί αυτός ο τόπος αξίζει τον σεβασμό μας.

Πηγή πρώτου μέρους: http://www.projethomere.com/Πηγή

Advertisements
This entry was posted in ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΣ, ΚΟΣΜΟΣ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ and tagged , , , , , , . Bookmark the permalink.