Το έθιμο των Κουδουνοφόρων, τρόπος ζωής για τους κατοίκους του Σοχού

Από την ημέρα που γεννιούνται, οι κάτοικοι στο Σοχό Θεσσαλονίκης «δένουν» τη ζωή τους με το έθιμο των Κουδουνοφόρων. Μετά τα Θεοφάνια, μπορεί ελεύθερα, όποιος επιθυμεί, να ντυθεί με τη φορεσιά του Κουδουνοφόρου και να σεργιανίσει στους δρόμους και τις πλατείες, χωρίς να χρειαστεί να περιμένει να έρθουν οι ημέρες της Αποκριάς. Έχει παρατηρηθεί ακόμη και τον Αύγουστο νεαροί να φορούν τη στολή από δέρμα τράγου και να γυρίζουν στα μαγαζιά.

Ο Σοχός «ζει και αναπνέει» για το συγκεκριμένο δρώμενο, που μετρά τουλάχιστον 150 χρόνια ζωής στην περιοχή. Η κάθε οικογένεια έχει στην κατοχή της τουλάχιστον δύο με τρεις φορεσιές Κουδουνοφόρου, τις οποίες φροντίζει να διατηρεί σε καλή κατάσταση και να τις παραδίδει από γενιά σε γενιά. Σε κάθε σπίτι υπάρχουν και αμέτρητα κουδούνια, απαραίτητο στοιχείο για την τελική εμφάνιση.

Στη βιοτεχνία του Γιώργου Γρούσκου, στο Σοχό, εδώ και 35 χρόνια, φτιάχνονται οι κεφαλοστολές, τα χρωματικά, κωνικά, καπέλα που φορούν οι Κουδουνοφόροι και εμφανίζονται μπροστά στους επισκέπτες, κατά τη διάρκεια της Αποκριάς. Είναι το μοναδικό εργαστήριο στη Βόρεια Ελλάδα, που ασχολείται με τη δημιουργία του συγκεκριμένου τμήματος της στολής. «Αυτά τα πράγματα δεν γίνονται χωρίς μεράκι και υπομονή. Και φυσικά δεν γίνονται για τα χρήματα. Το μεράκι και η αγάπη γι’ αυτό που κάνω είναι πάνω απ’ όλα και αυτό με κρατάει ακόμη εδώ», δήλωσε στο ΑΠΕ – ΜΠΕ ο κ. Γρούσκος, καθισμένος στη ραπτομηχανή του.

Και ενώ το έθιμο «φουντώνει» το τελευταίο τριήμερο της Αποκριάς, τότε που συρρέουν και οι επισκέπτες στον Σοχό, ο κ. Γρούσκος ξεκινάει τη διαδικασία αρκετούς μήνες νωρίτερα. «Οι διαδικασίες ξεκινούν έξι με εφτά μήνες νωρίτερα, γιατί θα πρέπει να προμηθευτούμε τα ανάλογα υλικά για την κατασκευή των κεφαλοστολών και να είμαστε έτοιμοι να τις παραδώσουμε στους πελάτες. Ένα καλπάκι, όπως λέμε εμείς το συγκεκριμένο καπέλο, μπορεί να χρειαστεί να το δουλέψουμε τέσσερις με πέντε ημέρες, ίσως και παραπάνω», προσθέτει.

Η φορεσιά των Κουδουνοφόρων αποτελείται από τη στολή, παντελόνι και γιλέκο, φτιαγμένα από δέρματα τράγου, τα οποία υποδηλώνουν τον τραγόμορφο θεό Πάνα. Πάνω από τα δέρματα, δένουν στη μέση τη ντουζίνα, τα τέσσερα μεγάλα μπρούτζινα κουδούνια και ένα χάλκινο, πολύ μεγάλο, στο πίσω μέρος του κορμιού. Τα κουδούνια της ντουζίνας δεν είναι τυχαία. Πρέπει να έχουν ειδικό σχήμα και όγκο.

Στη συνέχεια, περνιέται η κόκκινη πλεχτή σάλπα και στο κεφάλι φοριέται το «καλπάκι» που φτιάχνει ο κ. Γρούσκος. Είναι μία προσωπίδα από μάλλινο μαύρο ύφασμα σε κωνικό σχήμα, ενώ στην κορυφή του κρεμιέται μια ουρά από αλεπού. Όλη η επιφάνεια είναι στολισμένη με κορδέλες και φέρει ένα είδος προσωπίδας που καλύπτει το πρόσωπο. Επίσης, είναι κεντημένος ένας σταυρός στο μέτωπο και υπάρχουν τρύπες στο στόμα, στα μάτια και στη μύτη. Ανάμεσα στη μύτη και στο στόμα υπάρχει ένα μεγάλο μουστάκι από ουρά αλόγου.

