Τα πανηγύρια του χωριού – Κάποτε και στις μέρες μας


Γράφει ο Γιώργος Μουσταίρας

Πάει πέρασε κι αυτό το καλοκαίρι. Χωρίς πανηγύρια φέτος, ένεκα της πανδημίας. Με νοσταλγία θα το θυμόμαστε και ιδιαίτερα οι μαθητές που ξαναμπαίνουν στο “ζυγό”. Καλό χειμώνα, λοιπόν και του χρόνου να ‘μαστε καλά να υποδεχτούμε το καινούργιο καλοκαίρι με τους καύσωνες, τα καρπούζια, τα μπάνια και τα πανηγύρια, χωρίς κορωνοϊό και μέτρα προφύλαξης.

Καλοκαίρι, η εποχή των πανηγυριών. Κάποιος άγιος που γιορτάζει στο χωριό, μια μεγάλη άπλα, όργανα, ψητά, ποτά και… χορός.

«Να μας έχει ο Θεός γερούς
πάντα ν’ ανταμώνουμε
και να ξεφαντώνουμε,
με χορούς κυκλωτικούς…»

Βέβαια η εικόνα θα ‘θελα και θα ‘πρεπε, να ήταν ειδυλλιακή.

«Καλή καρδιά, καλό κρασί και όμορφη παρέα…».

Όπως, βέβαια, θα θέλανε και άλλοι πολλοί. Έλα, όμως που «καλό κρασί» δεν βρίσκεις εύκολα σε πανηγύρια –ούτε καν κρασι– και η πρωτοβουλία περνά απ’ τον πατροπαράδοτο οίνο στην ευρωπαράδοτη μπύρα σε κουτάκι, που καταναλώνεται σε πλαστικά ποτηράκια μιας χρήσεως (άντε να τσουγκρίσεις με το πλαστικό). Και η όμορφη παρέα πώς να συντονισθεί, να λειτουργήσει και να ξεδώσει, στριμωγμένη ανάμεσα στα στενά τσίγκινα τραπεζάκια και τις ετοιμόρροπες νοικιασμένες πλαστικές καρέκλες;

Μένει η καλή καρδιά! A, αυτή πάντα θα υπάρχει στον Έλληνα. Ακόμη κι όταν αναγκάζεται να υπομένει τα ανατριχιαστικά φάλτσα, τους εκνευριστικούς μικροφωνισμούς, τα κακοπαιγμένα έως πετσοκομμένα τραγούδια… Και οι διπλανοί τύφλα στο μεθύσι, ψοφώντας για παρεξήγηση. Όμως είπαμε: Καλή καρδιά υπάρχει και τ’ ανέχεται και τ’ αντέχει όλα. Ακόμα και τα παραπανίσια ξίγκια της γουρνοπούλας και την πετσιασμένη γκιόσα.

Είμαστε ανθεκτικός λαός. Το στομάχι μας τα χωνεύει όλα. Ή σχεδόν όλα.

Μια φορά κι έναν καιρό

Γιορτάζει ο άγιος και στήνεται γιορτάσι στη χάρη του. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες το συνήθειο. Τα όργανα ντόπια κατά προτίμηση, για να γνωρίζουν τα τραγούδια και τα χούγια της περιοχής και των χορευτών. Ο χορός κρατεί από καμπάνα σε καμπάνα. Τα ψητά γυρνούν στις σούβλες ή βράζουν τα κρέατα στα μεγάλα καζάνια, το κρασί τρέχει απ’ τις κάνουλες των βαρελιών. Τα μεγάλα κοινά τραπέζια στρωμένα, γεμάτα ψωμιά ζυμωτά και τυριά απ’ τις στάνες.

Εκεί βρίσκονται όλοι. Κάτοικοι του χωριού, ξενιτεμένοι συγχωριανοί, συγγενείς από άλλα χωριά και κοντοχωριανοί. Ευκαιρία να βρεθούν οι άνθρωποι μεταξύ τους να συζητήσουν για δουλειές και να γίνουν προξενιά. Να γνωριστούν οι νέοι και οι νέες… Αφού κατέβουν στο στομάχι οι πρώτες μπουκιές και στραγγίσουν τα πρώτα ποτήρια, αρχινάνε σιγά – σιγά τραγούδια της τάβλας. Κάποιος ή κάποιοι λένε το στίχο μια φορά και όλοι μαζί επαναλαμβάνουν. Το κέφι ανάβει. Είν’ ώρα για χορό.

Συνήθως τον πρώτο γύρο τον σέρνει ο παπάς του χωριού. Μετά είν’ η σειρά των γεροντότερων. Είναι κοινός αυτός ο πρώτος χορός, με αυστηρή ιεράρχηση στη σειρά των προσώπων που συμμετέχουν. Έτσι και χορευτικά επιβεβαιώνεται από τους συμμετέχοντες η έννοια της κοινότητας.

Οι παραλλαγές των τραγουδιών

Μετά το κοινό ξεκίνημα, ο χορός περνά στις οικογένειες που με από πριν καθορισμένη σειρά χορεύουν και γλεντάνε. Εκεί θα μπουν μπροστά να χορέψουν οι αρχηγοί της οικογένειας, μετά οι γιοί και τα κορίτσια της παντρειάς. Κι όταν χορεύουν μπροστά οι γιοί και οι κόρες, γονείς, συγγενείς και φίλοι ρίχνουν χαρτούρα στα όργανα για να “βαρέσουν” το ένα ή τ’ άλλο τραγούδι με μεγαλύτερο κέφι και να δει ο κόσμος πως για χάρη τους (αυτών που χορεύουν) τόσοι και τόσοι σκορπάν τα λεφτά.

