Με «ματωμένα» υπερπλεονάσματα τάζουν κοινωνικές παροχές

Την ώρα που ο Αλέξης Τσίπρας πανηγυρίζει για τα υπέρογκα πρωτογενή πλεονάσματα, τα οποία επιτυγχάνονται μέσω θυσιών και αφαίμαξης των φορολογουμένων, υψηλόβαθμος αξιωματούχος του υπουργείου Οικονομικών κάνει λόγο για «δομικό πρόβλημα» που οδηγεί σε λανθασμένες προβλέψεις για το πρωτογενές πλεόνασμα συστηματικά επί τρία χρόνια και που τελικά οδηγεί στη δημιουργία υπερπλεονασμάτων -εις βάρος τόσο της Οικονομίας, όσο και των πολιτών.

Επί της ουσίας πρόκειται για μια έμμεση παραδοχή άγριας λιτότητας, την οποία όμως το επικοινωνιακό επιτελείο του Μεγάρου Μαξίμου προσπαθεί να ξορκίσει, προβάλλοντας την προεκλογική παροχολογία. Υποστηρίζει δηλαδή ότι η Οικονομία έχει ορθοποδήσει και πλέον υπάρχει δημοσιονομικός χώρος για να ληφθούν κοινωνικά μέτρα, ακόμη και μόνιμου χαρακτήρα. Τις παραμονές των εκλογών, βέβαια.

Ωστόσο, οι αριθμοί είναι αμείλικτοι: συνολικά τα χρόνια που πέρασαν η κυβέρνηση μοίρασε 2,2 δισ. ευρώ την ώρα που τα υπερπλεονάσματα άγγιξαν τα 14 δισ. ευρώ. Ουσιαστικά αφαιρέθηκαν από την Οικονομία χωρίς λόγο 12 δισ. ευρώ ρευστότητας, την ώρα που εφαρμοζόταν το 3ο μνημόνιο. Κάτι που είχε επιπτώσεις στην ανάπτυξη, αλλά και στην τσέπη του πολίτη.

Το Μέγαρο Μαξίμου βέβαια κρύβεται πίσω από το αφήγημα των «κακών δανειστών» και του ΔΝΤ που επιβάλλουν τα σκληρά μέτρα, τα οποία η αριστερή κυβέρνηση προσπαθεί να εξισορροπήσει μέσω των αντίμετρων κοινωνικής πολιτικής που της επιτρέπει να λάβει ο δημοσιονομικός χώρος που δημιουργείται λόγω υπεραπόδοσης των σκληρών μέτρων.

Η αλήθεια είναι ότι οι θεσμοί τα προηγούμενα χρόνια ανησυχούσαν ότι οι στόχοι για τα πρωτογενή πλεονάσματα δεν θα επιτυγχάνονταν. Έτσι, αφενός ζητούσαν περισσότερα μέτρα, αφετέρου ήταν ικανοποιημένοι όταν διαπίστωναν την υπέρβαση στο τέλος του έτους. Ωστόσο, όταν αυτό άρχισε να γίνεται συστηματικά κάθε χρόνο, οι Βρυξέλλες ανησύχησαν και άλλαξαν στάση.

Πλέον, δεν αντιμετωπίζουν τα υπέρογκα πρωτογενή πλεονάσματα με ικανοποίηση, αλλά με δυσπιστία. Αυτή τη φορά η δυσπιστία έγκειται στο γεγονός ότι η κυβέρνηση φτάνει στην υπεραπόδοση αφαιρώντας πόντους από την ανάπτυξη, τόσο λόγω της ρευστότητας που στερεί από την Οικονομία, όσο και εξαιτίας του «ψαλιδισμένου» Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων.

Η υποεκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων επί τρία χρόνια τώρα έχει στοιχίσει 2,3 δισ. ευρώ στην πραγματική οικονομία και αυτό είναι κάτι που οι θεσμοί φέρουν βαρέως. Έτσι, αν και δέχονται ότι κάποιες φοροελαφρύνσεις πρέπει να γίνουν, θα εμφανιστούν πολύ αυστηροί καθώς δεν θέλουν αυτό να γίνει εις βάρος της ανάπτυξης.

Επιπλέον, οι θεσμοί θα πιέσουν την κυβέρνηση να προχωρήσει στην εξόφληση των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τους ιδιώτες, ύψους 2 δισ. ευρώ. Είναι λογικό να θεωρούν αδιανόητο ότι η κυβέρνηση έχει τέτοιο υπερπλεόνασμα και σχεδιάζει μπαράζ παροχών, αλλά στα σχέδιά της δεν περιλαμβάνει τις υποχρεώσεις της έναντι των προμηθευτών του Δημοσίου και των φορολογούμενων (επιστροφές φόρων).

Με λίγα λόγια, η κυβέρνηση θα περάσει δύσκολες ώρες στις συζητήσεις με τους θεσμούς (επισκέπτονται την Αθήνα στις 6 Μαΐου) για το πακέτο παροχών που σχεδιάζει να ανακοινώσει την ερχόμενη εβδομάδα, καθώς θα πρέπει να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα.

Το πακέτο των μέτρων

Στο πακέτο των παροχών που σχεδιάζει η κυβέρνηση βρίσκονται τα εξής μέτρα:

Η επαναφορά της έκπτωσης 2% στην εφάπαξ εξόφληση φόρων.

Το μέτρο εντάσσεται στην προσπάθεια της κυβέρνησης να αποκτήσει επικοινωνία με τα στρώματα του πληθυσμού που κατάφεραν να μείνουν όρθια στην κρίση πληρώνοντας το μεγάλο λογαριασμό της φορολογικής επίθεσης της κυβέρνησης.

Η επαναφορά της εστίασης στον μειωμένο συντελεστή ΦΠΑ και συγκεκριμένα από το 24% στο 13%. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η εστίασης είχε μεταταγεί στον μειωμένο συντελεστή ΦΠΑ και το 2014 αλλά η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ την μετέταξε σε υψηλό συντελεστή στο πλαίσιο της υπογραφής του τρίτου μνημονίου.

Η μετάταξη στον μειωμένο συντελεστή ΦΠΑ, δηλαδή από 24% σε 13% βασικών τροφίμων όπως είναι τα ζυμαρικά και τα όσπρια.

Η υπόσχεση για μη εφαρμογή της ψηφισμένης από την κυβέρνηση μείωσης του αφορολόγητου ορίου.

Η μείωση του πρώτου συντελεστής της φορολογικής κλίμακας φυσικών προσώπων από το 22% στο 20% (από τα εισοδήματα 2020).

Αναμόρφωση της έκτακτης εισφοράς αλληλεγγύης.

Πρόσθετη μείωση του ΕΝΦΙΑ για τη μεσαία ακίνητη περιουσία.

Μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα καύσιμα.

Έναρξη καταβολής των αναδρομικών στους συνταξιούχους.

Εφάπαξ παροχή 13ης σύνταξης.

Ρύθμιση εφορίας. Η ρύθμιση θα είναι σε 120 δόσεις, χωρίς εισοδηματικά κριτήρια για εισοδήματα έως 10.000 ευρώ. Η ελάχιστη δόση καθορίζεται στα 20 ευρώ. Για εισοδήματα άνω των 10.000 ευρώ εισάγονται εισοδηματικά κριτήρια.

Συγκεκριμένα, φορολογούμενος με εισόδημα της τάξης των 10.001 ευρώ που χρωστάει στην εφορία θα πρέπει να πληρώνει ετησίως το 2,4% των αποδοχών του. Πηγή

Advertisements
This entry was posted in ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΣ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ and tagged , , , , . Bookmark the permalink.