Δείτε για πρώτη φορά το πολύτιμο αρχείο της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας

Ιδιαίτερης αρχαιολογικής, ιστορικής αλλά και καλλιτεχνικής αξίας, το αρχείο της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας συνδέεται άρρηκτα τόσο με τις απαρχές όσο και με την εξέλιξη της αρχαιολογίας στην Ελλάδα μέχρι σήμερα.

Μερικοί από τους πιο πολύτιμους αρχαιολογικούς θησαυρούς αυτής της πόλης δεν είναι τόσο διάσημοι και φανταχτεροί όσο τα σωζόμενα μνημεία της, παρά τη μεγάλη ιστορική και επιστημονική αξία τους. Δεν βλέπουν καν το φως της μέρας, η παρατεταμένη έκθεση στο οποίο θα τους έβλαπτε, δεν είναι καν –ούτε και θα μπορούσαν να γίνουν– τουριστική ατραξιόν, είναι όμως εξίσου σημαντικοί με τις ανασκαφές και τις αρχαιολογικές ανακαλύψεις καθαυτές, οι οποίες δεν νοούνται χωρίς τη συστηματική καταγραφή, αποτύπωση και ταξινόμησή τους.

Ο λόγος για το αρχείο της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, ένα από τα πλέον σημαντικά για τον αρχαιολογικό κλάδο στην Ελλάδα και διεθνώς. Μεγάλο ενδιαφέρον έχει εξάλλου και η ιστορία του εν λόγω ιδρύματος που συνδέθηκε με την αρχαιολογία στην Ελλάδα από τη γέννηση σχεδόν του νεοελληνικού κράτους.

Ιδρυθείσα στις 6/1/1837, με πρωτοβουλία του πλούσιου έμπορου Κωνσταντίνου Μπέλλιου, σε μια μικρή τότε κωμόπολη που, όπως και όλη η χώρα, ήταν ρημαγμένη και ερειπωμένη από τον μακροχρόνιο εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα αφενός, τους εμφυλίους σπαραγμούς αφετέρου, η εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία είναι το αρχαιότερο επιστημονικό ίδρυμα της χώρας και ένα από τα κορυφαία της.

Χαρακτηρίζεται ως κοινωφελές, μη κερδοσκοπικό ίδρυμα και αντλεί πόρους από την ακίνητη περιουσία της, η οποία δημιουργήθηκε μέσω προσφορών, δωρεών και κληροδοτημάτων καθώς επίσης από τις εισφορές των εταίρων. Οι άνθρωποι που τη συγκροτούν, οι επονομαζόμενοι εταίροι που σήμερα είναι γύρω στους 350, προέρχονται από διάφορους επιστημονικούς κλάδους κι επαγγελματικές τάξεις. Ο πρόεδρος, ο γενικός γραμματέας και τα μέλη του ενδεκαμελούς διοικητικού συμβουλίου είναι όλοι αιρετοί και δεν αμείβονται.

Το ζήτημα της ανάδειξης, προβολής και διαφύλαξης της αρχαιολογικής κληρονομιάς της Ελλάδας απασχολούσε ήδη τις κυβερνήσεις των πρώτων μετεπαναστατικών χρόνων, σε εποχές που καμία υποδομή δεν υπήρχε, αρκετά μνημεία είχαν υποστεί φθορές από τον πόλεμο ή είχε αφαιρεθεί ικανό υλικό τους για άλλες χρήσεις, κυρίως οικοδομικές – σε πολλούς αρχαιολογικούς χώρους.

Ακόμα και πάνω στην Ακρόπολη είχε χτιστεί ολόκληρη συνοικία, ουκ ολίγοι αρχαίοι ναοί και άλλα οικοδομήματα είχαν μετατραπεί σε τεμένη ή εκκλησίες: Ο ίδιος ο Παρθενώνας φιλοξενούσε τζαμί εντός του, σε εκκλησία είχε διαμορφωθεί ο ναός του Ηφαίστου (Θησείο).

