Το γεφύρι του Μαυρωτά στο Λιτόχωρο!

Της Αλεξάνδρας Παραφεντίδου*

Ιστορίες, μύθοι και θρύλοι συνδέονται με τα παλιά γεφύρια του τόπου μας. Πολλά, μάλιστα, τάχει απαθανατίσει και η λαϊκή μούσα. Ένα απ’ αυτά είναι και το γεφύρι του Μαυρωτά. Ένα στενό, πολύ στενό καμαρωτό πέτρινο γεφύρι, χωρίς κάγκελα που έχει ζέψει το στενότερο σημείο του Ενιπέα, στην περιοχή του Λιτοχώρου, προς την πλευρά των στρατώνων, στη χαράδρα, όπου σε μεγάλο βάθος κυλά με σάλαγο τα νερά του το ποτάμι που αναφέραμε. Ποτάμι που σχετίζεται και με μύθους της ελληνικής αρχαιότητας. Στενό, καθώς είναι και χωρίς κάγκελα, όπως είπαμε, χρειάζεται αποκοτιά και να το διαβεί κανείς. Και μόνο που το βλέπεις, σε καταλαμβάνει ίλιγγος. Ακόμη και οι Λιτοχωρινοί, που από παιδιά έχουν αποκτήσει μια σχετική άσκηση στο πέρασμά του, κάθε φορά που τυχαίνει να το διαβούν κάνουν το σταυρό τους. Σαν σουρουπώνει, μάλιστα, ποτέ δεν το περνούν. Γιατί είναι στοιχειωμένο.

Αλλ’ ας ξετυλίξουμε το κουβάρι του ιστορικού του, που αρχίζει στο σκοτάδι της σκλαβιάς. Θα κάνουμε μια ανάστροφη πορεία στον χρόνο. Τότε, που σ’ όλη αυτή την περιοχή του Ολύμπου, βροντούσε το καριοφύλι της Κλεφτουριάς. Κλέφτης ήταν και ο Μαυρωτάς, από γενιά Σαρακατσάνων, και το γεφύρι τόφτιαξε για τάμα στην Παναγιά.

Ψυχή περήφανη, ελεύθερη, ανυπόταχτη. Του ήταν αδιανόητο να προσκυνήση τους Τούρκους αφεντάδες που όριζαν την γη προγόνων του. Έτσι μια μέρα, κάποια μέρα, που καβάλα στο άλογό του διέσχιζε μια λόχμη στην περιοχή του χωριού Μαλαθριά –του αρχαίου Δίου– εκεί στα ριζά του Ολύμπου και συναπαντήθηκε με τον Μπέη στον οποίο ανήκαν τα βοσκοτόπια, όπου έβοσκαν και τα δικά του πρόβατα -πληρώνοντας το σχετικό «χαράτσι»– παρέλειψε να ξεπεζέψη και να κάνη τον επιβαλλόμενο «τεμενά», όπως όριζε το τυπικό της συμπεριφοράς των Ραγιάδων προς τους Τούρκους αφεντάδες. Ο Μπέης του έκανε τη σχετική παρατήρηση. Εκείνος όμως και πάλι δε συμμορφώθηκε. Τον χαιρέτησε απλώς, χωρίς να ξεπεζέψη και να του κάνη «τεμενά». Προσπάθησε, μάλιστα, να προσπεράση. Τότε ο Τούρκος αφέντης, θεωρώντας τη συμπεριφορά του Ραγιά σαν προσβολή προς το πρόσωπό του, πυροβόλησε με στόχο το άλογό του. Έτσι, σαν σκοτώνουνταν το άλογο του Γκιαούρη, υποχρεωτικά αυτός θα ξεπέζεβε. Αλλά ο Μαυρωτάς, μη χάνοντας καιρό, απάντησε μ’ έναν πυροβολισμό. Η σφαίρα βρήκε κατάστηθα τον Μπέη. Το μέρος που έγινε το κακό ήταν ερημικό. Μάρτυρας δεν υπήρχε. Ο Μαυρωτάς τράβηξε το πτώμα κάτω από έναν θάμνο, και κίνησε για το κονάκι του, όπου εκμυστηρεύτηκε στη μάνα του όσα συνέβησαν, καθώς και την απόφασή του να γίνη Κλέφτης.

