Κάποιοι έρωτες, τελειώνουν μόνο και μόνο για να ξαναρχίσουν…

Γράφει η Λιάνα

Πόσο κρατάνε οι σαρωτικοί έρωτες; Ή μάλλον τελειώνουν ποτέ; Σβήνονται; Ή κρύβονται στο παρασκήνιο, έτοιμοι να εισβάλουν στη ζωή μας ξανά; Έναν ολόκληρο αιώνα μετά κι όμως παρακολουθούσες τη ζωή μου βήμα βήμα. Χωρίς να αφήνεις ούτε ένα ίχνος. Αθόρυβα.

Και ξάφνου εμφανίστηκες. Όχι τόσο λαμπερός, όπως σε θυμόμουν. Τσακισμένος και γερασμένος μου φάνηκες. Σα να σε κούρασε πολύ η ζωή. Σα να κατάλαβες πως είναι μάταιο, να σκορπίζεσαι άσκοπα σε κρεβάτια και αγκαλιές, που σου δίνουν μόνο ψευδαισθήσεις ικανοποίησης.

Πόσες φορές μάτωσα για σένα. Ήθελα να ουρλιάξω το όνομα σου, να φτάσει η φωνή μου, όπου κι αν ήσουν. Να γυρίσω γη και ουρανό, να φτάσω στα σύνορα του κόσμου για ένα ακόμα φιλί. Κι εσύ ήσουν ακριβώς δίπλα μου. Σε απόσταση αναπνοής, αφουγκραζόσουν την καρδιά μου να χτυπάει στους ρυθμούς σου. Ένιωθες τη δίψα μου για σένα.

Ατέλειωτη μάχη η δική μας. Διεκδικούμε κι οι δυο το άπειρο, το άπιαστο. Θέλουμε να τιθασεύσουμε ο ένας τον άλλον, να επιβληθούμε, να είμαστε κι οι δυο νικητές. Δυο αγρίμια που βρίσκονται μόνιμα σε θέση επίθεσης. Μέχρι τελικής πτώσης. Μέχρι τελευταίας ανάσας. Μια ανεξέλεγκτη έλξη μας οδηγεί στην καταστροφή μα και στο μόνο τρόπο να ξαναγενιόμαστε απ’ την αρχή. Θάνατος κι Ανάσταση.

Δεν ξέρω πως να προχωρήσω. Δεν ξέρω αν θα κρυφτώ βαθιά στον εαυτό μου ή αν θα αφεθώ πάλι σ’ αυτό μοναδικό ταξίδι μας. Το μόνο που ξέρω είναι πως από εκείνες τις πρώτες λέξεις ενός Φλεβάρη, ένιωσα τι σημαίνει πάθος.

Δεν έχει μέλλον όλο αυτό και το ξέρουμε. Μπορεί μέσα του να κρύβει τα συναισθήματα όλου του σύμπαντος, να κατακαίει ψυχές και συνειδήσεις, να είναι η μοναδική σωτηρία μας, όμως δεν έχει κανένα αύριο. Είναι καταδικασμένο πριν ξεκινήσει και είναι γραφτό ποτέ να μην τελειώσει οριστικά.

Είναι από εκείνες τις σχέσεις που αφήνουν στη ζωή σου τη σφραγίδα τους, που σου αλλάζουν όλο τον τρόπο που βλέπεις τη ζωή. Είναι μίσος, πάθος και ανεξέλεγκτη, διάφανη, δυνατή αγάπη. Αγάπη ανίκανη να μας σώσει, απ’ τη δειλία της σιγουριάς μας.

Παλεύοντας με τον εαυτό μου για μια απόφαση, τα χέρια μου λαχταρούν να αγγίξουν τις γραμμές του προσώπου σου. Η ψυχή μου θέλει να ξεκουραστεί στην αγκαλιά σου, να γείρω στο λαιμό σου και να σε κατηγορήσω για όλα, να σε βρίσω, αγαπώντας σε ακόμα περισσότερο από παλιά.

Χωρίς να ξέρω αν θα αντέξω να βλέπω τα μάτια σου, άλλη μια φορά σαστισμένα απ’ τη δύναμη όλου αυτού του ατελείωτου, υπέροχου μαρτυρίου που ήρθε στη ζωή μας άξαφνα, σε μια στιγμή που κι οι δυο παλεύαμε με το κενό.

Θέλω να σου φωνάξω, με τρυφερή κακία πως είχα δίκιο τότε που σου έλεγα, ότι το πιο πολύτιμο κομμάτι της καρδιάς σου θα ανήκει πάντα σε μένα. Εκείνο το κομμάτι που το γιάτρεψα, το γέμισα γαλήνη, τρυφερότητα και το κάνα δικό μου, κατάκτηση μου και θησαυρό μου. Τότε που σ’ έμαθα να γελάς. Θυμάσαι;

Πόσο μου έλειψες. Μια νοσταλγία ήταν όλος αυτός ο καιρός. Και μια αναμονή απ’ αυτές που κρύβουν τη σιγουριά της επιστροφής. Το ξέρεις. Το μυαλό μου έχει ταιριάξει με την περίεργη ιδιοσυγκρασία σου και μαζί σου μπορεί να λειτουργεί σε άλλους ρυθμούς.

Ήρθες λοιπόν. Κι εγώ θα πρέπει να θωρακίσω ξανά τη ψυχή μου για τη στιγμή που θα σε ξαναδιώξω.

Μια τρομαγμένη ανυπομονησία έχει σκεπάσει κάθε σκέψη. Πόσο εξακολουθητικά θα μου λείπεις πάντα, είτε μαζί, είτε μακριά; Το πιο μεγάλο μου ταξίδι, πάντα εσύ, μόνο εσύ! Πηγή

This entry was posted in ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΣ, ΣΧΕΣΕΙΣ and tagged , , . Bookmark the permalink.