Στις «κολόνες» του Ολύμπιου Δία

Δίπλα στο Ιλισσό, εκεί που βρισκόταν το πανάρχαιο ιερό του Δία, που είχε θεμελιώσει ο Δευκαλίωνας, οικοδομήθηκε ο επιβλητικός ναός του Ολυμπίου Διός. Το έργο ξεκίνησε τον 6ο αι. π.Χ. ο Πεισίστρατος, αλλά μετά τον θάνατό του οι εργασίες σταμάτησαν. Ο ναός, δωρικού ρυθμού, έμεινε ημιτελής για αιώνες, ώσπου ο βασιλιάς της Συρίας Αντίοχος Δ΄ ο Επιφανής, το 174-163 π.Χ., αποφάσισε να συνεχίσει το έργο, δημιουργώντας έναν ναό κορινθιακού ρυθμού. Ούτε αυτός τα κατάφερε να το ολοκληρώσει, γιατί τον πρόλαβε ο θάνατος. Οι δύο ρυθμοί συνυπήρχαν μέχρι την εμφάνιση του Σύλλα, το 87-86 π.Χ., ο οποίος ανάμεσα στις τρομακτικές καταστροφές, τις φριχτές σφαγές και τις τρομερές λεηλασίες που διέπραξε, άρπαξε τους δωρικούς κίονες, για να τους χρησιμοποιήσει στον ναό του Καπιτωλίου Διός. Τέλος, ο αυτοκράτορας Αδριανός ολοκλήρωσε το έργο φτιάχνοντας έναν ναό με 104 κίονες, κορινθιακού ρυθμού, 17 μέτρα ψηλούς. Τα εγκαίνια έγιναν το 132 μ.Χ.

Οι Αθηναίοι αποκαλούσαν τον ναό Κολόνες. Τον καιρό της τουρκοκρατίας είχαν απομείνει με 17 κολόνες όλες κι όλες. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο Τζισταράκης, ο βοεβόδας των Αθηνών, γκρέμισε τη μία από αυτές, το 1759, την ασβεστοποίησε και χρησιμοποίησε το υλικό για να χτίσει τζαμί – το γνωστό τζαμί στο Μοναστηράκι.

Αριστερά: Το τζαμί του Τζισταράκη επί τουρκοκρατίας. Δεξιά: Το τζαμί μετά την απελευθέρωση, περί το 1845.

Οι Αθηναίοι θεώρησαν την καταστροφή κακό προμήνυμα, γιατί είχαν ριζωμένη την πεποίθηση ότι κάτω από κάθε αρχαίο μνημείο ήταν θαμμένη μια συμφορά κι όταν αυτό καταστρεφόταν, η συμφορά απελευθερωνόταν. Παραπονέθηκαν στον σουλτάνο και ο Τζισταράκης έχασε το αξίωμά του. Οι φόβοι των Αθηναίων επαληθεύτηκαν. Την ίδια χρονιά έπεσε θανατικό – επιδημία πανώλης.

Για τους Αθηναίους το κακό θα πρέπει καπακωνόταν μόνον από ακέραια μνημεία, και όχι από σπαράγματα. Τουλάχιστον αυτό μαρτυράει το ασβεστοκάμινο που λειτούργησε στον χώρο του ναού μετά την απελευθέρωση, στο οποίο ασβεστοποιούσαν τα πεσμένα μέρη.
Η εποχή μετά την απελευθέρωση σηματοδοτείται από ποικίλες πολιτισμικές καταστροφές, λεηλασίες και ξεπουλήματα, που έκαναν οι ίδιοι οι Αθηναίοι, αγνοώντας, υποτιμώντας ή αδιαφορώντας για την αξία της παλαιότητας. Σεβάστηκαν τις αρχαιότητες, αλλά κατέστρεψαν μεσαιωνικά μνημεία. Ήδη έχουμε μιλήσει για την καταστροφή των 72 παμπάλαιων εκκλησιών της Αθήνας. Η Καπνικαρέα και η Γοργοεπήκοος (ο Άγιος Ελευθέριος δίπλα στη μητρόπολη) γλίτωσαν παρά τρίχα. Περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε ΕΔΩ και ΕΔΩ.