Οι δικοί του διαδώσανε ότι φιλονίκησε με τον αδερφό του και εξαφανίστηκε. Ο Μαυρωτάς, που τον αποκαλούσαν με αυτό το παρωνύμι γιατί ήταν μαύρος, δεν άργησε ν’ αναδειχθή σε «καπετάνιο». Η δράση του εκτείνουνταν από τον Όλυμπο ως τον Θεσσαλικό κάμπο. Κυνηγούσε τους Μπέηδες αλλά και τους Ρωμιούς που συντάσσουνταν με τον κατακτητή. Με τα λύτρα που εισέπραττε βοηθούσε τους φτωχούς. Βάφτιζε παιδιά. Πάντρευε ορφανά κορίτσια. Έχτιζε εκκλησιές. Προστάτευε κάθε κατατρεγμένο Ρωμιό. Στο πλαίσιο της δραστηριότητάς του εντάσσεται και το γεφύρι που αναφέραμε, που φέρει το όνομά του. Αυτό όμως συνδέεται μ’ ένα ξεχωριστό γεγονός της ζωής του, όπου κορυφαία είναι μια πεντάμορφη αδερφή του.

Συνεχίζοντας το οδοιπορικό μας στο χρόνο συναντούμε το Μαυρωτά να τρέχη προς τη χαράδρα του Ενιπέα, και να βρίσκεται σε απόσταση «βολής» τουρκικού αποσπάσματος. Η στιγμή ήταν κρίσιμη. Τότε στην απεγνωσμένη προσπάθειά του, αντλώντας δύναμη από την πίστη του και τρέχοντας με σβελτάδα λαφίνας, πήδηξε στην αντίπερα όχθη του Ενιπέα και χάθηκε στις δασωμένες πλαγιές και τα φαράγγια του Ολύμπου. Οι διώκτες του, που ποτέ δεν πίστευσαν ότι άνθρωπος μπορούσε να πραγματοποιήση ένα παρόμοιο πήδημα, με τη βεβαιότητα πως θάπεφτε στο ποτάμι, δεν πυροβόλησαν. Όταν όμως αντιλήφθηκαν ότι ο Κλέ-φτης τους ξέφυγε είπαν: «Ή άνθρωπος του Αλλάχ πρέπει νάναι αυτός ή σεϊτάν».

Άνθρωπος του Θεού πρέπει να ήταν. Στην Παναγιά έταξε, περνώντας το ποτάμι ο ηρωϊκός αυτός Κλέφτης. Αν φτάση ζωντανός στην αντίπερα όχθη του Ενιπέα και ξεφύγη από τους διώκτες του, να στήση ένα γεφύρι για τον κόσμο που ταλαιπωρούνταν. Ως τότε μόνο ξύλινα γεφύρια έφτιαχναν για να ζέψουν τον Ενιπέα. Όμως το ορμητικό νερό του ποταμού, τον χειμώνα, τα παρέσυρε. Έτσι, συχνά οι Λιτοχωρινοί, καθώς και οι κάτοικοι άλλων γειτονικών χωριών, αναγκάζονταν να διασχίσουν το νερό για να περάσουν από τη μια στην άλλη όχθη, με κίνδυνο να πνιγούν. Ένα πέτρινο γεφύρι που θάτανε ανθεκτικό στην ορμή του νερού έστησε, ακριβώς στο σημείο που πέρασε πηδώντας από τη μια στην άλλη όχθη του Ενιπέα. Ένα γεφύρι που στέκει ακόμη ζωντανή μνήμη των περασμένων. Σήμερα πια, σπάνια το περπατούν. Ποιος ο λόγος, αφού έχουν ζέψει τον Ενιπέα με γεφύρια που άφοβα τα περπατάει κανείς. Μέρα και νύχτα. Ενώ το γεφύρι του Μαυρωτά που για την εποχή, βέβαια, που έγινε, αποτελούσε πρόοδο, ακόμη και τη μέρα, όπως είπαμε, διστάζουν να το διαβούν. Όσο για τη νύχτα, κανείς δεν κοτά να το περάση, γιατί σύμφωνα με την παράδοση είναι στοιχειωμένο. Κάτι γέροι Λιτοχωρινοί, λένε, πως πέφτοντας ο ήλιος, σαν έτυχε να βρεθούν εκεί κοντά άκουσαν ν’ ανεβαίνουν απ’ το ποτάμι βογγητά και στεναγμοί. Η παράδοση του χωριού αναφέρει ότι κάποτε μια κοπέλλα, περνώντας το γεφύρι, έπεσε και πνίγηκε στο ορμητικό ρέμα.

