Ο αποκρυπτογράφος των τοιχογραφιών στην Αρχαία Θήρα, την Κνωσό και τις Μυκήνες

Η τοιχογραφία της θεάς από το Ακρωτήρι της Θήρας (π. 1600 π.Χ.). Ο γαλάζιος πίθηκος προσφέρει στην αιγαιακή Πότνια στήμονες κρόκου που τα κορίτσια έχουν συλλέξει από τα ηφαιστειακά βράχια του νησιού.

Μια συζήτηση με τον αρχαιολόγο Ανδρέα Βλαχόπουλο για τα ευρήματα των ανασκαφών στα νησιά του Αιγαίου.

Στη συζήτηση που ακολουθεί, ο Ανδρέας Βλαχόπουλος, αναπληρωτής καθηγητής Προϊστορικής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, διευθυντής της αρχαιολογικής έρευνας πεδίου στο Βαθύ Αστυπάλαιας, επιστημονικός συνεργάτης της ανασκαφής στο Ακρωτήρι Θήρας και των ανασκαφών Νάξου, με ειδίκευση στην εικονογραφία της Εποχής του Χαλκού, μιλά για τα αξιοθέατα του ελλαδικού χώρου από την Εποχή του Λίθου ως την Εποχή του Χαλκού και ειδικά για τις τοιχογραφίες της Θήρας, της Κνωσού και των Μυκηνών, καθώς επίσης για τις βραχογραφίες των αιγαιοπελαγίτικων νησιών.

Ο αρχαιολόγος αναφέρεται στις πληροφορίες που λαμβάνουμε από εκεί για την οικονομία, το εμπόριο, την κοινωνική οργάνωση, τη θρησκεία και το πολιτιστικό επίπεδο των ανθρώπων εκείνων των καιρών, τα ιστορικά αινίγματα που παραμένουν υπό έρευνα, τα «γκράφιτι» της εποχής και τη σημασία τους, αλλά και δυο θέματα που έχουν συζητηθεί αρκετά, των εξωτικών πιθήκων που απεικονίζονται στο Ακρωτήρι Θήρας αφενός, της ομοερωτικού περιεχομένου επιγραφής που ο ίδιος είχε εντοπίσει σε βράχο στο Βαθύ της Αστυπάλαιας αφετέρου.

Αναφερθήκαμε επίσης στις χαρές και τις δυσκολίες της αρχαιολογικής έρευνας, τη συμβολή σε αυτή απλών ανθρώπων με περισσό αισθητήριο και μεράκι, στο πόσο έχει προοδεύσει σήμερα η κατανόησή μας για μια δυναμική, ακμαία και κοσμοπολίτικη, πλην όμως αρκετά ομιχλώδη, ιστορική περίοδο, σε θέματα ανάδειξης, συντήρησης και προστασίας των σωζόμενων μνημείων και ευρημάτων ακόμα.

— Πώς βρίσκει καταρχάς την αρχαιολογία και την αρχαιολογική δραστηριότητα εν γένει η «επόμενη μέρα» της πανδημίας;

Όπως συνέβη με πολλούς άλλους επιστημονικούς κλάδους που δρουν στο πεδίο, τόσο η ανασκαφική δραστηριότητα όσο και η μελέτη ευρημάτων έχουν περισταλεί για λόγους προφύλαξης αλλά και καθαρά πρακτικούς. Σε αυτό συμβάλλει και η παράταση του πανεπιστημιακού έτους, που σημαίνει ότι μέχρι το τέλος Ιουλίου δεν θα έχουμε τους φοιτητές μας σε ανασκαφικές δραστηριότητες. Εννοείται ότι και οι παραδόσεις γίνονται τον καιρό αυτό μέσω Διαδικτύου. Ειδικά όσοι δουλεύουμε σε μικρά νησιά, οφείλουμε να είμαστε διπλά προσεκτικοί. Τα δρομολόγια για την Αστυπάλαια, για παράδειγμα, ξεκίνησαν, όμως δεν είναι σώφρον να εμφανιστεί ξαφνικά σύσσωμη η ομάδα της ανασκαφής και της μελέτης, 40 άτομα δηλαδή, σε έναν τόπο που ακόμα προσπαθεί να διαχειριστεί τα νέα δεδομένα. Θα το κάνουμε στον προσήκοντα χρόνο, πάντα με τη φιλόξενη συνεργασία των Αστυπαλιωτών.

