Τον καιρό που οι γυναίκες δεν φορούσαν «αντρικά» και το παντελόνι αποτελούσε προσβολή της δημοσίας αιδούς

Όταν η Ρένα έφυγε από το σπίτι του πλούσιου θείου της, όπου της φέρονταν άσχημα και τη μεταχειρίζονταν σαν υπηρέτρια, αναγκάστηκε να δουλέψει. Έψαχνε για μέρες στις μικρές αγγελίες των εφημερίδων, αλλά μάταια. Άλλοτε τη θέση την είχε πάρει κάποια άλλη και άλλοτε ο εργοδότης είχε πονηρούς σκοπούς. Στην αγωνία της, της ήρθε η ιδέα να φορέσει κουστούμι και ν’ αναζητήσει δουλειά ως άντρας. Έκοψε τα μαλλιά της, συστήθηκε ως Περικλής και προλήφθηκε σαν βοηθός σοφέρ σε κάποιο πλούσιο σπίτι.

Αυτά συνέβαιναν στα Τέσσερα σκαλοπάτια, μια από τις αγαπημένες ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, που γυρίστηκε το 1950.

Για πολλές δεκαετίες το παντελόνι ήταν αποκλειστικά αντρικό ρούχο και σημάδι ανδρισμού. Η φράση «εγώ φοράω παντελόνια», σήμαινε ότι αυτός που την έλεγε διέθετε εντιμότητα και ο λόγος του ήταν συμβόλαιο. Καααλά!

1932

Εντυπωσιακές εικόνες, όπως η παραπάνω γαλλική, αναδημοσιεύονταν μεν στις ελληνικές εφημερίδες, αλλά δεν είχαν καμία σχέση με την ελληνική πραγματικότητα. Γυναίκα με κοντά μαλλιά, τσιγάρο και παντελόνι μπορεί στη Γαλλία να θεωρούταν κομψή, αλλά στην Ελλάδα ήταν εξώλης και προώλης. Άσε που οι Έλληνες στις παραλίες εμφάνιζαν εικόνα προσφυγιάς με τις καλαθούνες, τις συμπεθέρες, τα πιτσιρίκια, τον πάτερ-φαμίλια, τα λουτρόπανα, τις ρόμπες και τα κεφτεδάκια.

Στη δεκαετία του ’30 δεν κυκλοφορούσαν γυναίκες με παντελόνια και όσες το τόλμησαν ή τις μάζεψε η αστυνομία ή τις έγραψαν οι εφημερίδες –ή και τα δύο μαζί.

Τα άρθρα διανθίζονταν με πικρόχολα και χλευαστικά σχόλια και με επιεικώς απαράδεκτους χαρακτηρισμούς για το ποιόν της γυναίκας και την ψυχική της υγεία. Αν μάλιστα η συμπεριφορά της ήταν αντισυμβατική, ο χαρακτηρισμός «ψυχοπαθής» ήταν ψωμοτύρι· και πλάι του κολλούσαν την πληροφορία ότι επρόκειτο περί κομμουνίστριας, γιατί, ως γνωστόν, αυτές οι κομμουνίστριες ήταν ανέκαθεν ικανές για όλα.

Η Χριστίνα

Η Χριστίνα ως Θρασύβουλος.

Η Χριστίνα δεν χαρακτηρίστηκε ούτε ψυχοπαθής ούτε κομμουνίστρια, γιατί η ιστορία της ήταν συγκινητική.
Εγκατέλειψε τη φτώχεια του χωριού της και την οικογενειακή εστία, που μόνο πίκρες είχε προσφέρει, φόρεσε αντρικά κι έγινε Θρασύβουλος για να κερδίσει τον επιούσιο. Έψαξε ακούραστα για δουλειά από πόλη σε πόλη της Πελοποννήσου, μέχρι που έφτασε και στην πρωτεύουσα.
Το καλοκαίρι του 1938 που ξεκίνησε η περιπέτεια, η Χριστίνα δεν ήταν παρά δεκατριών χρόνων. Δούλεψε σκληρά, έκανε φιλίες με συναδέλφους και βγήκε ραντεβού με κορίτσι, για το… ξεκάρφωμα. Ήταν ένα δυνατό κι έξυπνο πλάσμα που, όταν μαθεύτηκε η ιστορία της, κέρδισε τη συμπάθεια της κοινής γνώμης, των εφημερίδων και των αρχών, λέγοντας ότι αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να κερδίσει τη ζωή της, χωρίς να κινδυνέψει η τιμή της.

