«Παλάς»: H ιστορία του παλαιότερου κινηματογράφου της Αθήνας και του ιδιοκτήτη του Ματθαίου Πόταγα

Γράφει η Αναστασία Κουκά

Ο 94χρονος ιδιοκτήτης του ιστορικού κινηματογράφου του Παγκρατίου, που ήταν στο τιμόνι του από το 1953, έφυγε χθες από τη ζωή, μόλις μία εβδομάδα μετά το άνοιγμά του. «Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου μακριά από τον κινηματογράφο» έλεγε στους περαστικούς ο 94χρονος ιδιοκτήτης του ιστορικού κινηματογράφου «Παλάς» στο Παγκράτι, Ματθαίος Πόταγας, το προηγούμενο Σάββατο, ανεβάζοντας τα σιδερένια τα ρολά του μετά από πολλούς μήνες που παρέμενε κλειστός λόγω της πανδημίας. Τραγική ειρωνία: Την επόμενη μέρα κατέρρευσε και μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο όπου άφησε χθες την τελευταία του πνοή. Είχε κρατήσει την υπόσχεση που είχε δώσει στον εαυτό του αλλά και σε όλους όσοι πέρασαν, επί δεκαετίες, από τον παλαιότερο κινηματογράφο της Αθήνας πως θα βρίσκεται εκεί, στο πόστο του μέχρι το τέλος!

Ο κύριος Ματθαίος ήταν μια από τις πιο γνώριμες κι αγαπητές της φυσιογνωμίες της πόλης. Ήταν εκείνος που μάς υποδεχόταν στο πεζοδρόμιο της Υμηττού, χειμώνα – καλοκαίρι, ανοίγοντάς μας, για έναν αιώνα σχεδόν, τις πύλες του δικού του Παραδείσου. Ενός κινηματογραφικού παραδείσου αυθεντικού, ανέγγιχτου από το χρόνο, που περιείχε εικόνες και μυρωδιές και συνήθειες από τις παλιές καλές εποχές. Που αντιστάθηκε πεισματικά στην τεχνολογική εξέλιξη, τις μόδες και τα μπλοκμπάστερ και επέμεινε στο ποιοτικό, χειροποίητο σινεμά. Γι’ αυτό και αποτελούσε μια μοναδική όαση μέσα στους ξέφρενους ρυθμούς της Αθήνας.

Ο Ματθαίος Πόταγας μεγάλωσε μέσα στο «Παλάς» το οποίο άνοιξε το 1925 ο πατέρας του με τα δύο αδέλφια του. Εκεί έκανε τα πρώτα του βήματα, εκεί τριγύριζε τα καλοκαίρια που δεν είχε σχολείο, άλλοτε παίζοντας κι άλλοτε πάλι βοηθώντας στις ελαφριές δουλειές. Εκεί, γεννήθηκε και η τεράστια αγάπη του για τον κινηματογράφο η οποία έμελλε να καθορίσει όλη την μετέπειτα ζωή του.

Το τιμόνι του «Παλάς» το ανέλαβε το 1953 κι από τότε δεν το εγκατέλεψε ούτε μια μέρα, όσο δύσκολες κι αν ήταν κατά καιρούς οι συνθήκες. Πίστευε βαθιά όχι μόνον στην αξία του καλού σινεμά αλλά και στην μοναδικότητα του «Παλάς», αυτού του χώρου με την εκπληκτική art deco διακόσμηση που εμπνεύστηκε ο αρχιτέκτονας Βασίλειος Κασσάνδρας, τις χειρόγραφες χάρτινες ταμπέλες που ποτέ δεν άλλαξε και την γοητευτική vintage αισθητική που παρέμεινε αναλοίωτη στο χρόνο.Οι παλαιότεροι θα θυμούνται σίγουρα τις τεράστιες ουρές που σχηματίζονταν έξω από τα δύο ταμεία του «Παλάς», που έσφυζε από ζωή και αποτελούσε ένα πολιτιστικό σημείο συνάντησης για πάρα πολλούς Αθηναίους, επώνυμους και μη.

Τα χρόνια πέρασαν, οι εποχές άλλαξαν, η τεχνολογία σάρωσε τα πάντα όχι όμως και το μεράκι του Ματθαίου Πόταγα για το καλό σινεμά. «Είναι για εμάς προτιμότερο να προβάλουμε μία ταινία που δεν θα κάνει πολλά εισιτήρια, αρκεί ο κόσμος να βγει από την αίθουσα ευχαριστημένος» έλεγε ο ίδιος. Κι είχε δίκιο γιατί γι΄αυτόν ακριβώς το λόγο αγάπησαν το «Παλάς» οι φανατικοί επισκέπτες του που το προτιμούσαν ακόμη και τα τελευταία χρόνια που η έλλειψη συντήρησης είχε καταβάλει την εικόνα του.

Καμιά εικόνα όμως και καμιά πολυτελής συντήρηση δεν θα μπορούσε να συγκριθεί με εκείνο το αίσθημα ικανοποίησης που ένιωθες μπαίνοντας την κλειστή του αίθουσα ή ανεβαίνοντας στην θερινή αυλή του περιμένοντας να χαθείς μέσα σε μία ακόμη όμορφη κινηματογραφική ιστορία που ο Ματθαίος Πόταγας είχε φροντίσει να υπάρχει για μάς. Μαζί με μουσικές από τον παλιό καλό κινηματογράφο κι ένα μπουκάλι παγωμένη πορτοκαλάδα. Πηγή

This entry was posted in ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΑ and tagged , , . Bookmark the permalink.