Το Οκτώβριο του 1852 ξέσπασε σφοδρή θύελλα. Τότε σωριάστηκε η δέκατη έκτη κολόνα. Δύο χρόνια αργότερα, το 1854, έπεσε επιδημία χολέρας, που θέρισε χιλιάδες ζωές. Η επιδημία ξεκίνησε από ένα γαλλικό πολεμικό πλοίο που συμμετείχε στον αποκλεισμό της Αθήνας και του Πειραιά. Για τους Αθηναίους όμως η εξήγηση ήταν η καταστροφή της κολόνας.

Τραγική ειρωνεία είναι ότι στον χώρο του ναού, τόσο οι χριστιανοί και όσο και οι μουσουλμάνοι της Αθήνας, έκαναν λιτανείες και δεήσεις σε περιόδους ανομβρίας.

Η λαϊκή μνήμη διέσωσε την κατάρρευση του κίονα με την έκφραση «Στον καιρό της κολόνας».

Μετά την καταστροφική θύελλα τοποθετήθηκε προστατευτικό κιγκλίδωμα γύρω από τον πεσμένο κίονα. Υπήρξε πρόταση να ξαναστηθεί, αλλά και πρόταση κάποιου ξένου «αρχαιολάτρη» να τον αγοράσει και να τον πάρει στην πατρίδα του. Οι Έλληνες αρνήθηκαν. Ο κίονας παραμένει μέχρι σήμερα στη θέση όπου έπεσε.

Στον ναό του Ολυμπίου Διός συναντιόνταν η χριστιανική και η μουσουλμανική θρησκεία. Υπήρχε ένα εκκλησάκι, ο Άι-Γιάννης στις Κολόνες, ένα τζαμί κι ένα μουσουλμανικό νεκροταφείο. Και καθώς ο τόπος ήταν ερημικός η λαϊκή φαντασία έπλασε στοιχειά να περιπλανιούνται στις κολόνες.

Ο στυλίτης δεν ήταν στοιχειό. Ήταν ένας ασκητής που είχε στήσει τη σκήτη του πάνω σε δύο στύλους. Έριχνε μ’ ένα σκοινί το καλάθι του και οι Αθηναίοι έβαζαν μέσα φαγητό και νερό. Λένε πως και ο ίδιος κατέβαινε και ξανανέβαινε στον στύλο. Στον ένα και πλέον αιώνα της ύπαρξής της, η σκήτη φιλοξένησε και άλλους ασκητές. Το παράξενο κτίσμα, ερειπωμένο πλέον, κατεδαφίστηκε περί το 1870.

Λεπτομέρεια μεγαλύτερης εικόνας του 1751, των Στούαρτ και Ρέβετ (Stuart/Revett) στην οποία απεικονίζεται η πύλη του Αδριανού, ο ναός με 17 κολόνες και η σκήτη σε καλή κατάσταση. Το κτίσμα που φαίνεται στο βάθος είναι ο ναός της Αγροτέρας Αρτέμιδος, που είχε μετατραπεί στην εκκλησία η Παναγιά στην Πέτρα.
Η φωτογραφία τραβήχτηκε μεταξύ των ετών 1852, που έπεσε η κολόνα, και 1870, που κατεδαφίστηκε η σκήτη. Στην Ακρόπολη διακρίνεται ο φράγκικος πύργος, που κατεδαφίστηκε το 1875.

Ο Εντγκάρ Κινέ έγραψε για τον ναό του Ολυμπίου Διός:

Χρειάστηκαν επτά αιώνες για να συμπληρωθεί αυτό το έργο. Δηλαδή, όσο διήρκεσε η ιστορία των Αθηνών, συνέχισε να μεγαλώνει και να μεταβάλλεται μαζί της. Και αποπερατώθηκε όταν έκλεισε και το εθνικό πεπρωμένο. Ανήκει στο μικρό αριθμό των μνημείων που, μέσα στην επική τους πορεία, τόσο παλιά σε ρίζες όσο και ένας αυτόχθων λαός, συνεχώς επιδιορθώνονται παραμένοντας ημιτελή και αποτελούν το μέτρο και την εικόνα ολόκληρης της ύπαρξης του λαού που τα κατασκευάζει.