1939

Η Μαίρη

Η Μαίρη, 1933.

Η περίπτωση της Μαίρης ήταν διαφορετική. Η Μαίρη προερχόταν από πλούσια οικογένεια, είχε ζήσει στο εξωτερικό, ήταν μορφωμένη και δεν την απασχολούσε το θέμα της τιμής, αλλά της αυτοδιάθεσης. Με τα μαλλιά κομμένα κοντά, φορώντας μπερέ και παντελόνι, κατέβηκε ένα βράδυ στον Πειραιά και διασκέδασε σε ύποπτα κέντρα. Κάποιοι θεώρησαν ότι πήγαινε γυρεύοντας και της επιτέθηκαν «με ευνόητους σκοπούς». Εκείνη όχι μόνον αντιστάθηκε, αλλά τράβηξε μαχαίρι και κυνήγησε τους επίδοξους βιαστές. Κατέληξε στο αστυνομικό τμήμα. Στον ντόρο που ακολούθησε κανείς δεν αναρωτήθηκε γιατί κατέληξε μόνον η Μαίρη στο τμήμα και όχι οι επίδοξοι βιαστές. Τα περί αυτοδιάθεσης της Μαίρης ήταν ψιλά γράμματα για τους αστυνομικούς και τους δημοσιογράφους, που τη χαρακτήριζαν «ηρωίδα των τεκέδων», «πράκτορα της Γκεπεού» και που είχαν βγάλει τη διάγνωση ότι είναι ψυχοπαθής και ότι πρέπει να εγκλειστεί στο Δαφνί.

Τις ιστορίες των δύο κοριτσιών έχουν πολύ ενδιαφέρον και θα τις δούμε σύντομα.

Οι μόνες γυναίκες που ο πουριτανισμός της εποχής ανεχόταν να φοράνε παντελόνια ήταν οι καλλιτέχνιδες.

Η Αγγέλα

Η Αγγέλα Λυκιαρδοπούλου ήταν η πρώτη γυναίκα στην Ελλάδα που εμφανίστηκε επί σκηνής φορώντας φράκο.

Η Αγγέλα ήταν από καλλιτεχνική οικογένεια, αδελφή του συνθέτη Βαγγέλη Λυκιαρδόπουλου. Συνεργάστηκε με τον Αττίκ και είχε πολλές επιτυχίες στο ρεπερτόριό της. Πριν ξεσπάσει ο πόλεμος έφυγε για το εξωτερικό. Συνέχισε την καριέρα της στη Γαλλία κι από κει στην Αμερική, όπου πέρασε την υπόλοιπη ζωή της.

Βάζω πρόχειρα αυτή τη φωτογραφία της Αγγέλας με σμόκιν, που ψάρεψα στο διαδίκτυο, μέχρι να σκανάρω μία καλή από το οικογενειακό λεύκωμα. Το πράγμα έχει τις δυσκολίες του, γιατί για να δανειστώ το λεύκωμα, πρέπει να δώσω γη και ύδωρ στη θεία, τη σύζυγο του μαέστρου.

Θα το κάνω σύντομα. Στα παντελόνια που φοράω!

Κάποια ξένη ηθοποιός, τη δεκαετία του ’30, που κυκλοφόρησε με παντελόνι στους κεντρικούς δρόμους της πρωτεύουσας, πρέπει να αισθάνθηκε πολύ αμήχανα, γιατί όλοι την κοίταζαν σαν περίεργο φαινόμενο. Παραλίγο να την προγκάρουν, αλλά γλίτωσε, όταν έγινε γνωστό ότι ήταν εγγλέζα και όχι κάποια εκκεντρική Αθηναία.