Εκεί, στο χορό, ο τραγουδιστής πολλές φορές αυτοσχεδιάζει, προσαρμόζοντας τα λόγια ενός τραγουδιού με την ντόπια πραγματικότητα, όπως για παράδειγμα ο φημισμένος λαουτιέρης Γιώργος Δημάκης, απ’ το ορεινό Γυμνό της Αργολίδας, παραλλάσσοντας το γνωστό νησιώτικο, συνήθιζε να τραγουδά:

«Έλα να πάμε στο Γυμνό,
η μάνα σου εσύ κι εγώ»…

ή κάποιες φορές παρεμβάλλονται κάποιοι σατιρικοί πειραχτικοί ή προτρεπτικοί στίχοι, όπως αυτός που απεύθυνε ο παλιός οργανοπαίχτης Σεραφείμ-Κουτσάβας απ’ την Ασίνη του Ναυπλίου, σε μια θειά μου, που χόρευε διστακτικά:

«Χόρεψε πανάθεμά σε,
πασουμάκια μη λυπάσαι.
Θα σε πάω στον τσαγκάρη
να σου κάνει άλλο ζευγάρι».

Βέβαια δεν λείπουν οι παρεξηγήσεις και οι τσακωμοί –βοηθά και το οινόπνευμα– όμως, η αίσθηση της κοινότητας συντελεί τελικά ώστε να ξεπερνιούνται ανώδυνα τα περισσότερα προβλήματα. Και μια και μιλάμε για παρεξηγήσεις, η βαρύτερη προσβολή θεωρείται –που σηκώνει μάλιστα αίμα– το να μπει κάποιος τρίτος μπροστά απ’ το χορό και να δώσει μαντήλι –για να τον σύρει αυτός– στην κοπέλα ή τη νέα γυναίκα που προπορεύεται. Άλλωστε, η οπλοφορία στο παλιό πανηγύρι και σήμερα ακόμα στην Κρήτη είναι δεδομένη. Τα δίκανα και τα κουμπούρια βαρούν στη χαρά του χωριού, αλλά είναι πρόχειρα και για οποιαδήποτε άλλη χρήση…

Στις μέρες μας

Ελάχιστη σχέση υπάρχει ανάμεσα στο παλιό παραδοσιακό πανηγύρι και στο σημερινό. Βέβαια υπάρχει η ίδια αφορμή, η εορτή κάποιου άγιου. Βέβαια ακούγονται και κάποια δημοτικά τραγούδια, όμως, από κει και πέρα δεν υπάρχει καμιά συνάφεια του χθες με το σήμερα.

Σήμερα, τις περισσότερες φορές το πανηγύρι οργανώνεται από κάποιον επιχειρηματία με σκοπό αποκλειστικά το κέρδος, τα ντόπια όργανα –όσα έχουν απομείνει– περιφρονούνται (προτιμούνται ξένοι έστω και της κακιάς ώρας), τα τραγούδια που ακούγονται θα μπορούσαν κάλλιστα να τραγουδιούνται στο οποιοδήποτε μαγαζί της νύχτας, η δε συνύπαρξη τόσων ανθρώπων και ο χορός τους ουδεμία σχέση κοινότητας πληρούν, αλλ’ αντιθέτως αναπτύσσονται σχέσεις ανταγωνισμού μεταξύ τους, καθώς και πελάτου-εμπόρου ως προς την λειτουργία του χώρου.

Βέβαια, θα πρέπει να τονιστεί ότι δεν περάσαμε ξαφνικά από την μια μορφή πανηγυριού στην άλλη, αλλά υπήρξε μια διαρκής φθοροποιός διαδικασία, που με το γκρέμισμα της παραδοσιακής κοινωνίας διέφθειρε και αλλοίωσε ταυτόχρονα και τους βασικούς θεσμούς της.

Ένας απ’ αυτούς, από τους κυριότερους ίσως, είναι τα πανηγύρια.

Επίμετρον

Τελειώνοντας δεν λέω θα ή πρέπει. Απλά, θέλοντας να ζήσω κάποιες στιγμές αυθεντικότητας, προτιμώ, όταν ακούω ότι στο δείνα ή στο τάδε χωριό έχει πανηγύρι, να βάζω στο κασετόφωνο κάποιες παλιές κασέτες με τον Περδικόπουλο, τη Μηττάκη, τον Παπασιδέρη ή τον Ρούκουνα, να κλείνω τα μάτια και να ονειρεύομαι, να φαντασιώνομαι ίσως, λέγοντας μέσα μου με πείσμα:

Όχι! Δεν τελείωσε, δεν μπορεί να τελείωσε! Θα ψάξω να βρω συνοδοιπόρους και κάποτε θα στήσω ένα παραδοσιακό πανηγύρι! Μικρό ή μεγάλο. Και κατεβάζω το ποτήρι, καθώς ακούω μέσα απ’ την κασέτα να αναφωνεί κάποιος:

«Γεια σου Μηττάκη αθάνατη!»

Πηγή

This entry was posted in ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s