Η αρχαιοκαπηλία ήταν ουσιαστικά ανεξέλεγκτη και την ασκούσαν ντόπιοι και ξένοι, με τις αδιάφορες κατά κανόνα οθωμανικές αρχές να αρκούνται στα μπαξίσια. Ανθούσε ήδη από τον 18ο αιώνα, οπότε στην Ευρώπη, η οποία είχε αναγάγει την αρχαία Ελλάδα σε σημείο αναφοράς της ιστορικής και πολιτισμικής της αυτοσυνείδησης (δίχως να ισχύει το ίδιο για τους Έλληνες της εποχής καθαυτούς, οι οποίοι θεωρούνταν «σκιά» των προγόνων τους και των μνημείων τους), άρχισε να δημιουργείται έντονο ενδιαφέρον για τις κλασικές αρχαιότητες.

Το παράδειγμα του λόρδου Έλγιν που «έδρασε» στο λυκόφως της τουρκοκρατίας ξηλώνοντας τα γλυπτά του Παρθενώνα είναι το πιο χαρακτηριστικό αλλά όχι το μόνο.

Το μέγαρο της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας. Φωτό: Στ. Στουρνάρας

Με δεδομένο ότι Έλληνες αρχαιολόγοι δεν υπήρχαν τότε, με εξαίρεση τον Επτανήσιο Ανδρέα Μουστοξύδη που χρημάτισε και προϊστάμενος της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, οι πρώτοι πρόεδροι και γραμματείς της Αρχαιολογικής Εταιρείας όπως ο Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός και ο Ιωάννης Κωλέττης, ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής και ο Σκαρλάτος Βυζάντιος αντίστοιχα, ήταν πολιτικοί, διπλωμάτες ή λόγιοι. Δεν υπήρχε καν αρχαιολογική νομοθεσία, παρότι ήδη από το 1822 είχε επισημανθεί η ανάγκη προστασίας και διαφύλαξης των αρχαίων μνημείων.

Ο Γρηγόριος Δικαίος, ο γνωστός Παπαφλέσσας, ως υπουργός Εσωτερικών της επαναστατικής κυβέρνησης, είχε κάνει μια πρώτη απόπειρα (διάταγμα της 10ης/2/1825), ακολούθησε ένας νόμος περί απαγόρευσης εξαγωγής αρχαιοτήτων από τον Καποδίστρια (διαταγή αρ. 2400 της 12ης/5/1828) και ένα αρχικό σχέδιο νόμου συνταχθέν από τον Μουστοξύδη τον Ιούνιο του 1830, που ανέστειλε η δολοφονία του κυβερνήτη, για να φτάσουμε στα χρόνια του Όθωνα, οπότε δημοσιεύεται ένα εμπεριστατωμένο νομοσχέδιο «περί των επιστημονικών και τεχνολογικών συλλογών, περί ανακαλύψεως και διατηρήσεως των αρχαίων και της χρήσης αυτών» (Ιούνιος 1834), που είχε επιμεληθεί ο αντιβασιλέας Georg Ludwig von Maurer.

Τον προηγούμενο χρόνο είχε ιδρυθεί η Αρχαιολογική Υπηρεσία (1833) και το 1837 συστήνεται η Αρχαιολογική Εταιρεία, θα περάσουν εντούτοις αρκετά χρόνια για να παταχθεί η νόμιμη και παράνομη αρχαιοκαπηλία και να οργανωθούν επισκέψιμοι αρχαιολογικοί χώροι.

Οι πρώτες ανασκαφές, απαλλοτριώσεις και αναστηλώσεις ξεκίνησαν, καθώς αναμενόταν, στην Ακρόπολη και τη γύρω περιοχή στις αρχές της δεκαετίας του 1830. Η αναστήλωση του ναού της Αθηνάς Νίκης πάνω στον Ιερό Βράχο, η πρώτη που πραγματοποιήθηκε στο νεοσύστατο κράτος (1834), εξέφραζε κατά τον Maurer ακριβώς «το πνεύμα της ελληνικής αρχαιότητας που πρέπει να σταθεί και στο μέλλον ως ο μαγνητικός κρίκος ανάμεσα στη σημερινή Ελλάδα και τον ευρωπαϊκό πολιτισμό».

Δεν θα λείψουν πάντως και οι προστριβές μεταξύ Βαυαρών και άλλων ξένων αρχαιολόγων και ειδικών με Έλληνες συναδέλφους τους για θέματα δικαιοδοσίας.