Γύρω από τις Κολόνες, υπήρχαν καφενεδάκια, τα λεγόμενα καφενεία στις Κολόνες. Ο Δροσίνης τα περιγράφει: Στους Στύλους ολόγυρα ήταν καφενεδάκια ξύλινα, σαν παράγκες, με φράχτες καγκελωτούς και περιβολάκια, που κυριαρχούσαν εκεί ψηλοί και μακροθώρητοι οι ήλιοι και τα καλάμια.

Πρόσφεραν καφέ, λεμονάδα, σουμάδα, παγωτό, ποντς και όμορφη θέα σε πολύ χαμηλές τιμές.

Καφενείο κάτω από τις Κολόνες με θέα τον ανεμόμυλο, το 1860. Λεπτομέρεια της πρώτης φωτογραφίας.

Βαρειά εξαπλωμένος εις του Διός τους Στύλους
σαν θεριακλής Σουλτάνος το ναργιλέ ρουφώ,
κυττάζω πότε πότε και τους ανεμομύλους,
και πότε μ’ ένα κι άλλο καταφιλοσοφώ.

Τον καιρό που έγραψε ο Σουρής αυτό το ποίημα υπήρχαν δύο ανεμόμυλοι στην περιοχή. Ο ένας βρισκόταν κοντά στη γέφυρα της Αγίας Φωτεινής και κατεδαφίστηκε στις αρχές του 20ου αι. Ο άλλος, ο μύλος του Αργυρίου, βρισκόταν στον λόφο του Αρδηττού και κατεδαφίστηκε το 1980.

Για τον τελευταίο ανεμόμυλο της Αθήνας μπορείτε να διαβάσετε ΕΔΩ.

Στους Στύλους του Ολυμπίου Διός οι Αθηναίοι γιόρταζαν τα Κούλουμα, δηλαδή την Καθαρή Δευτέρα, από τον καιρό της τουρκοκρατίας μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Κούλουμα του 1838, έργο του Κρίστιαν Πέρλμπεργκ (Christian Perlberg). Με φουστανέλες, με καμήλες, με άλογα, με τσιμπούκια, με τσότρες, με ταμπουράδες, με τσάμικα κι έναν μαύρο σκλάβο, τα παλικάρια γιορτάζουν τα Κούλουμα στις Κολόνες. Από το γλέντι απουσιάζουν φαγητά και γυναίκες. Επίσης απουσιάζει και η σκήτη. Γνωρίζουμε όμως από τις χαρακτηριστικές για την ακρίβειά τους απεικονίσεις των Στούαρτ και Ρέβετ ότι η σκήτη υπήρχε από το 1751.

Η λέξη κούλουμα οφείλεται στη λατινική columna, που σημαίνει κολόνα. Την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς οι γλεντοκόποι τραγουδούσαν:

Μασκαράδες και πολίται,
στις Κολόνες να βρεθείτε.

Το πρωί συγκεντρώνονταν στις Κολόνες και στους γύρω λόφους.

Κούλουμα 1931, από εφημερίδα της εποχής. Αριστερά: Ο χορός των φουστανελάδων στους στύλους του Ολυμπίου Διός. Επικρατεί το αδιαχώρητο. Δεξιά: Γλέντι στους λόφους γύρω από την Ακρόπολη.

Τα αποσπάσματα του Εντγκάρ Κινέ, του Γεωργίου Δροσίνη και του Γεωργίου Σουρή είναι από το βιβλίο του Θανάση Γιοχάλα και της Τόνιας Καφετζάκη «Αθήνα, ιχνηλατώντας την πόλη με οδηγό την ιστορία και τη λογοτεχνία», από το οποίο αντλήθηκαν αρκετές πληροφορίες. Πηγή

This entry was posted in ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ, Ν. Αττικής and tagged , , , , , , , , . Bookmark the permalink.