Ο αγώνας των κομμουνιστών ενάντια στην αλληλεγγύη των κρατουμένων στις ρουμανικές φυλακές

Από το «Το Πνεύμα των Αγίων Πατέρων στις φυλακές της Ρουμανίας 1941-1989» του π. Γρηγόριου (Vlad) Benea (Θεσσαλονίκη 2013)

«Η Ασφάλεια σ’ αυτό υπολόγιζε: στον εκφοβισμό, στο να μην ανθίσει καμία φιλία μεταξύ μας. Κι αν τυχόν αυτό συνέβαινε, φρόντιζε να τη διαλύσει γρήγορα». Πρεσβ. Νicolae Grebenea, «Αναμνήσεις στο Σκοτάδι» (Βουκουρέστι 2000).

Η αγάπη εκδηλώθηκε στις κομμουνιστικές φυλακές κατ’ αρχάς μέσω του φυσικού ανθρώπινου συναισθήματος της αλληλεγγύης. Ανεξάρτητα από το πολιτικό τους προσανατολισμό, από την θρησκεία τους, από την κοινωνική τους κατάσταση, από το διανοητικό επίπεδο, από την ηλικία, από το παρελθόν τους, οι κρατούμενοι ήταν στην πλειοψηφία τους συνδεδεμένοι με ένα κοινό ιδανικό: την αντίσταση στον κομμουνισμό ως μια κατακτητική, καταστροφική, ολοκληρωτική και αντιχριστιανική ιδεολογία. Αυτό το κοινό ιδανικό σε συνδυασμό με τον γεμάτο μίσος διωγμό από την πλευρά των βασανιστών και με τις άγριες ωμότητες που βίωναν συντέλεσε έτσι ώστε πολλές οι διαφορές μεταξύ των κρατουμένων να αμβλυνθούν σε μεγάλο βαθμό.

Εξαιτίας της εξαιρετικής σημασίας της αγάπης και της κοινωνίας στην επιβίωση, oι κομμουνιστές προσπάθησαν με όλους τους δυνατούς τρόπους να απομονώσουν τους κρατουμένους – όχι μόνο σωματικά, αλλά κυρίως ψυχικά. Έτσι, μεταξύ των κρατουμένων και των δεσμοφυλάκων έλαβε χώρα ένας φοβερός πόλεμος για τη διατήρηση και την καταστροφή της αγάπης, αντίστοιχα. Κάθε μορφή αλληλεγγύης, κάθε μορφή ενθάρρυνσης, κάθε μορφή αμοιβαίας βοήθειας ή υποστήριξης θεωρούνταν από τους κομμουνιστές ως ανατρεπτική πράξη και τιμωρούνταν πολύ αυστηρά. Μπορεί κανείς να διαπιστώσει κι εδώ τον δαιμονικό χαρακτήρα του κομμουνιστικού ζυγού, που επεδίωκε να ξεριζώσει κάθε μορφή αγάπης και κοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων.

«Αυτός είναι όλος ο αγώνας των δαιμόνων», λέει ένας Γέροντας, «να μας χωρίσουν τον έναν από τον άλλον».

Ο αγώνας των ασφαλιτών για να χωρίσουν και να σπείρουν τη διχόνοια μεταξύ των κρατουμένων ήταν πραγματικά εντυπωσιακός. Η σωματική απομόνωση και η αυστηρή απαγόρευση κάθε μορφής επικοινωνίας ήταν μόνο το πρώτο βήμα για την επίτευξη αυτού του σκοπού. Πολύ πιο ύπουλες και καταστροφικές ήταν οι προσπάθειες ψυχικής απομόνωσης, με τη σπορά με κάθε τρόπο της δυσπιστίας, της καχυποψίας, του μίσους ή της εχθρότητας μεταξύ των κρατουμένων. Αυτά τα μέσα φαίνονται εμφανέστατα στη μελέτη των μυστικών αρχείων της Ασφάλειας, όπου ο κομμουνιστικός δαιμονισμός φαίνεται σε όλη τη φρίκη του.