Ανδρέας Βλαχόπουλος, Δντης της έρευνας στο Βαθύ Αστυπάλαιας. Η ανασκαφή τελεί υπό την αιγίδα της Αρχαιολογικής Εταιρείας.

— Ποιες αρχαιολογικές θέσεις του Αιγαίου παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον επισκέπτη όσον αφορά την προϊστορική περίοδο;

Τα μνημεία διακρίνονται σε όσα είναι προσιτά και επισκέψιμα και σε όσα είναι αδιαμόρφωτοι αρχαιολογικοί χώροι. Όλα όμως παραμένουν θύλακες έρευνας και μελέτης. Οι ειδικοί προτείνουμε τι μπορεί να γίνει επισκέψιμο και η Πολιτεία αποφασίζει. Η αιγαιακή προϊστορία έχει πλήθος σημαντικών θέσεων, από την Πολιόχνη της Λήμνου, τη Θερμή της Λέσβου και το Παλαμάρι στη Σκύρο, της 3ης χιλιετίας π.Χ., μέχρι το Ακρωτήρι της Σαντορίνης και τα μινωικά ανάκτορα της Κρήτης, των πολιτισμών της 2ης χιλιετίας.

— Ποια νησιωτικά μνημεία συνδέονται με την αιγαιακή εικονογραφία, με την οποία έχετε μεγαλύτερη εξοικείωση;

Σε ό,τι αφορά τις βραχογραφίες της 4ης και 3ης χιλιετίας π.X., ο πολύ σημαντικός Στρόφιλας στην Άνδρο, που ανασκάπτει η Χριστίνα Τελεβάντου, είναι χώρος μη επισκέψιμος, το δε Βαθύ στην Αστυπάλαια είναι μεν ελεύθερης πρόσβασης αλλά η έκταση είναι ιδιωτική, θα πρέπει δηλαδή οι επισκέπτες να το σεβαστούν. Το Ακρωτήρι είναι, βεβαίως, ο κατ’ εξοχήν αρχαιολογικός χώρος που συνδέεται με τις προϊστορικές τοιχογραφίες των μέσων της 2ης χιλιετίας π.X., τη δεύτερη μεγάλη ενότητα εικονογραφικής τέχνης. Oι σπουδαίες συνθέσεις επιτοίχιας ζωγραφικής που αποκαλύφθηκαν εκεί είναι άριστα συντηρημένες και αποκατεστημένες. Μερικές εκτίθενται στο Μουσείο Προϊστορικής Θήρας στα Φηρά. Ένα ιδιαίτερα σημαντικό σύνολο θηραϊκών τοιχογραφιών υπάρχει στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, στον ειδικά διαμορφωμένο γ΄ όροφο. Τοιχογραφίες από τη μινωική Κρήτη εκτίθενται στο ανακαινισμένο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου και από τα αντίγραφα στην Κνωσό παίρνει κανείς μια ιδέα για τη σχέση τους με την αρχιτεκτονική. Οι λίγο υστερότερες μυκηναϊκές τοιχογραφίες εκτίθενται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, καθώς επίσης στα Μουσεία Μυκηνών και Θηβών.

Ο επίπεδος βράχος με την επιγραφή «ΔΙΩΝ» (τέλος 5ου / αρχές 4ου αι. π.Χ.) και τα φαλλόσχημα βραχογραφήματα δίπλα σε δακτυλιόσχημα και κυκλικά μοτίβα (3η χιλιετία π.Χ.).

— Τι μπορεί κανείς να συναγάγει με βάση τις σωζόμενες αυτές τοιχογραφίες για την κοινωνική οργάνωση, το πολιτιστικό επίπεδο αλλά και την καθημερινότητα αυτών των ανθρώπων;