Η κοπέλλα ήταν η πεντάμορφη αδερφή του Μαυρωτά, σύμφωνα με την αφήγηση γέρου Σαρακατσάνου, απογόνου της οικογένειας Μαυρωτά, προς ένα Λιτοχωρινό, τον Λευτέρη Ελευθερίου, που πέθανε το 1923 σε ηλικία 90 χρόνων. Απ’ το γεφύρι, που έστησε ο κλέφτης Μαυρωτάς, ήτανε γραφτό να πέση όχι τυχαία, αλλά με τη θέλησή της, η αδερφή του.

Σαν τον ήλιο και σαν το φεγγάρι ήτανε το πρόσωπό της. Το σπαθάτο κορμάκι της τυλιγμένο στο περίτεχνα δουλεμένο με γαϊτανώματα και κορδέλα «σιμεντάνι» και τη φαρδειά πλισεδωτή φούστα, ξύπνησε ασίγαστο πόθο στην καρδιά κάποιου πάμπλουτου Αγά της περιοχής, που ζήτησε να την κάνη χανούμισσά του. Να την πάρη στο χαρέμι του. Οι γονείς της φαρμακώθηκαν. Ν’ αντιτάξουν άρνηση, δεινή συμφορά τους πρόσμενε. Να δώσουν την θυγατέρα τους στον Αγά, δεν γινότανε. Έτσι, σκέφτηκαν ν’ αποφύγουν το κακό με διπλωματικότητα και του αποκρίθηκαν πως θάτανε τιμή γι’ αυτούς, φτάνει να τόθελε και το κορίτσι. Το κορίτσι πάλι, για να μην πη κι αυτό απότομα το «όχι» στον Αγά, προσποιήθηκε πως ήταν άρρωστο. Αν γινότανε καλά το καλοκαίρι στα ψηλά βουνά, ύστερα από τον Αϊ- Δημήτρη που θα γυρνούσαν στα χειμαδιά, τότε μονάχα θα μπορούσε να σκεφθή για τον γάμο της.

Οι μέρες έφευγαν γοργά, η μια πίσω από την άλλη. Έφτασε ο Αϊ-Δημήτρης. Τα τσελιγκάτα πήραν τον δρόμο για τα χειμαδιά. Η όμορφη Σαρακατσανοπούλα ακολουθούσε με την ψυχή βαρειά θλιμμένη. Όσο ζύγωνε στη Μαλαθριά, όπου το κονάκι τους, η αγωνία της κορυφώνουνταν. Στην άκρη του γεφυριού, πριν το περάση, άκουσε κάποιον να λέη στους δικούς της: «Ο Αγάς με νταούλια προσμένει τον ερχομό σας». Τότε η άμοιρη κοπέλλα βλέποντας ότι καμμιά άλλη λύση στο δράμα της και στο δράμα των γονιών της, εξόν από τον θάνατον, δεν υπήρχε, προχώρησε ως τη μέση του γεφυριού κι άφησε το κορμί της να πέση στα ορμητικά νερά του Ενιπέα.