1939

Βέβαια, εκείνη την εποχή ο συντηρητισμός όχι μόνον έφτανε στα όρια του παραλογισμού, αλλά τα ξεπέρναγε. Κάποιοι σοφοί εγκέφαλοι προβληματίζονταν αν ήταν σωστό οι γυναίκες ν’ ασχολούνται με τον αθλητισμό. Θεωρούσαν ότι ο αθλητισμός ασχημίζει τις γραμμές του γυναικείου σώματος και κάνει τις γυναίκες να αντροφέρνουν, να γίνονται «ζορμπάδες» και στην τελική να μένουν «γεροντοκόραι».

1930

Οι γυναίκες έπρεπε να είναι το ωραίο φύλο και οι άντρες το ισχυρό. Τα περί ισότητας ανήκαν στη σφαίρα της τρελής φαντασίας. Τα γυναικεία ζητήματα ήταν πηγή κρύων και σεξιστικών αστείων. Όταν τον Μάρτιο του ’33 έκαναν φτερά από το πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης 2000 εκλογικά βιβλιάρια γυναικών, που δεν είχαν παραληφθεί ακόμα από τις δικαιούχους, το θέμα δεν θεωρήθηκε ιδιαίτερα ανησυχητικό. Έδωσε όμως λαβή για έντυπες κρυάδες.

Οι δημοσιογράφοι έβρισκαν γαργαλιστικό να χώνουν, ακόμα και στις πιο τραγικές ειδήσεις, κάποια γυναικεία παρουσία, που δήθεν υπήρξε η πέτρα του σκανδάλου.

Στη δεκαετία του ’30, της κρίσης, της πτώχευσης και της συμφοράς, που οι πλημμύρες είχαν καταστρέψει τη σοδειά, που στην επαρχία άνθρωποι και ζώα πέθαιναν κυριολεκτικά από ασιτία, που γίνονταν πορείες πείνας και ντου απόγνωσης στους φούρνους, ο δαιμόνιος δημοσιογράφος ανακάλυψε την αφορμή των τραγικών γεγονότων της Νάουσας.

Ας επιστρέψουμε στο θέμα παντελόνι. Το θέαμα μιας γυναίκας με παντελόνι έχει πάψει προ πολλού να αποτελεί προσβολή της δημοσίας αιδούς. Σε μερικούς κύκλους, όμως, εξακολουθεί να θεωρείται τολμηρό ή απρεπές. Κάποιοι ιεροί χώροι επιβάλλουν να εισερχόμαστε «ευπρεπώς ενδεδυμένοι». Επισκέπτριες με παντελόνι δεν θεωρούνται πάντοτε ευπρεπείς. Στα αυστηρά μοναστήρια τους δίνουν να φορέσουν μακριές μαύρες ρόμπες.
Στη σύγχρονη ζωή οι ακραιφνείς χριστιανές δεν φοράνε παντελόνια, γιατί είναι αμαρτία οι γυναίκες να μιμούνται τους άντρες. Άσε που το παντελόνι τονίζει σημεία που πρέπει να είναι καλυμμένα. Αυτά είναι ζητήματα ηθικής που έχουν ρυθμιστεί από τον καιρό της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά και μεταγενέστερα από τον απόστολο Παύλο.

Πριν μερικά χρόνια εικονογραφούσα ένα παιδικό βιβλίο για κάποιον «νηστίσιμο» εκδοτικό οίκο. Έφτιαξα μία παρέα παιδιών, αγοριών και κοριτσιών, να παίζουν μακριά γαϊδούρα. Όλα φορούσαν φόρμες. Έστειλα τα σκίτσα στη συγγραφέα, «νηστίσιμη» επίσης, και περίμενα τις παρατηρήσεις της.
Ντριν, το τηλέφωνο.
— Τέτη μου, είχα έναν λογισμό.
— Δεν αρχίζουμε καλά, σκέφτηκα.
— Τα κοριτσάκια καλύτερα να μη φοράνε παντελόνι.
— Γιατί;
— Ε, να, εμείς αποφεύγουμε το παντελόνι.
— Και πώς θα παίζουν μακριά γαϊδούρα; Θα φαίνεται το βρακί τους.
— Να μην παίζουν. Να παρακολουθούν μόνο. Πηγή

This entry was posted in ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.