Η τοιχογραφία είναι μια εκλεπτυσμένη τέχνη αστικής εξωστρέφειας, αλλά και μέσο άσκησης ιδεολογικής προπαγάνδας των κοινωνιών που τις υιοθέτησαν. Απαιτούν οικονομική επιφάνεια και κινητικότητα ανθρώπων, αλλά επίσης ιδεών και αντιλήψεων, εξειδικευμένα συνεργεία, πρώτες ύλες και στέρεες τεχνικές γνώσεις. Απαιτούν, κοντολογίς, έναν κοσμοπολιτισμό, που πολύ σωστά επεσήμαναν ο Σπ. Μαρινάτος και ο Χρ. Ντούμας αναφορικά με το Ακρωτήρι, τον οικισμό που έδωσε το καλύτερα σωζόμενο σύνολο τοιχογραφιών στο Αιγαίο. Οι κρητομυκηναϊκές και κυκλαδικές τοιχογραφίες έχουν περάσει στη γνώση μας ως μοναδικές, ξέχωρες, εξιδανικευμένες μορφές τέχνης, όροι που όμως είναι ανακριβείς, επειδή αποτυπώνουν τη σύγχρονη αντίληψη και τον θαυμασμό στο πανάρχαιο εύρημα.

Σήμερα προσλαμβάνουμε τις εικόνες αυτές κυρίως ως ζωγραφική και επειδή η αποκατάστασή τους στα μουσεία γίνεται σε πλαίσια (παλαιότερα και σε επίπεδες προθήκες), υπάρχει συχνά σύγχυση με έργα ζωγραφικής που υπήρξαν εξαρχής φορητά, όπως αυτά που βλέπουμε σε πινακοθήκες και γκαλερί. Η συμβατική τους αποκατάσταση απομακρύνει τον σύγχρονο θεατή από την αρχική ιδιότητα των τοιχογραφιών, που ήταν μνημειακές συνθέσεις απλωμένες σε πολλούς τοίχους μέσα σε πολυόροφα αρχιτεκτονικά κελύφη. Δεν μπορεί όμως να γίνει αλλιώς. Ούτε στο Ακρωτήρι ούτε στην Κνωσό, όπου οι τοιχογραφίες βρέθηκαν θρυμματισμένες από μεγάλους σεισμούς, υπάρχει η αρχική εικόνα. Αυτή αποκαθίσταται μετά από κοπιώδη συντήρηση και μέσα από σύγχρονες αποκαταστάσεις, συχνά υποθετικές. Εξίσου δύσκολη είναι και η ερμηνεία τους, επειδή γίνεται μέσα από τα μάτια μιας κοινωνίας 35 αιώνες μετά τη δημιουργία τους.

Το ακρωτήριο Πύργος ονομάστηκε έτσι από τα λείψανα του ελληνιστικού πύργου (4ος αι. π.Χ.). Ο χώρος της έρευνας όπου φοιτητές του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων ασκούνται από το 2011.

— Ένα σχετικό παράδειγμα;

Ο Έβανς στην Κνωσό, ας πούμε, εφάρμοσε ένα μοντέλο πρόσληψης και ερμηνείας βαθύτατα επηρεασμένο από τον Ρομαντισμό του 19ου αιώνα και την ανακτορική υπεροχή της βρετανικής Αυλής. Ταυτόχρονα, βέβαια, η άποψή του για την επαναφορά της αρχιτεκτονικής αλλά και της ζωγραφικής διάστασης των αναστηλωμένων ερειπίων ήταν πρωτότυπη και παιδαγωγική.

Μιλώντας για τοιχογραφίες, πάντα, η μοναδική αποκατάσταση στην Κνωσό που πλησιάζει αρκετά την αυθεντική είναι αυτή της Αίθουσας του Θρόνου. Ακόμα και στο Ακρωτήρι όπου έχουν διασωθεί κτήρια σε ύψος τριών και τεσσάρων ορόφων ήταν εξαιρετικά σπάνιο να βρεθούν οι τοιχογραφίες στις αρχικές τους θέσεις, εκτός από κάποια ισόγεια δωμάτια, όπως η Τοιχογραφία της Άνοιξης ή δύο κλιμακοστάσια. Όλος αυτός ο πολύχρωμος, ανώνυμος όγκος κονιαμάτων πρέπει να ανασυρθεί με χειρουργική ακρίβεια από το σκάμμα και να υποστεί τη βασανιστική διαδικασία της συντήρησης και ανασύστασης, όπως ένα παζλ για το οποίο η λύση δεν υπάρχει στο πίσω μέρος του κουτιού!