Εδώ και λίγα χρόνια, στο έθιμο του Κουδουνοφόρου παίρνουν μέρος και αρκετές γυναίκες από το Σοχό, οι οποίες ανακατεύονται στο μπουλούκι με τους άνδρες και τα μικρά παιδιά. Μια ολοκληρωμένη στολή Κουδουνοφόρου κοστίζει περίπου 15.000 ευρώ.

Η ιστορία του Κουδουνοφόρου

Οι Κουδουνοφόροι είναι ένα δρώμενο, που συνδέεται με την ευφορία της γης, και τελείται την περίοδο της Αποκριάς, με αποκορύφωμα το τριήμερο της Τυρινής και της Καθαρής Δευτέρας.

Έθιμο πανάρχαιο, που τα χαρακτηριστικά του φανερώνουν καθαρά κατάλοιπα των εορτών της Άνοιξης, τα οποία είχαν σχέση με τη γονιμότητα και την καρποφορία της γης. Σύμβολο αυτής της διαδικασίας της φυσικής βλάστησης θεωρείτο ο θεός Διόνυσος.

Εκείνο που καθιστά ξεχωριστό το καρναβάλι του Σοχού από άλλες τραγόμορφες μεταμφιέσεις είναι το ερωτικό στοιχείο που επικρατεί. Τα παλαιότερα -κυρίως- χρόνια, οι νέοι ντύνονταν έτσι, γιατί με τον τρόπο αυτό έβρισκαν την ευκαιρία να πλησιάσουν την κοπέλα που αγαπούσαν και να προκαλέσουν το ενδιαφέρον της.

«Το έθιμο είναι μέρος της ζωής των Σοχινών και η φορεσιά αποτελεί προσωπική φροντίδα των κατοίκων. Το έθιμο όχι απλά δεν χάνεται, αλλά φουντώνει. Ο Σοχινός συμμετέχει στη γιορτή αυτή από την ηλικία των δύο ετών έως και τα βαθιά γεράματα», ανέφερε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο πρόεδρος της δημοτικής κοινότητας Σοχού, Αθανάσιος Λέτσιος.

Βασικό στοιχείο της στολής του Κουδουνοφόρου είναι τα κουδούνια, τα οποία θα πρέπει να έχουν συγκεκριμένο μέγεθος. Οι κάτοικοι, στην προσπάθειά τους να βρουν κουδούνια παλιάς κοπής, ταξιδεύουν συχνά στον Έβρο και τα Βαλκάνια, αναζητώντας αυτά που θα δώσουν το πιο αρμονικό αποτέλεσμα.

«Οι Σοχινοί θέλουν τα κουδούνια να είναι παλιάς κοπής, ενώ υπάρχουν σήμερα χυτήρια που βγάζουν καινούρια κουδούνια. Ωστόσο, δεν μπορούν να αποδώσουν τον ήχο των παλιών κουδουνιών. Είναι, όμως, τόσο το μεράκι των Σοχινών, που βγαίνουν σε αναζήτηση ακόμη και εκτός συνόρων, ψάχνουν σε όλα τα Βαλκάνια. Ο Σοχός είναι πάμπλουτος όσον αφορά τον αριθμό ντουζινών κουδουνιών», πρόσθεσε ο κ. Λέτσιος

Σύμφωνα με τους κατοίκους του Σοχού, στο χωριό έχουν μετρηθεί περισσότερες από 400 ντουζίνες κουδουνιών, ενώ η αναζήτησή τους συνεχίζεται, καθώς θεωρούν πως χωρίς τα κατάλληλα κουδούνια θα πάψει να υπάρχει και το έθιμο. «Ο καλός ο νοικοκύρης στο Σοχό είναι αυτός που έχει κουδούνια. Όποιος δεν έχει τον λέμε ανοικοκύρευτο», λένε χαρακτηριστικά οι ντόπιοι. [Αναστασία Καρυπίδου, ΑΠΕ]

Διαβάστε επίσης

Σέρρες: Ήθη και έθιμα της Πρωτοχρονιάς και των Θεοφανίων

Θεσσαλονίκη: Αναβίωση του εθίμου των Μωμόγερων στο κέντρο της πόλης

Ελληνική κασέλα: Το σεντούκι με τις μνήμες…

Ο Πηλιορείτικος Γάμος: Ένα γούρικο έθιμο, που έχει τις ρίζες του στην αρχαιότητα αναβιώνει και φέτος στο δήμο Πορταριάς

Παραδοσιακά επαγγέλματα που χάνονται: Ο ακονιστής

ΕΛΛΑΣ

Share

Advertisements
This entry was posted in ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΑΣ, ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ and tagged , , , , , , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.