Στις ανασκαφές της Αθήνας συνέβαλε η ανοικοδόμηση και επέκτασή της καθώς, σκάβοντας, οι εργολάβοι για να θεμελιώσουν ένα καινούργιο κτίριο ή άλλο δημόσιο έργο, έπεφταν συχνά πάνω σε αρχαία (υπόψη ότι δεν σπάνιζαν και τα «μπαζώματα», κάτι που και σήμερα ενίοτε συμβαίνει).

Η Βιβλιοθήκη της Εταιρείας. Φωτό: Στ. Στουρνάρας

Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες φίλων και μελών, η Εταιρεία κόντεψε να κλείσει τρεις δεκαετίες αργότερα λόγω οικονομικών προβλημάτων. Ορθοπόδησε ξανά, όταν τις τύχες της ανέλαβε ο επιφανής αρχαιολόγος Στέφανος Κουμανούδης, ο οποίος μάλιστα καθιέρωσε και λαχείο υπέρ της. Επί των ημερών του πραγματοποιήθηκαν εκτεταμένες ανασκαφές, όχι μόνο στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας (από τον Κεραμεικό και την Ακρόπολη μέχρι τη Ρωμαϊκή Αγορά) αλλά επίσης στον Πειραιά και άλλους δήμους της Αττικής, τη Βοιωτία, την Πελοπόννησο και τις Κυκλάδες.

Την εποχή εκείνη η Εταιρεία συγκροτεί τρία μουσεία στην πρωτεύουσα (στο Πανεπιστήμιο, το Πολυτεχνείο και το Βαρβάκειο Λύκειο) που αργότερα θα «συνενωθούν» στο ιδρυθέν το 1889 Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, θεμελίωσε επίσης μουσεία στην Κέρκυρα, τη Χαλκίδα, τη Χαιρώνεια και αλλού.

Έκτοτε το έργο της Εταιρείας επεκτείνεται και εμπλουτίζεται διαρκώς, δεν έπαψε μάλιστα να παράγει έργο ούτε στις δυσκολότερες περιόδους που γνώρισε η χώρα τον προηγούμενο αιώνα, όπως στον Β’ Παγκόσμιο και στην Κατοχή.

Λειτουργώντας ανέκαθεν ως ανεξάρτητο επιστημονικό ίδρυμα, εξακολουθεί μέχρι σήμερα να προστατεύει, να αναδεικνύει και να μελετά αρχαιότητες, από αναστηλώσεις μέχρι ανασκαφές τόσο παλαιότερων ετών που είτε συνεχίζονται, είτε επανέρχονται (Θήρα, Μυκήνες, αρχαία Μεσσήνη, Θήβα, Σικυών, Σύρος, Σίφνος) όσο και νεότερες όπως στην Ίκλαινα και τη Θουρία του νομού Μεσσηνίας. Υπολογίζεται ότι έχει πραγματοποιήσει συνολικά πάνω από χίλιες ανασκαφές στην Αθήνα και πανελλαδικά.

Έχει επίσης ανασκάψει πρώτη σε θέσεις που στη συνέχεια πέρασαν στην αρμοδιότητα είτε της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας είτε ξένων αρχαιολογικών σχολών όπως στη Ρωμαϊκή Αγορά, τον Κεραμεικό, τη Βιβλιοθήκη του Αδριανού, την Ελευσίνα, τη Βραυρώνα, τις Μυκήνες, την Επίδαυρο, τη Βεργίνα, τη Δωδώνη και αλλού.

Συχνά μάλιστα αναγκαζόταν να αγοράζει η ίδια τα υπό ανασκαφή γήπεδα όπως συνέβη με το θέατρο του Διονύσου στην Αθήνα, το θέατρο της Επιδαύρου και τις προϊστορικές ακροπόλεις του Σέσκλου και του Διμηνίου στη Θεσσαλία, παραδίδοντάς τα ακολούθως στο δημόσιο.

Τα τελευταία χρόνια το ανασκαφικό έργο της Εταιρείας έχει σκόπιμα, διαβάζω, περιοριστεί ώστε να δοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στις δημοσιεύσεις. Διαβάστε περισσότερα στην πηγή.

This entry was posted in ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΣ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ and tagged , , , . Bookmark the permalink.