Εκείνο που βοηθά τον σύγχρονο μελετητή των τοιχογραφιών είναι ότι πρόκειται ουσιαστικά για εικονογραφικές παραστάσεις που επαναλαμβάνονται με περιορισμένες αποκλίσεις πάνω σε βασικά πρότυπα. Θυμίζουν σε αυτό αρκετά τις τοιχογραφίες των χριστιανικών ναών, εμείς όμως δεν γνωρίζουμε τα ιερά και άλλα κείμενα του 1600-1200 π.Χ. που θα μας τις αποκρυπτογραφήσουν.

Από την πολύ κατεστραμμένη Κνωσό ο Έβανς και οι κατοπινοί έπρεπε να είναι τολμηροί και ενδεχομένως αυθαίρετοι όταν αποκαθιστούσαν μινωικές τοιχογραφίες. Εκεί έγκειται και η μεγάλη συμβολή του Ακρωτηρίου, όπου συντηρήθηκαν με μεγάλη ασφάλεια συνθέσεις υψηλής ζωγραφικής τέχνης που έδειξαν την αναγωγή τους στα μεγάλα ανακτορικά κέντρα της Κρήτης και βοήθησαν να τα καταλάβουμε καλύτερα. Παραμένουν βέβαια έργα κυκλαδικά, δείγματα μιας ευρύτατης αιγαιακής «κοινής» κοσμοθεωρίας.

Οι υστερότερες τοιχογραφίες από τις Μυκήνες, την Πύλο, τον Ορχομενό και τη Θήβα λειτούργησαν αντίστοιχα ως παράγωγα αυτών των στερεοτυπικά δογματικών εικόνων του πολιτισμού που ευφυώς ο Μαρινάτος ονόμασε «κρητο-μυκηναϊκό». Γι’ αυτό τα τελευταία χρόνια στα μουσεία μας, όπως για παράδειγμα στο πρόσφατα ανακαινισμένο της Θήβας, εκτίθενται πολύ πιο ακριβείς και πειστικές αποκαταστάσεις τοιχογραφιών, ως προϊόντα ουσιαστικότερης μελέτης αλλά και πιο ασκημένων ειδικών.

Οι βραχογραφίες σπειρών υπάρχουν σε μεγάλη έκταση του Βαθιού, χαραγμένες σε οριζόντιους και κατακόρυφους βράχους.

— Μια άλλη μελέτη που δημοσιεύτηκε πρόσφατα και συζητήθηκε αρκετά ήταν αυτή της Μαρί Νικόλ Παρέχα που υποστηρίζει ότι οι πίθηκοι που απεικονίζονται στο Ακρωτήρι, στο συγκρότημα Β, ανήκουν σε κάποιο ασιατικό είδος.

Ο κοσμοπολιτισμός στον οποίο αναφερθήκαμε σίγουρα ερμηνεύει και τον εξωτισμό των τοιχογραφιών της Θήρας. Δεν είναι μόνο οι πίθηκοι – σε ένα διπλανό δωμάτιο απεικονίζεται μια μικρή αγέλη από αφρικανικές αντιλόπες. Σε άλλα κτίρια πάλι έχουμε γαλάζιους πιθήκους που δεν επαληθεύουν την πιστή απεικόνιση ενός ζώντος προτύπου. Το καταρχήν ζητούμενο στις τοιχογραφίες αυτές είναι ο συμβολισμός των δρωμένων που ο πίθηκος επιτελεί μέσα από την ανθρωπομιμητική του διάσταση, κάτι που η Ανατολή μάς το δίνει μέσα από την τέχνη, τη μυθολογία και τη θεολογία. Παρότι οι Αιγαίοι εμπλέκονταν σε υπερπόντια για την εποχή ναυτικά ταξίδια και τροφοδοτούσαν την τέχνη τους με πολλά στοιχεία, δεν είναι αρκετό η μελέτη μας να εξαντλείται στην ταξινομική ταύτιση του πιθήκου.