Από φόβο οι γονείς αποκρύψανε στον Αγά ότι αυτοκτόνησε εξ αιτίας του. Διαδώσανε πως γλίστρησε κι έπεσε. Αλλά και πάλι ο Αγάς έγινε ανήμερο θηρίο στην έξαψη του ανεκπλήρωτου ερωτικού του πάθους. Θεώρησε υπεύθυνους τους γονείς της, που δεν την πρόσεξαν την ώρα που περνούσε το γεφύρι χωρίς κάγκελα. Διέταξε να κάψουν το κονάκι τους και να καταστρέψουν το τσελιγκάτο τους, σφάζοντας και διασκορπίζοντας τα γιδοπρόβατά τους. Έτσι, η οικογένεια του περήφανου Κλέφτη, που εν τω μεταξύ κι αυτός είχε χαθή, χτυπημένη βαρειά από τη μοίρα με τον χαμό των παιδιών της και της περιουσίας της, δεν είχε στον ήλιο μοίρα.

Κι οι νυχτοπερπατητές της χαράδρας του Ενιπέα, όπου το γεφύρι του Μαυρωτά, λένε πως ακούνε τους στεναγμούς και τα βογγητά της όμορφης Σαρακατσανοπούλας, που προτίμησε να πεθάνη παρά να αλλαξοπιστήση, όπως και τόσες άλλες Ελληνοπούλες των χρόνων της σκλαβιάς, καθώς εξιστορούν πολλά δημοτικά τραγούδια που ανάβλυσαν μέσα από την τραγική πραγματικότητα εκείνου του καιρού. Ανάμεσα σ’ αυτά κι ένα χορευτικό του Λιτοχώρου, από το οποίο μεταφέρω τρεις χαρακτηριστικούς στίχους:

Τούρκος την αγάπησε,
γυναίκα να την πάρη,
δέρνεται, θρηνίζεται,
τούρκισσα δεν γίνεται.
Απ’ τον γκρεμνό γκρεμίζομαι,
τούρκισσα δεν γίνομαι…

* Η Αλεξάνδρα Παραφεντίδου [1913-1977] δημοσιογράφος, ποιήτρια και λογοτέχνης, υπήρξε λάτρης του Λιτοχώρου. Ήδη από την προπολεμική περίοδο ήταν όχι απλή επισκέπτρια αλλά και παραθερίστρια της κωμόπολής μας και συνέχισε την ωραία αυτή σχέση και επαφή μέχρι τον θάνατό της. Πολλά από τα ήθη και έθιμα, παραδόσεις και λαογραφικά στοιχεία της Μακεδονίας, που δημοσίευσε σε περιοδικά, τα άντλησε από την πλούσια πολιτιστική παράδοση του Λιτοχώρου. Το άρθρο δημοσίευσε στο περιοδικό «ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ», του Ν. Σφενδόνη, έτους 1974. (Σχολιασμός Δ. ΜΑΣΤΑΓΚΑ)

– Το κείμενο προέρχεται από τα «ΧΡΟΝΙΚΑ ΛΙΤΟΧΩΡΟΥ, ΙΣΤΟΡΙΑ – ΠΑΡΑΔΟΣΗ – ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ, ΚΟΙΝΩΝΙΑ – ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ», ΣΩΤΗΡΙΟΥ Δ. ΜΑΣΤΑΓΚΑ, ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ, ΛΙΤΟΧΩΡΟ 2010

– Η φωτογραφία, στην οποία βλέπουμε το πέτρινο τόξο στο γεφύρι του Μαυρωτά, προέρχεται από την εργασία: «ΤΑ ΓΕΦΥΡΙΑ ΤΟΥ ΕΝΙΠΕΑ» του 7ου Λυκείου Λάρισας
(http://7lt-laris.lar.sch.gr/OLYMPOS/OLYMPOS%20CD/files/ol_gefyria.htm.  Πηγή

Advertisements
This entry was posted in ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΣ, ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΘΡΥΛΟΙ and tagged , , , , , , , . Bookmark the permalink.