Μια μέθοδος διχασμού ήταν και η τοποθέτηση στο ίδιο κελί ανθρώπων με διαφορετικές θρησκευτικές, πολιτικές ή εθνικές συγγένειες, ούτως ώστε να διευκολύνουν την εμφάνιση διαμαχών ή συγκρούσεων, ιδιαιτέρως όταν οι άνθρωποι έμεναν μαζί για μεγάλο διάστημα. Από την άλλη, δεν άφηναν για πολύ καιρό τους κρατουμένους στην ίδια ομάδα στο κελί, για να μην μπορούν να κάνουν μακροχρόνιους και στενούς δεσμούς Ή, αντίθετα, τους άφηναν μαζί για πάρα πολύ καιρό, κλεισμένους, χωρίς διέξοδο, μέσα σε τέσσερις τοίχους, για να καταλήξουν να μην υποφέρει c ένας τον άλλον εξαιτίας της αναπόφευκτης νευρικής έντασης που εμφανίζεται σε τέτοιες συνθήκες. Το μεγαλύτερο ίσως κακό για την αγάπη και την κοινωνία μεταξύ των κρατουμένων ήταν η τοποθέτηση των πληροφοριοδοτών ανάμεσά τους. Για διάφορους λόγους (συνήθως μετά από τρομερές πιέσεις, ξυλοδαρμούς, βασανιστήρια, εκβιασμούς κ.λπ.), αυτοί είχαν γίνει όργανα της Ασφάλειας, προδίδοντας τους συγκρατούμενούς τους ή διαδίδοντας καχυποψίες και παραπλανητικές πληροφορίες ανάλογα με τα συμφέροντα των κομμουνιστών. Επίσης, τους χρησιμοποιούσαν και για να δημιουργήσουν τεχνητές εντάσεις ή συγκρούσεις στο κελί. Τους μοίραζαν έτσι ώστε σχεδόν σε κάθε κελί να υπάρχει πληροφοριοδότης.

Η δυσπιστία που δημιουργούνταν από την παρουσία των πληροφοριοδοτών, ο φόβος, η αδιάκοπη καχυποψία που είχε σχεδόν κάθε κρατούμενος για τον συγκρατούμενό του, έκανε εξαιρετικά δύσκολη τη διατήρηση της αγάπης σ’ αυτές τις συνθήκες. Παρόλα αυτά, οι κρατούμενοι είχαν συνήθως πολύ ευαίσθητες κεραίες και εντόπιζαν αρκετά εύκολα τους πληροφοριοδότες, αποφεύγοντάς τους. Μερικές φορές προσπαθούσαν ακόμη και να τους βοηθήσουν να γλυτώσουν από τα νύχια των ασφαλιτών.

Κι έτσι, αν και ο πόλεμος που έκαναν οι κομμουνιστές εναντίον της αγάπης ήταν αμείλικτος, τις περισσότερες φορές αυτή όχι μόνο δεν μειώθηκε, αλλά αυξήθηκε κι ενισχύθηκε με το διωγμό. Έτσι συμβαίνει συνήθως: όσο μεγαλύτερος είναι ο διωγμός, όσο εντονότερος είναι ο πόνος, όσο περισσότεροι και αδυσώπητοι είναι οι εχθροί, τόσο ο άνθρωπος έχει την έμφυτη τάση να στέκεται αλληλέγγυα και να ενώνεται ακόμη περισσότερο με τον συμπάσχοντα. Τα δαιμονικά σχέδια των ανθρώπων της Ασφάλειας όχι μόνο δεν κατάφεραν να διχάσουν τους κρατουμένους, αλλά συχνά είχαν τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα. Ο πόνος ένωσε τους φυλακισμένους μεταξύ τους δυνατότερα από κάθε τι άλλο. Τόσο μεγάλη ήταν η αγάπη και η κοινωνία μεταξύ τους, που οι περισσότεροι μαρτυρούν ότι την αδελφοσύνη της φυλακής δεν την συνάντησαν πουθενά άλλου. Μετά την έξοδο στην «ελευθερία», αυτή αναπόφευκτα χάθηκε η εξασθένησε, και πολλοί το ένοιωθαν αυτό ως μια μεγάλη πτώση.

«Αυτοί οι άνθρωποι θα βγουν στη μεγάλη αρένα της ζωής», γράφει ο πατήρ Λίβυο Μπρίνζας, «όπου σίγουρα θα αισθάνονται πολύ ξένοι και απομονωμένοι. Από την μεγάλη αλληλεγγύη της φυλακής θα βρεθούν μόνοι τους, σαν αετοί που πέφτουν από τις κορυφές σε μια εχθρική περιοχή. Και μερικές φορές δεν θα είναι σίγουροι αν δεν ήταν καλύτερο να μείνουν στη φυλακή, σ’ εκείνον τον χώρο του πόνου, όπου όμως ζούσαν εκείνη την αδελφοσύνη που δεν συναντιέται πουθενά αλλού. […] Που θα ξανασυναντήσουμε εμείς ανθρώπους έτοιμους να πεθάνουν για τη ζωή των άλλων;».

ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ

This entry was posted in ΔΙΕΘΝΗ, ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ, ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ and tagged , , , , , , , , . Bookmark the permalink.