Σκοπός μας είναι να καταλάβουμε γιατί ξιφουλκεί, γιατί παίζει μουσική, γιατί φορεί κοσμήματα, να καταδειχθεί γιατί είναι το ζώο που μεσιτεύει μεταξύ της γονιμικής Θεάς της Φύσης και των ανθρώπων. Σε τοιχογραφία του κτιρίου Ξεστή 3 στο Ακρωτήρι, η εράσμια γυναικεία θεότητα καθισμένη πάνω σε βάθρο δέχεται κρόκο ως προσφορά από έναν τέτοιο γαλάζιο πίθηκο. Τον κρόκο έχουν μαζέψει τα κορίτσια της θηραϊκής κοινότητας στο πλαίσιο μιας τελετουργικής γιορτής, όμως δεν εξουσιοδοτούνται να τον προσφέρουν οι ίδιες στη θεά. Άρα είναι νομίζω πιο ενδιαφέρον να ερμηνεύσουμε σε τι κοσμολογικό και θρησκευτικό περιβάλλον απεικονίζει ο καλλιτέχνης τον πίθηκο (όπως άλλωστε και τον γρύπα, τα πτηνά και άλλα όντα) παρά να μπούμε σε μια λογική National Geographic.

— Γεγονός είναι πάντως ότι το Ακρωτήρι κατέχει μια ιδιαίτερη θέση στην αιγαιοπελαγίτικη προϊστορική αρχαιολογία.

Αναμφίβολα. Το Ακρωτήρι του 1600 π.Χ. είναι μια δυναμική, εξωστρεφής, πλούσια κοινωνία που διακρίνεται στο θαλάσσιο εμπόριο και τη ναυτοσύνη. Αντλεί από το κυκλαδικό της παρελθόν σύμβολα, κειμήλια, νησιωτικότητα και ένα ισχυρό αστικό παρελθόν από μια προϋπάρχουσα πόλη, η οποία ισοπεδώθηκε επίσης από σεισμό. Η Κνωσός προέρχεται επίσης από ένα ακμαίο παρελθόν, που φτάνει στα νεολιθικά χρόνια, έχει αντίστοιχη συνέχεια, αλλά είναι ένα ανακτορικό μητροπολιτικό κέντρο που κυριαρχεί σε όλη την Κρήτη, πιθανόν δε να συμμαχεί, να εποπτεύει ή να επεκτείνει την ισχύ της σε άλλες περιοχές. Ο ακριβής προσδιορισμός της σχέσης των νέων ανακτόρων της Κνωσού με το ακμάζον Ακρωτήρι της τελευταίας φάσης είναι ένα γοητευτικό ζητούμενο δεκαετιών στην έρευνα.

Η τοιχογραφία της θεάς από το Ακρωτήρι της Θήρας (π. 1600 π.Χ.). Ο γαλάζιος πίθηκος προσφέρει στην αιγαιακή Πότνια στήμονες κρόκου που τα κορίτσια έχουν συλλέξει από τα ηφαιστειακά βράχια του νησιού.

— Το αν η Κνωσός είχε επιβληθεί με την ακτινοβολία της ή διά των όπλων στο ευρύτερο Αιγαίο σίγουρα συνδέεται και με το κατά πόσο ήταν τελικά ο μινωικός πολιτισμός τόσο ειρηνόφιλος όσο θρυλείται. Γεγονός είναι πάντως ότι δεν έχουμε πολεμικές αναπαραστάσεις στις εν λόγω τοιχογραφίες.

Έχετε δίκιο, πλην όμως αυτό που βλέπουμε ή θα θέλαμε να δούμε εμείς στις τοιχογραφίες δεν ταυτίζεται απαραίτητα με ό,τι συνέβαινε στην πραγματικότητα. Φοβάμαι ότι όσο έχουμε απαιτήσεις ιστορικότητας από αυτές δεν θα μπορούμε να απολαύσουμε την πανταχού παρούσα βαθιά κοινωνική θρησκευτικότητά τους: τις θεότητες, τις πομπές με τα δώρα, τις τελετουργίες ενηλικίωσης κ.λπ.

Αν οι τοιχογραφίες ήταν φωτογραφικές θα έπρεπε επίσης να εμφανίζονται οι ηγεμόνες, οι ακόλουθοι και οι οικογένειές τους, πράγμα που όμως δεν συμβαίνει, παρότι μιλάμε για ανακτορικό σύστημα στην Κρήτη. Εδώ, όπως λέει και η Ναννώ Μαρινάτου, έχουμε μια θρησκειοκρατική, εν πολλοίς, και όχι μια ιστορική ή κοινωνική εικονογραφία. Που, θα προσέθετα εγώ, υπονοεί τον ηγεμόνα και τον μηχανισμό προπαγάνδας του με έναν διαφορετικό τρόπο. Αυτόν αναζητούμε. Από την άλλη πλευρά, βέβαια, τα όπλα προβάλλονται πολύ στις τοιχογραφίες, δίνουν κύρος και αξίωμα.

Έχει πλέον υποχωρήσει η διπολική άποψη για τους πολεμοχαρείς Μυκηναίους και τους ειρηνικούς Μινωίτες, με τους Κυκλαδίτες κάπου στη μέση. Αλλά με τόσο σύνθετα διοικητικά συστήματα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί. Καμιά εποχή ή επικράτεια δεν υπήρξε μόνο ειρηνική ή μόνο φιλοπόλεμη. Πράγματι, οι περισσότερες ενδείξεις που έχουμε για τις πόλεις και τα ανάκτορα αφορούν φυσικές και όχι πολεμικές καταστροφές. Ωστόσο, στην Αγία Ειρήνη της Κέας και στη Φυλακωπή της Μήλου, πόλεις που μοιάζουν πολύ με το Ακρωτήρι, υπάρχουν οχυρωματικά τείχη. Ακόμα και ενάμιση αιώνα μετά την έναρξη των αιγαιακών προϊστορικών σπουδών παραμένουμε, ξέρετε, ιστορικά αναλφάβητοι!

— Εκτός από τις τοιχογραφίες, μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι προϊστορικές βραχογραφίες του Αιγαίου, κάποιες από τις οποίες μου είχε δείξει στη Σύρο ο Τέος Ρόμβος που έχει ασχοληθεί σχετικά.

Η περίπτωση του Τέο στη Σύρο, που τυχαίνει και φίλος αγαπητός, είναι ανάλογη με εκείνες του Μιχάλη Μπαρδάνη στην Απείραθο Νάξου και του μηχανικού Χρήστου Κανάκη στην Ηρακλειά. Άνθρωποι με σφοδρή επιθυμία να γνωρίσουν τον τόπο και τα μνημεία, συνέβαλαν αποφασιστικά στην ανάδειξη μια τέχνης για τα οποία η επίσημη αρχαιολογική καταγραφή υπήρξε περιορισμένη και αρκετά αμήχανη. Βεβαίως, ο πρώτος που στη δεκαετία του ’60 και βασιζόμενος περισσότερο στο ένστικτό του εντόπισε βραχογραφίες στην ανατολική Νάξο, στη θέση Κορφή τ΄Αρωνιού, τις χρονολόγησε και ανέδειξε τη σημασία τους, είναι ο καθηγητής μου Χρίστος Ντούμας.

Χάρη λοιπόν σε τέτοιους ανθρώπους, που υπήρξαν τολμηροί για την εποχή, αναγνωρίζουμε πλέον εύκολα βραχογραφίες πλοίων, σπειρών, όπλων, σαν αυτές που βρέθηκαν στον Στρόφιλα της Άνδρου, στο Καστρί της Σύρου και στο Βαθύ της Αστυπάλαιας και που είναι πολύ σημαντικές για την πρώιμη τέχνη του Αιγαίου. Ο Ηλίας Ανδρέου εντόπισε επίσης βραχογραφίες πλοίων στην Ίμβρο, την πατρίδα του. Ξέρετε, ο γκρίζος υπαίθριος βράχος που δέχεται την αντίχρωμη γλυφή της σμίλης του 4000 και του 3000 π.Χ. δεν απέχει πολύ από τον χρωστήρα επάνω στο ασβεστοκονίαμα. Και τα δύο παράγουν τις εικόνες και τα σύμβολα που οι κοινωνίες τους ανέδειξαν ως «θεσμικές».

Τα μνημεία επί χάρτου. Ο τοπογράφος της έρευνας Διονύσης Νιώτης (δεξιά) και οι αρχιτέκτονες Θεμιστοκλής Μπιλής και Μαρία Μαγνήσαλη κάτω από τον μοναδικό κέδρο της ανασκαφής.

— Υπάρχουν βραχογραφίες, θα τις λέγαμε «σόκιν», που παραπέμπουν σε σημερινά ερωτικά γκράφιτι. Ορισμένες έχουν μάλιστα ομοερωτικό περιεχόμενο και όταν αναφερθήκατε δημόσια σε μια σχετική επιγραφή στην Αστυπάλαια, κάποιες ακροδεξιές ιστοσελίδες σας κατηγόρησαν ότι παρουσιάζετε τους αρχαίους νησιώτες ως ομοφυλόφιλους.

Το ίδιο το γκράφιτι ως λέξη προέρχεται από το ελληνικό ρήμα «γράφω». Η βραχογραφία είναι επίσης μια μορφή γραφής. Εντούτοις η κλίμακα, η έκταση και η συνάφεια που εμφανίζουν οι επιφάνειες που φέρουν βραχογραφίες δεν φαίνεται να αφορούν την εκτόνωση ή την έκφραση ατόμων, αλλά λειτουργούν μάλλον ως καταγραφή κοινωνικών νοηματοδοτήσεων.

Αυτό που αναφέρατε είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς μπορεί να μεταφέρει ένας συντάκτης αρχαιολογικά νέα χωρίς να τα έχει κατανοήσει. H ερωτική επιγραφή «Ο Nικασίτιμος συνουσιαζόταν με τον Τιμίονα» (ΝικασίτιμοςοἶφεΤιμίονα») και τα φαλλόσχημα βραχογραφήματα που βρέθηκαν στο Βαθύ της Αστυπάλαιας είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Και λυπάμαι που οι ελληνικές εφημερίδες στηρίχτηκαν στον «πολύ» Guardian γράφοντας ότι μια επιγραφή του 6ου π.Χ. αιώνα έγινε «η αρχαιότερη ομοερωτική επιγραφή». Η παλαιότητα δεν κάνει το εύρημα είδηση. Επίσης αυτή συνδέθηκε με φαλλόσχημα θέματα που βρέθηκαν σε άλλο σημείο και είναι δύσκολο να χρονολογηθούν, επειδή βρίσκονται σε ορίζοντα προϊστορικών βραχογραφιών.

Η εν λόγω επιγραφή που μελέτησε ο επιγραφολόγος Άγγελος Ματθαίου έχει τη δική της ιστορική σημασία, τεκμηριώνει αυτό που αναφέρει και που δεν είναι κάτι άγνωστο για μια δωρική νησιωτική επικράτεια. Ειδικά σε μέρη που υπήρχαν φρουρές ή γυμνάσια, συνηθιζόταν να προβάλλουν οι νέοι είτε θριαμβευτικά είτε αστειευόμενοι τις ερωτικές τους επιδόσεις. Οι βραχογραφίες, πάλι, που έχουν φαλλόσχημο θέμα αφορούν μια προσέγγιση πολύ σύγχρονη, δεν είναι δηλαδή καθόλου βέβαιο ότι συνδέονται με το όνομα «Δίων» που έχει χαραχθεί ανάστροφα στο πλάι του ίδιου βράχου, και είναι του 4ου αιώνα π.Χ.

Όλα αυτά δείχνουν κατά βάση ότι τα βράχια λειτούργησαν διαχρονικά ως παλίμψηστες επιφάνειες καταγραφής των συμβόλων, των επιθυμιών, των φόβων και των συναισθημάτων των ανθρώπων. Δεν ανακαλύπτουμε επομένως καινούργιους κόσμους ιδεών και ηθικής, απλώς εμπλουτίζουμε και συνδυάζουμε δεδομένα που η αρχαία γραμματεία ή η ανασκαφή μας έχουν ήδη δώσει από αλλού και προ πολλού.

Βραχογραφία διπλής σπείρας (3η χιλιετία π.Χ.), που δίνει την εντύπωση ανθρώπινης μορφής. Η κιμωλία βοηθά τους αρχαιολόγους να παρακολουθήσουν καλύτερα τις γλυφές των βράχων.

— Ένα ζήτημα με τις βραχογραφίες είναι ότι οι περισσότερες βρίσκονται εκτός επίσημων αρχαιολογικών χώρων και άρα είναι έκθετες σε ενδεχόμενες φθορές ή βανδαλισμούς.

Στο Βαθύ προβληματιστήκαμε εξαρχής με το θέμα της μελλοντικής επισκεψιμότητας. Φυσικά πρώτα αποτυπώσαμε τρισδιάστατα τις βραχογραφίες και κάναμε αντίγραφα σε ρητίνη για να πάρουμε το έκτυπό τους. Εφαρμόσαμε με τους αρχιτέκτονες ένα μοντέλο διαδρομών και δράσεων που θα διασφαλίζει την ακεραιότητά τους. Η εμπειρία έχει δείξει ότι αυτή επιτυγχάνεται με την κατάλληλη εκπαίδευση του κοινού αλλά και τη χρήση της τεχνολογίας – στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων αναπτύξαμε μια εφαρμογή για κινητά που εντοπίζει αυτόματα τις βραχογραφίες βοηθώντας τον επισκέπτη να τις διακρίνει και να μαθαίνει γι΄αυτές ακόμα και από απόσταση.

Θα θέλαμε η ανασκαφή στο Βαθύ να γίνει ένας χώρος ελεύθερης αλλά υπεύθυνης πρόσβασης, με έμφαση στη μεγάλη περιβαλλοντική αξία του κόλπου. Χωρίς να φορτώσουμε τα μνημεία με στέγαστρα και πινακίδες. Ο δήμαρχος του νησιού το 2015 μάς πρόσφερε με ενθουσιασμό έναν από τους ανεμόμυλους της Χώρας, εκεί φτιάξαμε μια έκθεση με αντίγραφα και πληροφοριακό υλικό ώστε να προετοιμάσουμε τον επισκέπτη για τη σημασία του χώρου, εφιστώντας του την προσοχή στον κίνδυνο φθορών. Διαλέξεις και ξεναγήσεις κάθε καλοκαίρι, επισκέψεις στο Δημοτικό σχολείο του νησιού και μια διεπιστημονική ημερίδα που αγκάλιασε όλο το νησί δείχνει ότι είμαστε στον σωστό δρόμο. Με το Ινστιτούτο Ωκεανογραφίας του Πανεπιστημίου Πατρών δεν μαθαίνουμε μόνο τα μυστικά του βυθού, αλλά διασφαλίζουμε και τη βιοποικιλότητα του κόλπου.

Στις παράκτιες ογκολιθικές «εξέδρες» βρέθηκαν ταφές νεογέννητων μωρών μέσα σε αγγεία. Χρονολογούνται στη μετάβαση από την 4η στην 3η χιλιετία π.Χ. και φωτίζουν ένα ελάχιστα γνωστό έθιμο ταφής του προϊστορικού Αιγαίου.

Στο Βαθύ υπάρχουν σημαντικές αρχαιότητες των χριστιανικών αιώνων. Εδώ το ψηφιδωτό δάπεδο παλαιοχριστιανικής βασιλικής (4ος-5ος αιώνας)

Στη χερσόνησο του Βαθιού ερευνάται το σπηλαιοβάραθρο Χάσμα, όπου οι Βαθιώτες έβρισκαν καταφύγιο στον Β Παγκόσμιο πόλεμο. Η σπηλαιολόγος Γιάννα Ευσταθίου με συνεργάτες της ανασκαφής.

Οι σπείρες έχουν σχεδιαστεί με γεωμετρική ακρίβεια στα βράχια. Η θέση τους, κατά μήκος μονοπατιών, δείχνει ότι ήταν σημεία προσανατολισμού, μπορεί όμως να συνδέονται και με αστρονομικές παρατηρήσεις των αρχαίων.

— Σε κάθε περίπτωση, φαίνεται ότι η αρχαιολογική έρευνα δεν είναι υπόθεση μόνο των αρχαιολόγων.

Καθόλου. Κάθε έρευνα πεδίου πλέον είναι διεπιστημονική. Στο Βαθύ π.χ. εμπλέκονται 10 Πανεπιστήμια από 4 χώρες και στελέχη από 3 Εφορείες Αρχαιοτήτων. Για τις τοιχογραφίες, επίσης, απαιτείται ένα ολόκληρο «συνεργείο» που περιλαμβάνει συντηρητές, αρχιτέκτονες, μηχανικούς υπολογιστών και εικαστικούς. Ο αρχαιολόγος δεν είναι παρά ο θεσμικός μεσάζων, κάτι σαν τον γαλάζιο πίθηκο των τοιχογραφιών του Ακρωτηρίου.

Η ανασκαφή στο Βαθύ Αστυπάλαιας τελεί υπό την αιγίδα της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας με βασικούς χορηγούς τη Γενική Γραμματεία Αιγαίου, τον φιλάρχαιο Αθ. Μαρτίνο και την εταιρία Blue Star Ferries. Πηγή: Θ. Αντωνόπουλος, LiFO. Πηγή

This entry was posted in ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΣ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ and tagged , , , , , , , . Bookmark the permalink.